Τοῦ κ. Ἰωάννου Τάτση, Θεολόγου
Τὴν Κύπρο καὶ τὴν Ἑλλάδα ἐπισκέπτεται ὁ Πάπας Φραγκίσκος τὶς πρῶτες ἡμέρες τοῦ Δεκεμβρίου. Καὶ αὐτὴ τὴ φορά ὁ Πάπας δὲν παραλείπει νὰ τονίσει ὅτι τὸ ταξίδι του γίνεται στὰ βήματα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἐνῷ οἱ Ἀρχιεπίσκοποι Ἑλλάδας καὶ Κύπρου, ποὺ θὰ τὸν ὑποδεχτοῦν, μὲ περισσὴ εὐκολία συνδέουν τὴν ἐπίσκεψή του μὲ κάποιο συμβολισμὸ δῆθεν περιοδείας στὰ χνάρια τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν.
Ἡ πραγματικότητα εἶναι πολὺ διαφορετική. Εἶναι λίαν διαφωτιστικὰ ὅσα σημειώνει ὁ Ἀρχιμ. Κωνσταντῖνος Ραμιώτης στὸ βιβλίο του «Ἡ μαγεία ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ἀναφέρει, λοιπόν, ὅτι ὁ Παπισμὸς ὄχι μόνο δὲν παραδέχεται τὴν αὐθεντία τοῦ Ἀποστολικοῦ ἀξιώματος τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου, ἀλλὰ ἐπιπλέον ἔχει καταδικάσει κάθε ἀντίθετη διδασκαλία. Παραθέτει μάλιστα καὶ τὴ μαρτυρία τοῦ Paul Fr. Ballester Convalier, Ἱσπανοῦ στὴν καταγωγή, πρώην Ρωμαιοκαθολικοῦ μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέστρεψε στὴν Ὀρθοδοξία μελετώντας τὴν παπικὴ ἐκκλησιολογία καὶ ἐντοπίζοντας τὰ προβληματικά της σημεῖα. Στὸ βιβλίο του «Ἡ ἐπιστροφή μου εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν» ὁ πρώην Ρωμαιοκαθολικὸς μοναχὸς ἀναφέρει ὅτι τὸ διάταγμα τῆς 24ης Ἰανουαρίου 1647 τοῦ Πάπα Ἰννοκεντίου τοῦ 10ου ἀναθεματίζει ὡς αἱρετικὸ κάθε Χριστιανό, ποὺ θὰ τολμοῦσε νὰ πιστέψει, νὰ ἀκολουθήσει ἢ νὰ μεταδώσει σὲ ἄλλους τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου περὶ τῆς αὐθεντίας τοῦ ἀποστολικοῦ του ἀξιώματος. Τὸ διάταγμα περιέχει τὴ θεωρία ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διατελοῦσε ὑπὸ τὴν μοναρχικὴ ἐξουσία τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, τοῦ Πρώτου τῶν Παπῶν καὶ βασιλέων τῆς Ἐκκλησίας! Πρόκειται γιὰ ξεκάθαρη ὑποβάθμιση τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματος καὶ ὑποτίμηση τοῦ προσώπου τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὥστε καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ θεμελιωθεῖ ἡ παπικὴ κακοδοξία τοῦ Πρωτείου.
Τὸ παραπάνω διάταγμα μάλιστα δὲν εἶναι τὸ μοναδικὸ κείμενο σαφοῦς ἀμφισβήτησης τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τῆς ἀποστολικῆς του ἰδιότητος. Σὲ δύο παλαιότερες ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης, τὸ 1327 καὶ τὸ 1351 ὁ Πάπας Ἰωάννης ὁ 22ος καὶ ὁ Πάπας Κλήμης ὁ 6ος εἶχαν ἀναθεματίσει καὶ καταδικάσει κάθε ἄνθρωπο καὶ θεωρία ποὺ θὰ τολμοῦσε νὰ ἀρνηθεῖ ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶχε διατελέσει κάτω ἀπὸ τὶς διαταγὲς τῆς ἀπόλυτης ἐξουσίας τοῦ Πρώτου τῶν Παπῶν, τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους ὁ Πάπας Μαρτῖνος ὁ 5ος εἶχε ἀναθεματίσει τὸν Ἰωάννη Χοὺς στὴ Σύνοδο τῆς Κωνστάντσας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι Πάπες εἶχαν ἐπαναλάβει τὶς ἴδιες καταδίκες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Πίος ὁ 9ος, ὁ Πίος ὁ 10ος καὶ ὁ Βενέδικτος ὁ 14ος. Ἡ ἀμφισβήτηση λοιπὸν τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματος τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου ἀποτελεῖ μία ἀκόμη κακοδοξία καὶ διαχρονικὴ πλάνη τοῦ Παπισμοῦ, διόρθωση τῆς ὁποίας ποτὲ δὲν ἐπιχειρήθηκε, ἀκριβῶς διότι ἡ κακοδοξία αὐτὴ θέτει ἰσχυρὸ θεμέλιο λίθο στὴν κυρίως κακοδοξία τοῦ παπικοῦ πρωτείου.
Μὲ δεδομένες τὶς παραπάνω θεολογικὲς θέσεις τῶν Παπικῶν περὶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἡ δῆθεν εὐλαβικὴ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στὶς Ὀρθόδοξες χῶρες, ὅπου κήρυξε ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, φαντάζει τουλάχιστον ὑποκριτικὴ καὶ εἶναι σίγουρα ψευδεπίγραφη.
Ἡ «καθησυχαστικὴ» ἀπάντηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου στὸν Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης Ἀνδρέα ὅτι ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν εἶναι αὐστηρῶς ἐθιμοτυπικὴ μοιάζει περισσότερο μὲ ἔγγραφη διαβεβαίωση πολιτικοῦ ἄνδρα ἢ κάποιου διπλωμάτη καὶ ὄχι μὲ θεολογικὴ τοποθέτηση ποὺ θὰ ἅρμοζε στὰ χείλη Ὀρθοδόξου Ἀρχιεπισκόπου. Ἀσφαλῶς τίποτε πλέον δὲν μᾶς ξαφνιάζει, καθὼς δὲν εἶναι οὔτε ἡ πρώτη οὔτε δυστυχῶς ἡ τελευταία φορά ποὺ οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ταγοὶ υἱοθετοῦν διπλωματικὴ γλώσσα ἀντὶ θεολογικῶν ἐπιχειρημάτων. Ἂς μὴ λησμονοῦν ὅμως οὔτε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος οὔτε ὅσοι ἐλαφρὰ τῇ καρδίᾳ σπεύδουν σὲ συνάντηση μὲ τὸν Πάπα ὅτι οἱ πνευματικοὶ νόμοι λειτουργοῦν, ὅπως μᾶς δίδαξε ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης.
Τέλος, ἐάν, κανεὶς δὲν φορέσει τὰ γυαλιὰ τῆς παπικῆς κακοδοξίας καὶ διαστροφῆς τοῦ ἀποστολικοῦ λόγου, προφανῶς μὲ εὐκολία μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ τί ἐννοοῦσε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν ἔλεγε: «Ἑβραῖοί εἰσι; κἀγώ· Ἰσραηλῖταί εἰσι; κἀγώ· σπέρμα Ἀβραὰμ εἰσι; κἀγώ· διάκονοι Χριστοῦ εἰσι; παραφρονῶν λαλῶ, ὑπὲρ ἐγώ·» (Β΄ Κορινθ. ια΄, 22-23).




