“ΔΕΟΣ εἰς τὸν Πανάγιον Τάφον! Λουσμένος εἰς τὸ Φῶς ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων”
Τοῦ κ. Περικλέους Ἠλ. Νταλιάνη, Θεολόγου
Τὸ Θεολογικὸν νόημα τῆς Ἑορτῆς
Γιὰ τὸ Θαῦμα τοῦ Ἁγίου Φωτὸς στὰ Ἱεροσόλυμα, ἔχω γράψει παλαιότερη ἀναλυτικὴ ἐργασία καὶ σχετικὲς ἀναφορές. Τὸ Ἅγιον Φῶς τὸ ὁποῖο βγαίνει ἀπὸ τὸν Πανάγιο Τάφο τὸ Μεγάλο Σάββατο τὸ μεσημέρι, εἶναι ἕνα ἀληθινὸ Θαῦμα, τὸ ὁποῖο συμβολίζει τὸ Ἄκτιστον Φῶς τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεό. Δηλαδὴ συμβολίζει τὸ Φῶς ποὺ ἀπορρέει πρὸς ἐμᾶς, ἀπὸ τὶς Ἄκτιστες Θεῖες Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ κάποιο κτιστὸ φῶς, ὅπως τοῦ Ἡλίου, τῆς Φωτιᾶς, ἑνὸς ἡλιακοῦ κατόπτρου (ὅπως γίνεται στὴν τελετὴ ἁφῆς τῆς Ὀλυμπιακῆς φλόγας) ἢ μίας ἁπλῆς λάμπας.
Τὸ Ἅγιον Φῶς εἶναι αὐτὸ τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος (6 Αὐγούστου). Σύμφωνα μὲ αὐτὲς τὶς ἁγιογραφικὲς ἀναφορές, ὁ Ἰησοῦς μαζὶ μὲ τοὺς τρεῖς ἀποστόλους, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, ἀνέβηκαν σὲ ἕνα βουνὸ (τὸ Ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίζεται ὡς τὸ Ὄρος Θαβώρ), γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Ἐκεῖ οἱ τρεῖς ἀπόστολοι σταμάτησαν, γιὰ νὰ ξεκουρασθοῦν καὶ κοιμήθηκαν. Ὅταν ξύπνησαν εἶδαν τὸν Ἰησοῦ νὰ φωτοβολεῖ μὲ λαμπρὸ φῶς καὶ τὰ ροῦχα του νὰ ἔχουν γίνει λευκά, ὅπως καὶ τὸ φῶς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τυφλωθοῦν ἀπὸ τὴν δύναμη καὶ τὴν λάμψη τοῦ φωτὸς καὶ νὰ πέσουν κάτω στὴν γῆ. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λένε ὅτι οἱ τρεῖς Ἀπόστολοι εἶδαν μόνον ἕνα μέρος τοῦ Θείου Φωτός, ὅσο μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν, ὅπως ὁμοίως καὶ ὁ κάθε πιστὸς λαμβάνει τὴν ἀνάλογη Θεία Χάρι, ἀναλόγως τὴν δεκτικότητα καὶ τὴν πίστη του. Ἄλλη Χάρι λαμβάνει π.χ. ἕνας μεγάλος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας λόγῳ τῆς ἁγιότητός του καὶ ἄλλη ἕνας ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται νὰ σωθεῖ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι βέβαιο. Ἐπίσης ὁ Χριστὸς γνωρίζει τὴν ποσότητα τῆς χάριτος ποὺ λαμβάνει ἕκαστος.
Ὅπως σημειώνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Ἐπῆρε δὲ τρεῖς μόνους Ἀποστόλους, ὡς προκρίτους καὶ ὑπερέχοντας. Ὁ μὲν γὰρ Πέτρος ἐπροκρίθη, ἐπειδὴ ἠγάπα πολλὰ τὸν Χριστόν. Ὁ δὲ Ἰωάννης, ἐπειδὴ ἠγαπᾶτο ἀπὸ τὸν Χριστόν. Ὁ δὲ Ἰάκωβος, ἐπειδὴ ἐδύνετο νὰ πίη τὸ ποτήριον τοῦ θανάτου, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Κύριος ἔπιεν».
Μαζί του βρίσκονταν καὶ συνομιλοῦσαν δύο ἄντρες, ὁ Προφήτης Μωυσῆς (βλέπε 4 Σεπτεμβρίου) καὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας (βλέπε 20 Ἰουλίου). Στὴ συνέχεια τοὺς κάλυψε πυκνὸ νέφος καὶ ἀκούσθηκε μία φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ ἀναφέρει «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε», δηλαδὴ αὐτὸς εἶναι ὁ γιός μου ὁ ἀγαπημένος, σὲ αὐτὸν πρέπει νὰ ὑπακοῦτε.
Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Ἔφερε δὲ εἰς τὸ μέσον τους τὸν Μωυσῆν καὶ τὸν Ἠλίαν, διὰ νὰ διορθώση τὰς σφαλερὰς ὑποψίας, ὁπού εἶχον οἱ πολλοὶ περὶ αὐτοῦ. Καθότι, ἄλλοι μὲν ἔλεγον τὸν Κύριον, πὼς εἶναι ὁ Ἠλίας. Ἄλλοι δέ, πὼς εἶναι ὁ Ἰερεμίας. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἐπαρέστησεν εἰς τὸ Θαβὼρ τοὺς πρώτους καὶ κορυφαίους Προφήτας, διὰ νὰ γνωρίσουν οἱ μαθηταί, καὶ διὰ τῶν μαθητῶν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πόση διαφορὰ εἶναι ἀναμεταξὺ τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν Προφητῶν. Ὁ μὲν γὰρ Χριστὸς εἶναι Δεσπότης. Οἱ δὲ Προφῆται εἶναι δοῦλοι. Καὶ ἵνα μάθουν, ὅτι ὁ Κύριος ἔχει τὴν ἐξουσίαν τοῦ θανάτου καὶ τῆς ζωῆς. Διὰ τοῦτο, ἀπὸ μὲν τοὺς ἀποθαμένους, ἔφερε τὸν Μωυσῆν. Ἀπὸ δὲ τοὺς ζωντανούς, ἔφερε τὸν Ἠλίαν» (σ.σ. διότι ὁ Ἠλίας ἀνελήφθη ζωντανὸς «ὥς εἰς τὸν οὐρανὸν» καὶ θὰ ἐπιστρέψει κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἀνθρώπου Ἀντιχρίστου, ὅπου θὰ κηρύξει στοὺς ἀνθρώπους καὶ θὰ θανατωθεῖ ἀπὸ τὸν ἀντίχριστο).
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Ἠλίας εἰκονίζεται νὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, μὲ ἕνα πύρινο ἅρμα μὲ ἄλογα, τὸ ὁποῖο συμβολίζει τὸ Ἄκτιστον Φῶς (καὶ ὄχι φυσικὰ κάποιο «διαστημόπλοιο», ὅπως λένε κάποιοι φαντασιόπληκτοι νεοεποχίτες, καθότι ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὰ τεχνητὰ ἀντικείμενα ἀκόμη καὶ τῆς ποιὸ ἐξελι-γμένης τεχνολογίας, ἀφοῦ εἶναι ὑπεράνω αὐτῶν). Ἐδῶ πρέπει νὰ τονίσω ὅτι διαφέρει ἡ Ἀνάληψη τοῦ Σωτῆρος ἀπὸ αὐτὴν τὴν προσωρινὴ ἀνύψωση τοῦ προφήτου Ἠλία. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη διαβάζουμε γιὰ τὸν Ἠλία. «Καὶ ἐγένετο αὐτῶν πορευομένων, ἐπορεύοντο καὶ ἐλάλουν (Ἠλίας καὶ Ἐλισαιέ)· καὶ ἰδοὺ ἅρμα πυρὸς καὶ ἵπποι πυρὸς καὶ διέστειλεν ἀνὰ μέσον ἀμφοτέρων καὶ ἀνελήφθη Ἠλιοὺ ἐν συσσεισμῷ ΩΣ εἰς τὸν οὐρανὸν» (Δ΄ Βασ. Β΄ 11).
Ἑρμηνεύων ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, λέγει: «Ἐν δὲ τῷ ἀνάγειν Κύριον τὸν Ἠλίαν ΩΣ εἰς τὸν οὐρανόν· ἰδοὺ μικρὰ λέξις (τὸ ΩΣ) ἔστησε τὸν Ἠλίαν πρὸς τὰ ἄνω φερόμενον· ἀρκεῖ γὰρ τῷ Προφήτῃ τιμηθῆναι τῷ τύπῳ· πρὸ γὰρ τοῦ Δεσπότου τὸν οἰκέτην οὐρανὸς οὐχ ὑποδέχεται· οὐδεὶς γὰρ ἀναβέβηκεν εἰς τὸν Οὐρανόν, εἰμὴ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ Οὐρανῷ· ἐτηρεῖτο γὰρ τῇ τῶν ἀνθρώπων ἀπαρχῇ διὰ τὸν τῶν ἀνθρώπων Ποιητὴν ὁ Οὐρανός. Οὕτω μὲν οὖν τοῖς περὶ τὸν Ἐνὼχ καὶ Ἠλίαν ὁ Θεὸς ἀγαθῇ ἐλπίδι εὔφρανε τοὺς ἀνθρώπους, δι’ ὧν ἀνθρώποις οὖσι τὸν τοῦ ἀέρος δρόμον ἱππήλατον ἥπλωσε» (Λόγ. Β’ εἰς τὴν Ἀνάληψιν). Ἄρα ὁ Ἅγιος μᾶς λέει ὅτι αὐτὴ ἡ προσωρινὴ ἀνύψωση τοῦ προφήτου Ἠλία στὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἀέρος (ἡ ὁποία τονίζεται διὰ τοῦ «ΩΣ»), ἔγινε γιὰ νὰ τιμηθεῖ ὁ προφήτης καὶ γιὰ νὰ προεικονίσει τὴν Ἀνάληψη τοῦ Θεανθρώπου «ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός». Ὁμοίως καὶ τὸ Θεῖον Φῶς, τὸ ὁποῖο οἱ μαθητὲς εἶδαν στὸ Ὄρος Θαβὼρ ἦταν μία μικρὴ μόνο «γεύση» καὶ ἐμπειρία τοῦ Θείου Φωτός, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μόνο ἕνα μέρος μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε λόγῳ τῶν μικρῶν δυνατοτήτων μας σὲ σχέση μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι μεθεκτὸς κατὰ τὶς θεῖες Ἐνέργειές του, ἀλλὰ ἀμέθεκτος (δηλαδὴ ἀπλησίαστος) κατὰ τὴν Θείαν Οὐσίαν του. Βλέπε καὶ 1 que no admite participacion del mundo suprasensible, etc. τάς τε ἀμεθέκτους αἰτίας καὶ τὰς μεθεκτὰς Chrysipp.Stoic.2.308, ἡ δέ σοφία τωῶ χωριστῶν ἐστι καὶ παντελῶς ἀμεθέκτων Alex.Aphr.in Metaph.637.12, cf. Procl.Inst.23, Dam.Pr.104, 136ter, Simp.in de An.218.5, Ascl.in Metaph.115.36, ὁ Α. νοῦς Cat.Cod.Astr.9(1).121. 2 adv. ἀμεθέκτως = sin admitir participacion en el mismo sent. ἀμεθέκτως μὲν γὰρ μετέχουσι τῆς ἀληθείας τὰ νοητὰ Ascl.in Metaph.115.36.
Ὁ Θεὸς εἶναι ἄγνωστος καθ’ Ἑαυτόν, κατὰ τὴν οὐσία Του, ἀλλὰ εἶναι γνωστὸς ἀπὸ τὶς ἐνέργειές Του. Εἶναι ἐπιγραμματικὴ αὐτὴ ἡ διατύπωση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ποὺ ἔκανε σὲ διάλογό του μὲ τὸν ἀντίπαλό του Νικηφόρο Γρηγορᾶ: «Τοῦ Θεοῦ τὸ μὲν ἄγνωστόν ἐστι τὸ δὲ γνωστόν, καὶ τὸ μὲν ἄρρητον τὸ δὲ ρητόν· ἄγνωστός ἐστι ὁ Θεὸς ἐκ τῶν κατ’ αὐτόν, γνωστὸς δὲ ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν φυσικῶν ἐνεργειῶν». «Ἡμεῖς ἐκ τῶν ἐνεργειῶν γνωρίζειν λέγομεν τὸν Θεόν… Αἱ γὰρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσιν». (Ἐπιστολὴ Μεγάλου Βασιλείου 234, 1. ΒΕΠ 55,283).
Ὁ Κύριος τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς Γῆς
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σύμφωνα μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως, εἶναι ὁ Κύριος τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς Γῆς καὶ ὁ Κύριος τῶν ζώντων καὶ τὸν νεκρῶν, γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἀποκαλεῖται καὶ Παντοκράτωρ. Ἐπίσης ὁ Χριστὸς παρουσιάζει στοὺς μαθητές του τὸν Προφήτη Μωυσῆ, γιὰ νὰ τοὺς δείξει ὅτι δὲν ἦλθε «γιὰ νὰ καταλύσει τὸν νόμο καὶ τοὺς προφῆτες», ὅπως τῶν κατηγοροῦσαν οἱ Αἱρετικοὶ Φαρισαῖοι, ἀλλὰ ἀντιθέτως «γιὰ νὰ πληρώσει αὐτούς», δηλαδὴ γιὰ νὰ τοὺς συμπληρώσει καὶ γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὶς προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. “Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι.” (Ματθ. Κεφ. 5ο, 17). Ἡ λέξη “πληρῶσαι”, στὸ στίχο αὐτὸ σημαίνει “νὰ συμπληρώσω” καὶ “νὰ ἐκπληρώσω” ταυτόχρονα.
Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ὑπόσχεση ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη μέσῳ τῶν προφητῶν, ὅτι θὰ στείλει τὸν Μεσσία του, γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μᾶς δώσει τὸν νόμο τῆς Χάριτος καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, συμπληρώνοντας τοὺς Προφῆτες, ἀλλὰ καὶ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη.
Ὅταν οἱ μαθητὲς συνῆλθαν κάπως ἀπὸ τὴν ἔκπληξη τοῦ Θείου Φωτός, ὁ πάντα ἐνθουσιώδης Ἀπόστολος Πέτρος, θέλοντας νὰ διατηρηθεῖ αὐτὴ ἡ ἁγία δωρεὰ ποὺ προκαλοῦσε ἡ ἀκτινοβολία τοῦ Κυρίου, ἱκετευτικὰ εἶπε νὰ στήσουν τρεῖς σκηνές. Μία γιὰ τὸν Κύριο, μία γιὰ τὸ Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία. Πρὶν προλάβει, ὅμως, νὰ τελειώσει τὴ φράση του, ἦλθε σύννεφο ποὺ τοὺς σκέπασε καὶ μέσα ἀπ’ αὐτὸ ἀκούσθηκε φωνὴ ποὺ ἔλεγε: «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε» (Λουκᾶ, θ΄ 28-36).




