Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας (1438-1445). Σὲ αὐτὴ τὴν σύνοδο ἔγινε προσπάθεια ἑνώσεως μεταξὺ Λατίνων καὶ Ἑλλήνων. Ἡ σύνοδος αὐτὴ ἐπικύρωσε διάφορα διατάγματα ἕνωσης μὲ τοὺς Ἕλληνες, τοὺς Ἀρμενίους καὶ τοῦ Ἰακωβίτες ἤ, ἀλλιῶς, τοὺς μονοφυσίτες.
Στὴ σύνοδο τῆς Φλωρεντίας τονίζεται ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀπὸ τὸν Υἱὸ ὡς ἀπὸ μία ἀρχή. «Ὅλοι πρέπει νὰ ὁμολογοῦν ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται αἰώνια ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ὅτι ἔχει τὴν οὐσία καὶ τὴν ὕπαρξή Του ταυτόχρονα ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, καὶ ὅτι ἀπὸ πάντα προέρχεται καὶ ἀπὸ τοὺς δύο ὡς ἀπὸ μία κοινὴ ἀρχὴ καὶ μία κοινὴ πνεύση. Δηλώνουμε ἐπίσης ὅτι ὅσα λένε οἱ ἅγιοι διδάσκαλοι καὶ Πατέρες — ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα διὰ τοῦ Υἱοῦ — δείχνουν ὅτι καὶ ὁ Υἱός, ὅπως ὁ Πατήρ, εἶναι αἰτία (κατὰ τοὺς Ἕλληνες) ἢ ἀρχὴ (κατὰ τοὺς Λατίνους) τῆς ὕπαρξης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἐπειδὴ ὅ,τι ἀνήκει στὸν Πατέρα, τὸ ἔδωσε καὶ στὸν Υἱὸ μὲ τὴ γέννηση, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Πατέρα, αὐτὴν τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὸν Υἱὸ τὴν ἔχει ἀπὸ πάντα καὶ ὁ Υἱὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο γεννήθηκε αἰώνια. Ὁρίζουμε τέλος ὅτι ἡ ἐξήγηση μὲ τὴ λέξη Filioque προστέθηκε νόμιμα καὶ λογικὰ στὸ Σύμβολο, γιὰ νὰ γίνει πιὸ σαφὴς ἡ ἀλήθεια καὶ λόγῳ τῶν τότε ἀναγκῶν» (Conc. Di Firenze, Bolla Laetentur coeli (6. VII. 1439), DH 1300-1303).
Μὲ λίγα λόγια, τὸ παραπάνω κείμενο ὑποστηρίζει δύο σημεῖα: πρῶτον, τὴν ταύτιση τῶν ἐκφράσεων ex Patre Filioque καὶ a Patre per Filium, καὶ δεύτερον, τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ filioque στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως λόγῳ τῶν θεολογικῶν ἀναγκῶν ποὺ ὑπῆρχαν ἐκείνη τὴν ἐποχή. Σχετικὰ μὲ τὸ πρῶτο σημεῖο, οἱ Λατῖνοι προσπαθοῦν νὰ ἑρμηνεύσουν τὸ «διὰ τοῦ Υἱοῦ» ὡς «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ». Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὴ λατινικὴ συλλογιστική, ὅταν στὰ πατερικὰ κείμενα ἀναφέρεται ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται «διὰ τοῦ Υἱοῦ», αὐτὸ ἀναφέρεται σὲ μία μορφὴ «ὀρθόδοξου filioque». Ἐν ὀλίγοις, ὁ Υἱὸς θὰ πρέπει νὰ ἔχει μία ἐνεργητικὴ σχέση μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα (Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖο, σύμφωνα μὲ ἀρκετοὺς σύγχρονους Λατίνους, ἐπάνω στὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ οἰκοδομηθεῖ ἡ ἑνότητα παπικῶν καὶ ὀρθοδόξων, ἤτοι τὸ «διὰ τοῦ Υἱοῦ» ἑρμηνευμένο ὡς προσωπικὴ καὶ αἰτιώδης σχέση τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα).
Ὅσον ἀφορᾶ στὸ δεύτερο σημεῖο, οἱ Λατῖνοι εἰσήγαγαν τὸ filioque, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν ἀρειανισμό, καθώς, ἐὰν ὁ Υἱὸς εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα σὲ ὅλα, τότε πρέπει καὶ νὰ λαμβάνει ἀπὸ τὸν Πατέρα τὴν ἐκπορευτικὴ ἰδιότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἀκόμη, ἕνα ἄλλο θέμα ποὺ ἀπασχόλησε τὴν σύνοδο τῆς Φλωρεντίας ἦταν ἡ ἔννοια τῆς ἀλληλοπεριχώρησης. Τὰ θεῖα πρόσωπα, ἂν καὶ εἶναι διακριτὰ κατὰ τὴν προέλευσή τους καὶ κατὰ τὴν ἀμοιβαία σχέση των, εἶναι τὸ ἕνα μέσα στὸ ἄλλο, ἕνεκα τῆς ἑνότητας τῆς θείας οὐσίας (Conc. Di Firenze, Bolla Cantate Domino (4.II.1442), DH 1331).
Ἂς δοῦμε τώρα ἀπὸ ὀρθόδοξης πλευρᾶς τὰ τρία αὐτὰ θέματα ποὺ μόλις θίχτηκαν. Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ 1ο, ἡ ἑλληνικὴ πατερικὴ παράδοση δὲν ὑποστηρίζει ὅτι τὸ διὰ τοῦ Υἱοῦ δεικνύει κάποια προσωπικὴ σχέση, παρὰ μόνον τὴν ἐνεργειακὴ ταυτότητα ποὺ ἔχουν οἱ ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδας. Πρόκειται γιὰ τὴ γνωστὴ πατερικὴ φράση ἐκ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἡ ὁποία ἀναφέρεται ἐπὶ τῆς θείας οἰκονομίας. Τὸ διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐκλαμβάνεται, λοιπόν, κυρίως ἐπὶ τῆς θείας οἰκονομίας καὶ πιὸ συγκεκριμένα ἐπὶ τῆς χριστολογίας (Ἐνίοτε τὸ διά, ὅταν συναντᾶται πλησίον τοῦ Υἱοῦ, δηλώνει τὴν ὁμοουσιότητα τῶν τριῶν ὑποστάσεων τῆς ἀκτίστου θεότητας καὶ ὄχι κάποια προσωπικὴ σχέση μεταξὺ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, τὸ διὰ μπορεῖ νὰ σημαίνει ὅτι ἡ γέννηση καὶ ἡ ἐκπόρευση γίνονται μαζὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς (ἅμα), δίχως νὰ τὶς διαχωρίζει κάποιο διάστημα ἢ τόπος. Βλ. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ΕΠΕ, 294-295. Αὐτὸ εἶναι πολὺ σημαντικὸ καὶ πρέπει νὰ κατανοηθεῖ, καθότι οἱ σύγχρονοι Λατῖνοι ψάχνουν κείμενα τῆς ἑλληνικῆς πατρολογίας, ἐντοπίζουν κάποιες φορὲς τὸ «διὰ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον» καὶ στὴ συνέχεια ἰσχυρίζονται ὅτι αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ὀρθότητα καὶ ἐγκυρότητα τοῦ filioque ὡς διδασκαλίας). Ὁ Χριστός, ὄντας πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, τὸ χορηγεῖ στοὺς ἀξίους, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Ὅμως, ἡ χορηγία αὐτὴ δὲν σημαίνει ὅτι εἰκονίζει κάποια συναιτιότητα ὡς πρὸς στὴν ἐκπόρευση, γιατί ἀναφέρεται στὰ ἄκτιστα θεῖα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ παρέχονται ἀπὸ τὸν Χριστὸ στὸ σῶμα του, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία, καὶ δὲν ἀναφέρεται στὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς πρόσωπο, ὅπως πρεσβεύουν ἐσφαλμένα οἱ Λατῖνοι. Οἱ Λατῖνοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν ὅτι ἡ οἰκονομία πρέπει νὰ ἀποτελεῖ ἀντίγραφο τῆς θεολογίας, καὶ ἐπειδὴ στὴν Καινὴ Διαθήκη ἀναφέρεται ὅτι ὁ Χριστὸς χορηγεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τοῦτο θὰ πρέπει νὰ σημαίνει, κατὰ τὴν λατινικὴ συλλογιστικὴ πάντοτε, ὅτι εἰκονίζει μία ἀΐδια ὑπαρκτικὴ σχέση τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, πρᾶγμα ποὺ ἀσφαλῶς δὲν εὐσταθεῖ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση.
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ 2ο σημεῖο, οἱ Λατῖνοι θέλοντας νὰ ἀποφύγουν τὸν ἀρειανισμὸ (Σκύλλα) πέφτουν στὸν πνευματομαχισμὸ (Χάρυβδη). Ὁ Ἀρειανισμὸς ἀποφεύγεται μὲ τὸ ὁμοούσιο ποὺ εἰσήγαγε ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Νικαίας καὶ ὄχι μὲ τὸ παπικὸ filioque. Ὁ Υἱὸς εἶναι φυσικὸς Υἱὸς τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι φυσικὸ πρόβλημα τοῦ Πατρός. Ἀμφότερες οἱ αἰτιατὲς ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδας προέρχονται κατὰ φύσιν ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὁ Υἱὸς γεννητῶς καὶ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ἐκπορευτῶς. Τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας εἶναι ἡ μία ἄκτιστη πραγματικότητα, καθότι ἔχουν τὴν αὐτὴ οὐσία, δόξα, βούληση καὶ ἐνέργεια, ἀρκεῖ ἀπὸ μόνο του ὡς πρὸς τὴν ὑπέρβαση τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Ἐὰν ὁ Πατὴρ χορηγοῦσε τὴν ἐκπορευτική του ἰδιότητα στὸν Υἱό, τότε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ ἦταν τὸ μόνο πρόσωπο τῆς ἀκτίστου θεότητας ποὺ δὲν θὰ εἶχε αὐτὴ τὴν ἐκπορευτικὴ ἰδιότητα. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο οἱ Ὀρθόδοξοι κατηγοροῦν τοὺς Λατίνους ὅτι ὑποτιμοῦν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὲ σχέση μὲ τὰ ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας.
Τέλος, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ τρίτο σημεῖο, ἡ πατερικὴ θεολογία δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδεχτεῖ τὴν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν ὑποστάσεων τῆς Ἁγίας Τριάδας ὡς ἀμοιβαία σχέση, καθότι κάτι τέτοιο θὰ εἰσήγαγε τὸ filioque στὴν Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα. Στὴ θωμιστικὴ παράδοση, ὁ ὅρος «ἀμοιβαῖος» ταυτίζεται μὲ τὸν ὅρο «πραγματικός», ὁ ὁποῖος σημαίνει κάποιον ποὺ ἀντιτίθεται ἀναφορικὰ σὲ κάτι ἄλλο, δηλαδὴ μία ἀναφορικὴ ἀντίθεση. Ἔτσι, ὁ Πατὴρ ἀντιτίθεται ἀναφορικὰ πρὸς τὸν Υἱὸ (ἐνεργητικὴ γέννηση), ὁ Υἱὸς πρὸς τὸν Πατέρα (παθητικὴ γέννηση), ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα (ἐνεργητικὴ ἐκπόρευση), καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πρὸς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ (παθητικὴ ἐκπόρευση). Συνεπῶς, ἡ ἀμοιβαιότητα ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τριάδας δικαιολογεῖ τὴ συνεκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, καθὼς ἀντιπαραθέτει τὸν Υἱὸ πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποτρέποντας τὴν ταύτιση μεταξύ τους (Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς πρᾶγμα ποὺ ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ ὁρισμένους σύγχρονους ὀρθόδοξους θεολόγους. Συγκεκριμένα, ἡ τέλεια ἀγάπη προϋποθέτει τὴν ἀμοιβαία ἑνότητα δύο ἀλληλοαγαπωμένων «ἐγὼ» ἢ αὐτοσυνειδήσεων, σύμφωνα μὲ τὸν π. Δ. Στανιλοάε, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕνα ἀγαπᾶ (Πατὴρ) καὶ τὸ ἄλλο ἀγαπᾶται (Υἱός). Ἡ ἀνωτέρω ἑνότητα ποὺ βασίζεται στὴν ἀμοιβαιότητα τῶν δύο «ἐγὼ» δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία ἐκχέεται τόσο ἀπὸ τὸν Πατέρα ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, τουτέστιν τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Βλ. Δ. Στανιλοάε, Ἡ περὶ Θεοῦ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ διδασκαλία, μτφρ: π. Κωνσταντῖνος Coman καὶ Γ. Παπαευθυμίου, ἐκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 2011, σελ. 269. Συνεπῶς, παρότι ὁ π. Δ. Στανιλοάε ἀρνεῖται τὸ filioque τῆς ρωμαιοκαθολικῆς παράδοσης, τουλάχιστον ρητά, σὲ τελικὴ ἀνάλυση φαίνεται ὅτι τὸ ἀποδέχεται πλήρως κατὰ τὰ πράγματα. Γιὰ τὸν τριπλὸ χαρακτήρα τῆς ἀγάπης (ἀγαπῶν – ἀγαπώμενος – ἀγάπη) βλ. Augustini, De Trinitate, liber nonus, 2, PL 42, 961. Ἀκόμη τὴν ἀμοιβαία σχέση μεταξύ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑποστηρίζει καὶ ὁ Κλεμάν. Βλ. Ol. Clement, La Chiesa ortodossa, Traduzione dal francese di Pietro Crespi, Editrice Queriniana, Brescia (Italia/UE) 20132, σελ. 60). Ὅμως, ἡ μόνη μορφὴ ἀλληλοπεριχώρησης ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση εἶναι ἡ οὐσιώδης καὶ ἐνεργειακὴ ταυτότητα τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας. Τὰ τρία θεῖα πρόσωπα εἶναι ἕνα κατὰ τὴν οὐσία, τὴν ἐνέργεια, τὴ βούληση, τὴ δύναμη, τὴν ἐλευθερία καὶ σὲ ὅλα τὰ ἄκτιστα θεῖα ἰδιώματα καὶ τρία κατὰ τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα (Ἰωάννης Δαμασκηνός, Περὶ ὀρθοδόξου φρονήματος, PG 94, 1424AB)




