Γράφει ὁ κ. Δημήτρης Σπηλιώτης, Ἐφέτης ΔΔ
Ἡ ἐν λόγῳ συνταγματικὴ διάταξη-ἀναφορὰ ἔχει πρωτίστως ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο, χωρὶς νὰ στερεῖται νομικῆς σημασίας. Δὲν ἀφορᾶ μόνο στὸν κλῆρο, ἀλλὰ στὸ σύνολο τῶν ἐν ἐνεργείᾳ μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, καθὼς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀναγνωρίζεται ὡς ὁ Κύριος ‘‘ἡμῶν’’, δεδομένου ὅτι ἀποτελεῖ τὴν κεφαλὴ ὄχι μόνο τοῦ κλήρου, ἀλλὰ τῆς καθ’ ὅλου Ἐκκλησίας. Μὲ τὴ διάταξη-ἀναφορὰ αὐτὴν ἀναγνωρίζεται ἡ βασικὴ παραδοχὴ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή, (α) ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ (β) ὅτι, συναφῶς, ἡ Ἐκκλησία, δηλαδὴ ἡ κοινωνία τῶν ζώντων μελῶν της, κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν (βαπτισμένων), εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀναγνωρίζεται ἐπίσης, κατ’ ἐπέκταση, ἡ δογματικὴ παραδοχὴ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας εἶναι μικρογραφία ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι Μία, γιατί εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀναγνωρίζεται, συνεπῶς, καὶ ἡ παρεπόμενη παραδοχὴ ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐκκλησίες, ἔξω ἀπὸ τὴ Μία Ἐκκλησία, καὶ ὅτι διαφορετικὲς χριστιανικὲς κοινότητες καὶ ὁμολογίες δὲν συνιστοῦν Ἐκκλησία. Τυχὸν χρησιμοποίηση ἀπὸ τὸν κοινὸ νομοθέτη τοῦ ὅρου ‘‘ἐκκλησία’’ γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ διάφορων θρησκευτικῶν νομικῶν προσώπων ἢ θρησκευτικῶν κοινοτήτων, ὅπως π.χ. στὸ Ν 4301/2014, εἶναι ἐντελῶς καταχρηστικὴ καὶ ἀφορᾶ μόνο στὴ νομικὴ ρύθμιση ὀργανωτικῶν ζητημάτων ποὺ ἀφοροῦν σὲ παρόμοιους θρησκευτικοὺς ὀργανισμούς.
Ἀναγνωρίζεται, ἐπίσης, ἐμμέσως, ὅτι ὁ Χριστός, ἡ ἁγιότητα τοῦ Ὁποίου διαχέεται καὶ στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πράξη τῆς ὁποίας ἐξειδίκευσαν καὶ διαμόρφωσαν, ἀντιστοίχως, σὲ μεγάλο βαθμό, μὲ φώτιση καὶ πνευματικὴ ἀρχοντιά, οἱ Ἕλληνες Πατέρες καὶ οἱ Ἕλληνες Ἅγιοι, Ὅσιοι, Μάρτυρες καὶ Ἥρωες, κληρικοί, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί, γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι, προστατεύει τὸ Γένος, φωτίζει τὰ μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν Ἑλλάδα καὶ ἐνδυναμώνει τοὺς Ἕλληνες διαχρονικά. Αὐτὴ ἡ ἔμμεση ἀναγνώριση ἀποτελεῖ καὶ μία σιωπηρὴ ἔκφραση εὐχαριστίας καὶ εὐγνωμοσύνης, ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τοὺς Ἁγίους Του, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐξέχουσα θέση κατέχει ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος [δὲν ἐξέλιπε τὸ φιλότιμο στὴ Νεότερη Ἑλλάδα]. Τέλος, κατὰ λογικὴ ἀκολουθία, μὲ τὴν ἐν λόγῳ συνταγματικὴ διάταξη-ἀναφορὰ ὁ σκοπὸς τοῦ Κράτους, ποὺ εἶναι ἡ ὁμαλὴ συμβίωση καὶ ἡ εὐημερία τῶν ἀνθρώπων ποὺ διαβιοῦν ἐντὸς τῆς ἐπικράτειας, διασταυρώνεται μὲ τὸν σκοπὸ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τὴ θεραπεία καὶ τὸν ἁγιασμὸ τῶν μελῶν της, δεδομένου ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ νομοταγεῖς πολίτες τοῦ Κράτους, ἐφόσον οἱ νόμοι τοῦ τελευταίου δὲν ἀντιστρατεύονται τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ.
Οἱ πιὸ πάνω ἑρμηνευτικὲς ἐκδοχὲς οὐδόλως προσκρούουν στὸ ἀτομικὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης ποὺ κατοχυρώνεται στὸ ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος, δεδομένου ὅτι, προεχόντως καὶ ἀνεξαρτήτως παντὸς ἄλλου, ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς θρησκείας. Θρησκεία εἶναι ἡ ἀντίληψη περὶ Θεοῦ καὶ οἱ σχετιζόμενες μὲ αὐτὴν μεταφυσικὲς καὶ ἠθικὲς παραστάσεις, πρὸς τὶς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος συνδέεται μὲ τὴν πίστη, ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὰ ὅσα ἔγιναν δεκτά, εἶναι σῶμα Χριστοῦ καὶ κοινωνία θεώσεως (χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν συνιστᾶ θρησκεία καὶ μάλιστα τὴν ‘‘ἐπικρατοῦσα’’ στὴν Ἑλλάδα). Αὐτὸ βασικῶς σημαίνει ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἀποτελεῖ ἐν συνόλῳ μέρος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ὀργάνωσή του σὲ κράτος καθιστᾶ ἀγώγιμη στὶς κρατικὲς λειτουργίες τὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ, στὸν βαθμό, ποὺ οἱ φορεῖς ἄσκησης τῶν οἰκείων ἐξουσιῶν συντονίζονται στὶς συχνότητες τοῦ Θεοῦ, χωρὶς τὸ Κράτος νὰ παραβιάζει τὴ θρησκευτική του οὐδετερότητα.
Ἡ συνταγματικὴ ἀναθεώρησις
Τὸ παράθυρο τοῦ ἄρθρου 3 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας κάποιοι θέλουν νὰ κλείσει στὴν ἑπόμενη συνταγματικὴ ἀναθεώρηση, στὸ ὄνομα τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητας. Τοὺς ἐνοχλεῖ ὁ καθαρὸς ἀέρας τῆς Ἀγάπης καὶ τῆς Δόξας τοῦ Θεοῦ Λόγου [μᾶλλον ἐκλείπει τὸ φιλότιμο στὴ μετανεωτερικὴ Ἑλλάδα]. Νομίζουν ὅτι ἔτσι θὰ ἀσφαλίσουν τὸ Σύνταγμα ἀπὸ παρόμοια πνευματικὴ ἀναφορὰ καί, κατὰ βάθος, ὅτι θὰ καταφέρουν πλῆγμα στὴν Ἐκκλησία. Θά… ‘‘καταφέρουν’’ νὰ καταστήσουν τὸ μὲν Σύνταγμα φτωχότερο σὲ ἔμπνευση, διάκριση καὶ γνώση, ποὺ (δύναται νὰ) ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν ἀστείρευτη πηγὴ τῆς Θείας Ἀλήθειας καὶ τῆς Ὀρθόδοξης Πνευματικότητας, τὴ δὲ πνευματικὴ «οἰκοδομὴ» τῆς Ἐκκλησίας πιὸ δυνατή, δεδομένου ὅτι εἴκοσι αἰῶνες ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της ἡ Ἐκκλησία παραμένει ἀλώβητη καὶ ἀσάλευτη, παρόλα τὰ πλήγματα ποὺ ἔχει δεχτεῖ, μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτήν. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος πού, πρὶν προλάβει νὰ συμπληρώσει δύο αἰῶνες βίου, ‘‘κατάφερε’’ ἤδη σὲ καιρὸ εἰρήνης νὰ ἐξαθλιώσει πολλοὺς ἀπὸ τοὺς κατοίκους του καὶ νὰ περιορίσει σὲ μεγάλο βαθμὸ ἕνα ἀπὸ τὰ συστατικὰ στοιχεῖα του: τὴν πρωτογενῆ καὶ αὐτοδύναμη ἐξουσία. ΠΗΓΗ: «Ἁλιεύς» Περιοδ. Ἱ. Μ. Μαντινείας ἀρ. φ. 300.




