Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Δὲν ἀποτελοῦν ὑποδείγματα οἱ περιπτώσεις προσπαθειῶν ἐξουσιαστικῆς ἐπέμβασης Παπῶν στὰ ζητήματα ἄλλων Ἐκκλησιῶν πρὶν τὸ 1054 μ.Χ. Οἱ περιπτώσεις ἐκεῖνες, ὅπου ὁ Παπισμὸς ἐκτρέπετο καὶ ἢ “ἡ Ἐκκλησία ἠνείχετο τὸν Παπισμόν”*, δὲν ἀποτελοῦν “προηγούμενο”. “Ἠνείχετο ἡ Ἐκκλησία τὸν Παπισμόν”*, ἀναφέρει ὁ Γέροντας Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, “καὶ θὰ τὸν ἠνείχετο καὶ ἄλλο ἀκόμη, ἐὰν ὁ Παπισμὸς δὲν ἀπέκοπτε μόνος του τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία”*. Τὸ “ἠνείχετο”, σαφέστατα δὲν ἀφήνει περιθώρια γιὰ ἱστορικοκανονικὸ “προηγούμενο”.
Δὲν εἶναι σωστὸ λοιπὸν νὰ προβάλλονται οἱ περιπτώσεις ἐκεῖνες, ὅπου “ἡ Ἐκκλησία ἠνείχετο τὸν Παπισμόν”, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν ἕνα ἄλλου εἶδος πρωτεῖο καὶ νὰ “πιστώνονται” παράλληλα ὡς προνόμια στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο, ἀφοῦ τώρα δὲν ἔχομε Πάπα. Δυστυχῶς ἡ προσπάθεια νὰ ἐξουδετερωθεῖ ἡ συναίνεση τῶν ὑπολοίπων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὴν περίπτωση τῆς ἐκχώρησης Αὐτοκεφαλίας, ἔγινε ἀφορμὴ πρωτειακῶν παρερμηνειῶν.
Ἡ εὐκολία μὲ τὴν ὁποία ἀποδίδονται αὐτὰ ὡς προνόμια στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο, ἀφοῦ τώρα δὲν ἔχομε Πάπα, δημιουργοῦν ἰδιαίτερο πρόβλημα, καθότι μετακυλίονται κατὰ τὸ διάλογο μὲ τοὺς Παπικοὺς ὡς προνόμια τοῦ Πάπα καὶ φυσικὰ ἀποτελοῦν ἄλλοθι γιὰ τὸν Παπισμό.
Μὲ μεγάλη εὐκολία προβλήθηκε ἡ περίπτωση τοῦ Ἁγίου Ἰννοκεντίου Πάπα Ρώμης, τότε ποὺ πολεμήθηκε καὶ ἐκδιώχθηκε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅτι δῆθεν ἐπενέβηκε ἐξουσιαστικὰ στὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνταντινούπολης. Τοῦτο φυσικὰ προβλήθηκε πρὸς ἰσχυροποίηση τῆς μονομεροῦς ἐκχώρησης Αὐτοκεφαλίας στὴν Οὐκρανία. Πάρθηκε μία πολὺ ἰδιάζουσα περίπτωση, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴ μονομερῆ ἐκχώρηση Αὐτοκεφαλίας στὴν Οὐκρανία, ποὺ ὅμως δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν πρα-γματικότητα.
Ἀληθεύει τὸ ἐπιχείρημά τους αὐτό; Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μὲ ἐπιστολή του ἐπεξηγοῦσε στὸν Πάπα Ἰννοκέντιο τὴν τραγικὴ κατάσταση τότε στὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνταντινούπολης μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: “τὸν κλῆρον ἅπαντα τὸν σὺν ἡμῖν πρὸς βίαν ἐξέβαλον καὶ ὅπλοις τὸ βῆμα περιεστοίχιστο” (Ε.Π.Ε. 38). Τὶς γυναῖκες ποὺ περίμεναν γιὰ τὸ Μυστήριο τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος ἐξεδίωξαν καὶ “γυμναὶ ἔφυγον” καὶ “πολλαὶ δὲ καὶ τραύματα δεξάμεναι ἐξεβάλλοντο”(Ε.Π.Ε. 38). “Αἵματος αἱ κολυμβῆθραι ἐπληροῦντο” (Ε.Π.Ε. 38). ἀναφέρει μὲ πόνο ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Τὸ χεῖρον μάλιστα τούτων εἶναι ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία “ἐξεχεῖτο” (Ε.Π.Ε. 28), ὅπως χαρακτηριστικὰ σημειώνει. Ἡ κατάσταση ἦταν θλιβερὴ τότε στὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης.
Ὡς ἐκ τούτου οἱ ἐνέργειες τοῦ Πάπα Ἰννοκέντιου ποὺ ἀκολούθησαν, δὲν ὀφείλοντο σὲ καμιὰ ἐξουσιαστικὴ ἐπέμβαση καὶ οἱ ἐνέργειές του ὀφειλόταν στὴν ἔκφραση τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης καὶ ἀλληλεγγύης πρὸς τὸν “ἀδελφὸν Ἰωάννην”, τῆς “Οἰκουμένης τὸν διδάσκαλον”, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀποκαλεῖ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο στὴν ἐπιστολή του πρὸς στὸν Αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο.
“Φωνὴ αἵματος ἀδελφοῦ μου Ἰωάννου βοᾶ”, ἀναφέρει ἡ ἐπιστολὴ αὐτή. Γι’ αὐτὸ γράφει ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος στὸν Αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο, “ἀφορίζω σὲ τῆς Μεταλήψεως” καὶ φυσικὸ ἦταν νὰ ἀπαγορεύσει τὴν μετάδοση τῆς Θείας Κοινωνίας στὸν ἐπιτιμηθέντα αὐτοκράτορα, συμπληρώνοντας τὴν ἀπαγορευτικὴ ἀναφορὰ “πρὸς πάντα κληρικόν”, ἐννοώντας τοὺς κληρικοὺς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀφοῦ γιὰ τὴν τοπικὴ αὐτὴ Ἐκκλησία ἀναφέρεται. Τὸ ἀναφερόμενο στὴν ἐπιστολή, “ἀλλὰ καὶ πάντα Κληρικὸν τολμήσαντα μεταδοῦναι ὑμῖν”, ἦταν πιστεύω μία συνεπακόλουθη φράση τοῦ ἐπιβληθέντος ἐπιτιμίου. Καὶ φυσικὰ αὐτὸ ἔγινε μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσόστομου. Τοῦτο μαρτυρεῖται καὶ στὴν ἐν λόγῳ ἐπιστολὴ τοῦ Πάπα Ἰννοκέντιου μὲ τὴ φράση “ὅτε τὸν βίον κατέλιπεν”.
Παρόλα αὐτὰ ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος δὲν συμπεριφέρθηκε ἐξουσιαστικά, ἀλλὰ μὲ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα στὴ Σύνοδο ὑπέδειξε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια “ἀναγκαία ἐστι διάγνωσις συνοδική, καὶ πάλαι ἔφημεν συναθρηστέαν” (ΕΠΕ 38), τονίζοντας ὅτι “μάνη γὰρ ἐστι ἥτις δύναται τὰς κινήσεις τῶν τοιούτων καταστεῖλαι καταιγίδων” (ΕΠΕ 44), γιὰ νὰ καταλήξει στὸ πατροπαράδοτο συνοδικὸ κάλλος μὲ τό, “καὶ γὰρ ἡμεῖς πολλὰ σκεπτόμεθα, ὅν τρόπον ἡ σύνοδος οἰκουμενικὴ συναχθείη” (ΕΠΕ 46).
Ἀναφορὰ σ’ αὐτὸ κάνει καὶ ὁ Γέροντας Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος ὡς ἑξῆς: “Ποία ἡ στάσις ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως, οὔσης μάλιστα πρωτοθρόνου, ἔναντι τῆς καταδίκης τοῦ Χρυσοστόμου; Σαφῶς, κατηγορηματικῶς, ἀπεριστρόφως, ἀπροσχηματίστως καὶ ἀπολύτως ἀρνητική. Καὶ ἰδοὺ τὰ πειστήρια “πρὸς τούτοις ἀπέστειλεν ὁ μακάριος Ἰννοκέντιος ὁ Πάπας ἀμφοτέροις τοῖς μέρεσι ἀθετήσας τὴν δόξασαν γεγενῆσθαι κρίσιν παρὰ Θεοφίλου, εἰπών δεῖν ἑτέραν ἀνεπίληπτον συγκροτηθῆναι Σύνοδον Δυτικῶν καὶ Ἀνατολικῶν…”*, συνεχίζει ὁ π. Ἐπιφάνιος. Ὁ τότε Πάπας Ἰννοκέντιος τῆς πρωτόθρονης Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης τί ἔπραξε; “Ἀπέστειλεν …ἀμφοτέροις τοῖς μέρεσι”…“εἰπών δεῖν ἑτέραν ἀνεπίληπτον συγκροτηθῆναι Σύνοδον Δυτικῶν καὶ Ἀνατολικῶν” *.
Δὲν πῆρε ἀπόφαση ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος, ἀλλὰ ἐπέλεξε τὸν ἐκκλησιαστικὸ τρόπο, “εἰπών δεῖν ἑτέραν ἀνεπίληπτον συγκροτηθῆναι Σύνοδον Δυτικῶν καὶ Ἀνατολικῶν”. Τὴ Σύνοδο κατέδειξε ὁ τότε Πάπας Ἰννοκέντιος, καὶ ὄχι τὴν πρωτειακὴ ἐπιβολή. Τελικὰ ἡ Συνοδικότητα ὑποδείχθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰννοκέντιο καὶ ματαίως ἐκλήφθηκε ὡς ὑπόδειγμα ποὺ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ μονομερὴς ἐκχώρηση Αὐτοκεφαλίας στὴν Οὐκρανία, καθὼς καὶ ἡ προσπάθεια γιὰ ἐξουδετέρωση τῆς συναίνεσης τῶν ὑπολοίπων Ἐκκλησιῶν γιὰ τὸ ζήτημα τοῦ Αὐτοκεφάλου.
* “Τὰ δύο ἄκρα”, Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Ἰ. Θεοδωροπούλου, Ἔκδοσις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος.




