Γράφει ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Ζιόμπολας
1ον
Ἡ Ἁγία Ὁσιομάρτυς Εὐδοκία, ἡ πρώην ἄσωτος, ἀφοῦ μετανόησε, ἔγινε μοναχὴ καὶ Ἡγουμένη καὶ δὲν ἔχει τὸ ὅμοιον της σὲ ὅλον τὸν Χριστιανισμό. Εἶδε ὁράματα καὶ Χριστόν, ἀνέστησε νεκροὺς καὶ ἐμαρτύρησε. Ἑορτάζεται τὴν πρώτην Μαρτίου.
Ἦταν πάγκαλος στὴν ὄψη, εἶχε τὸ ἐφήμερο προσὸν τὸ ἐξεζητημένο κάλλος, ὁπότε τὴν «φύσηξε ἀέρας» στὰ δίκτυα τῆς πορνείας.
Ζεῖ στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνος στὴν Ἡλιούπολη τῆς Συρίας πλησίον τῆς Καισάρειας. Καὶ διῆγε βίον ἄσωτον
Δέχθηκε θαυμασμοὺς καὶ ἐπαίνους διὰ τὸ κάλλος της, καὶ μὴ ἔχουσα ἠθικὰ στηρίγματα ἔπεσε στὰ δίκτυα τῆς πορνείας. Πλέον ἐδέχετο ὅσους ἐπεθύμουν νὰ συνέλθουν μαζί της μὲ ἁδρὰ ἀμοιβή. Ἄνδρες πλούσιοι καὶ διάσημοι καὶ πέραν τῆς πόλεώς της, διὰ νὰ ἀπολαύσουν τὰ κάλλη της διέθεταν κόπο καὶ χρῆμα. Ἐξασκόντας τὸ παλαιὸ ἐπάγγελμα, διέθετε δικό της ἀρχοντικὸ σπίτι καὶ ὑπηρετικὸ προσωπικό. Ἀρκετὸ διάστημα ἔζησε τὴν ρυπαρὴ ζωή. Ἔχει ἐφαρμογὴ ὅτι ὄντως «ζοφώδης καὶ ἀσέληνος ὁ ἔρως τῆς ἁμαρτίας».
Τὸ ὄργανον ὅπου ἔλαβε τέλος τὸ ἀκόρεστον τῆς ἡδονῆς
Γνωστὸν ὅτι ὁ Θεὸς χρησιμοποιεῖ ἱερὰ πρόσωπα πρὸς ἐφέλκυση ψυχῶν. Τὸ ὄργανο τῆς μεταστροφῆς τῆς ἁμαρτωλῆς Εὐδοκίας ἦταν μοναχός. Ἕνα πρωϊνὸ ποὺ εὑρέθηκε στὴν πόλη ἐδιάβασε μεγαλοφώνως ἀπὸ βιβλίο ποὺ ἀναφερόταν στὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, στὴν ἀνταπόδοση λόγῳ χριστιανικῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ στὴν αἰώνια τιμωρία.
Κατὰ ἱερὴ συγκυρία συνέπεσε νὰ ἔχει ἀνοικτὸ τὸ παράθυρό της καὶ νὰ ἀκούει αὐτὰ τὰ σωτήρια. Ἦταν ὁριακὴ στιγμὴ διὰ τὴν ἔνοχη – ἁμαρτωλή. Καὶ τότε;
Μετανοεῖ, συγκλονίζεται, κλαίει
Κάτι τὸ ἀπρόσμενο ἔγινε μέσα της, τὴν ἄγγιξαν τὰ ἀκουώμενα συθέμελα ψυχικά, καὶ αὐθόρμητα τῆς ἔφυγαν τὰ πρῶτα δάκρυα. Δὲν ἦταν κοινὰ λύπης, πόνου ἢ καὶ χαρᾶς. Ψυχικὲς δονήσεις στὸν ἔνοχο ἑαυτόν της διὰ ἀρχὴ ριζικῆς μεταβολῆς τρόπου ζωῆς καὶ βιώσεως τῆς πίστεως. Ἦταν συναίσθηση τρόπου ζωῆς καὶ βιώσεως τῆς πίστεως. Ἦταν συναίσθηση – ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Ἐδῶ ἔχουμε, «ἡ πόρνη ἐν κλαυθμῷ».
Σύντομα πλησίασε τὸ μοναχὸ καὶ ἔκανε ἐρωτήσεις γύρω ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἄκουσε. Ζήτησε νὰ μάθει τί γίνεται μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ πλουσίους, ἂν μποροῦν νὰ τύχουν τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς προσπάθησε νὰ τὴν εἰσαγάγει στὸν ὄντως ἀνηφορικὸ δρόμο.
Βαθεῖα ἡ μετάνοιά της
Τὴν ρώτησε ἂν ἔχει ἄνδρα, κάτι κατάλαβε μὲ τέτοια ἐρώτηση. Ἀπάντησε, ὄχι ἕνα νόμιμον, ἀλλὰ πολλούς, ποὺ ἔρχονται σὲ μένα καὶ ἔχω ἀποκτήσει καὶ πολὺ πλοῦτο. Τοῦ ζήτησε τὸ πῶς γίνεται νὰ βαδίσει τὸ σωτήριο δρόμο καὶ τί νὰ κάνει τὰ πλούτη. Τῆς τόνισε νὰ λάβει τὸ βάπτισμα καὶ ὁ πλοῦτος στοὺς πτωχούς, κατὰ τὰ κάτεργα νὰ εἶναι παρελθόν. Πρόσεξε, διότι ὑπάρχει καὶ ὁ ἐχθρὸς διάβολος καὶ μὴ σὲ κυριεύσει μὲ διαλογισμούς. Σύντροφος συνεχῶς ἡ προσευχὴ καὶ ὁ πόθος σου διὰ ζωὴ πίστεως μὲ στόχο πλέον τὴν αἰωνιότητα, καὶ θὰ σοῦ φανερώσει τὸ πῶς νὰ πορευθεῖς.
Δέχθηκε τὴν συμβουλή του καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ἔχει ἐπαφὴ μαζί της. Ὁ εὐλαβὴς ἄρχισε νὰ δέεται, ὥστε νὰ εὕρει πηγαία ὁδὸν σωτηρίας.
Στὸ ὑπηρετικὸ ἡ Εὐδοκία τόνισε αὐστηρὰ νὰ μὴ ἀνοίξουν πλέον σὲ κανένα νά εἰσέλθει καί αὐτοί νὰ μείνουν σὲ ἡσυχία. Αὐτὴ κλείσθηκε προσευχομένη.
Καταπληκτικὸν – ἀσύνηθες Ὅραμα
Ἀφοῦ πέρασε ἡ ἑβδομάδα τῆς περισυλλογῆς τὴν συνάντησε ὁ μοναχὸς καὶ τὴ ρώτησε πῶς πέρασε, καὶ πῆρε τὴν ἀπάντηση:
«Καθὼς προσευχόμουν, Νέος τις ἀστραπόμορφος ἐμφανισθεὶς μὲ ἅρπαξε (ψυχικὰ) καὶ μὲ ἀνέβασε ὑψηλά. Ἐκεῖ εἶδα ἄνδρας ἐξαστράπτοντας, οἱ ὁποῖοι μὲ ὑπεδέχθησαν χαίροντες. Τότε ἐφάνη μαῦρος τις καὶ δυσειδέστατος γίγας, ὅστις ἐφώναξε φιλονικώντας πὼς μετὰ τοῦ ὁδηγοῦ μου ἀγγέλου. Ἀδικεῖς με, ἐὰν σώσης αὐτὴν τὴν ἄσωτην, ἡ ὁποία ἐμίανε ἀνθρώπους μὲ τὰς ἀνομίας της. Τότε ἀκούστηκε γλυκυτάτη φωνὴ λέγουσα: Οὕτως ηὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοὺς μετανοοῦντας ὡς εὔσπλαγχνος. Λάβε αὐτὴν καὶ ὁδήγησέ την εἰς τὴν οἰκίαν της νὰ ἀγωνισθῆ, ἐγὼ θέλω ἐνδυναμώσει αὐτήν. Παρευθὺς μὲ ἔφερε ἐδῶ ὁ ἄγγελος λέγων μοι. Εἰρήνη σοι δούλη τοῦ Θεοῦ Εὐδοκία, ἀνδρίζου καὶ ἐνδυναμοῦ, ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θέλει εἶναι μαζί σου. Τότε ἠρώτησα τὸν ὁδηγόν μου. Τὶς εἶσαι Κύριε, ὁ δὲ μοῦ εἶπε. Ἐγὼ τοῦ Θεοῦ ὁ πρωτάγγελος Μιχαὴλ μὲ ἐσφράγισε καὶ ἀπῆλθε».
Ἀκούσας αὐτὰ ὁ μοναχὸς εἶπεν: «Ἐπίστευσας ὅτι ὑπάρχει Θεός, ποὺ δέχεται τῶν ἁμαρτωλῶν τὴν μετάνοιαν»; Ἀπήντησε: «Ἐγὼ ἐπίστευσα ὅτι ὑπάρχει, ποὺ σῴζει τοὺς ἐνόχους, καὶ τοῦ ὁποίου μέρος τοῦ φωτὸς ἠξιώθην νὰ ἀπολαύσω. Ἕτοιμη δὲ εἶμαι νὰ κάνω ὅ,τι μὲ προστάξεις, τίμιε πάτερ», τῆς ἀπάντησε ὅτι πηγαίνει στὸ Μοναστήρι καὶ θὰ ἐπανέλθει. Τῆς τόνισε καὶ πάλι νὰ λάβει τὸ βάπτισμα ποὺ εἶναι εἴσοδος στὴν πίστη καὶ ἐνίσχυση ψυχική.
Τὰ πλούτη της
Τοῦ ζήτησε ὅτι ποθεῖ νὰ εὑρεθεῖ σὲ μοναστήρι. Τῆς ἀπάντησε ὅτι ἀφοῦ ἔχει τέτοιο πόθο, θὰ τὴν ὁδηγήσει σὲ μοναστήρι. Τὸ ὅτι ἡ προσέλευση στὸ σπίτι της εἶχε πάρει τέλος, καὶ γενικὰ ἡ εἴδηση στὸ κοινὸ ἔτρεχε ὡς ἱερὰ φήμη, ὅτι πλέον ἔχει σχέση μὲ Ἐκκλησία Χριστοῦ. Ὁ μοναχὸς πῆγε στὸν ἐπίσκοπο καὶ τοῦ μίλησε διὰ τὴν πρώην ἔνοχη. Σύντομα τὴν βάπτισε καὶ σὲ ἐνάρετο κληρικὸ ἀνάθεσε νὰ ἀρχίσει νὰ διανέμει τὸν ποικίλο πλοῦτο της σὲ ἔχοντας ἀνάγκη.
Τὰ πλούτη τῆς Εὐδοκίας ἦταν χρυσίον λίτρα μύρια, μαργαριτάρια βασιλικά, λίθοι πολύτιμοι ἀναρίθμητοι, σκεύη ἀργυρᾶ, ἀσημικά. Ὀκτὼ χιλ. λίτρα. Στολίδια διάφορα χρυσᾶ, βαρέα μεταξωτὰ ἱμάτια 275. Δοχεῖα πολύτιμα ἀπὸ τὶς Ἰνδίες. Στολὲς χρυσοΰφαντες ἀναρίθμητες μὲ λίθους πολυτίμους καὶ μαργαριτάρια. Ἀκόμη ἕνα εὐρὺ ἀμπελῶνα καὶ κάποια ἄλλα ἀκίνητα, τὰ ὁποῖα τῆς ἔδιδαν ἄγνωστα ποσὰ τὸν χρόνο.
Αὐτὰ παρέδωσε μὲ ἄνεση στὸν Ἱερέα. Στὸ ὑπηρετικὸ προσωπικό, τὸ ὁποῖο ἀπέλυσε, ἔδωσε ἀνάλογα χρήματα καὶ ἐκεῖ ποὺ ἔκρινε ἔδωσε τὸ πλουσιόσπιτο ἀρχοντικό της. Τοὺς προέτρεψε νὰ πιστεύσουν στὴν θρησκεία τῆς ἀγάπης καὶ σωτηρίας δηλ. στὴ μετάνοια, καὶ νὰ ζήσουν θεάρεστα – χριστιανικά.
Ὁδηγεῖται εἰς Μοναστήριον
Χάρηκε ὁ μοναχὸς διὰ ὅ,τι εἶχε κάνει ἡ Εὐδοκία καὶ πάραυτα τὴν ὁδήγησε σὲ γνωστό του Μοναστήρι, ποὺ εἶχε περὶ τὶς τριάντα μοναχές.
Εὔκολα προσαρμόστηκε στὴν νέα αὐτὴ δύσκολη ζωή, ὡσὰν νὰ ἦταν δι’ αὐτὴν προορισμένη. Ἐκεῖ πλέον ἀγωνιζόταν μὲ ὅλη τὴν θέλησή της τὰ μοναχικὰ καθήκοντα. Τίποτε δὲν θύμιζε ὅτι εἶχε ἕνα βέβηλο παρελθόν. Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ στὴν πράξη ἀλλάζει τρόπο ζωῆς. Εἶχε ἐπέλθει ἡ θαυμαστὴ ἀλλοίωση διὰ τῆς συντριβῆς καὶ τῶν δακρύων. «Τὸ δάκρυον τῆς μετανοίας προσάγεται τῷ Θεῷ καθάπερ τὸ τῶν μαρτύρων αἷμα» (Ἰωσὴφ Βρυέννιος). Ἐξοικειώθηκε καὶ στὶς ἱερὲς Γραφές.
Ἀξιώνεται καὶ γίνεται Ἡγουμένη
Πέρασαν μερικὰ χρόνια ζώντας τὴν μοναχικὴ αὐστηρὴ ζωὴ καὶ ποικίλη ἀρετή. Συνέβη δὲ νὰ κοιμηθεῖ ἡ προεστῶσα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Τότε μὲ θεία νεύση, ἀφοῦ ἦταν καταξιωμένη τὴν προήγαγαν ἡγουμένη. Ἔδειξε καὶ ἱκανότητες διὰ τὴν προαγωγὴ τῆς Ἱ. Μονῆς καὶ ἔτι ἀγαπήθηκε ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα. Προεῖχε δι’ αὐτὴν ἡ εὐγνωμοσύνη στὸ Θεὸ ποὺ δὲν ἔχει τέλος.
Ἕνας μεγάλος πειρασμὸς
Κάποιος πρώην ἐραστής, ὅταν ἄκουσε διὰ τὴν τόση μεταστροφή της λυπήθηκε καὶ ἀγρίεψε ἐναντίον της καὶ θέλησε πάσῃ θυσίᾳ νὰ τὴν δεῖ καὶ νὰ μιλήσει μαζί της. Προκειμένου νὰ τὸ πετύχει φόρεσε ράσα ὡς δῆθεν ἱερωμένος, ὥστε νὰ μὴ ἐμποδισθῆ στὴν Ἱ. Μονή.
Ἀφοῦ ἔφθασε ὁ Φιλόστρατος (τὸ ὄνομά του) ἔγινε πιστευτὸς στὴν ὑπεύθυνο καὶ εὑρέθηκε μπροστὰ στὴν Ἡγουμένη Εὐδοκία. Βλέποντάς την στὴν ἐμφάνιση ἀσκήσεως μὲ ἄγριο ὕφος τῆς εἶπε: «Τίς σε μετέπεισε Εὐδοκία νὰ ἔλθης εἰς τόσην ἀγνωσίαν; Νὰ ἀφήσης πᾶσαν ἀπόλαυσιν καὶ νὰ εἶσαι πλέον ὡς νεκρὰ διὰ τὸν κόσμον καὶ κλαίει ἡ πόλις; Ἀλλ’ ἄκουσόν μου. Ἐλθὲ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν προτέραν ζωὴν καὶ μὴ μαραίνης ἄλλο τὸ κάλλος σου μὲ τὴν νηστείαν. Ὡς ὡραία πάγκαλος ἰδοὺ πῶς κατήντησες…».
Ὄντως μεγάλος πειρασμὸς ἐμπρός της. Ἀπορία τὸ πῶς τὸν ἄφησε νὰ τῆς πεῖ τόσα. Ὅμως μὲ ἕνα αὐστηρὸ ὕφος τὸν ἐφύσηξε κατὰ πρόσωπον καὶ τοῦ εἶπε: «Ὁ Κύριος Ἰ. Χριστὸς ὁ δίκαιος Κριτὴς νὰ σὲ ἐπιτιμήση διὰ ὅ,τι τόλμησες καὶ νὰ μὴ ἐξέλθης καλῶς, ἐπειδὴ εἶσαι τέκνον τοῦ διαβόλου». Ταῦτα εἰπούσης τῆς Ὁσίας ἔπεσε εὐθὺς καὶ ἐξεψύχησε.
Ἐμφάνισις Χριστοῦ, ἀνασταίνει τὸν νεκρὸν
Βλέπουσα ἡ ἀδελφότητα τὸ τοιοῦτο γεγονὸς ἐθαύμασε καὶ ἐδόξασε τὸν Θεόν. Τὴν νύκτα ἄκουσε τὸν Κύριο καὶ τῆς εἶπε: «Εὐδοκία, ἔγειρε καὶ κάμε προσευχὴ νὰ ἀναστηθεῖ ὁ νεκρὸς καὶ νὰ σὲ ἀξιώσω μεγαλυτέρου χαρίσματος, ἐπειδὴ ἐπίστευσες εἰς ἐμὲ καὶ ἀρνήθηκες τὴν ματαιότητα».
Πάραυτα ἐγέρθηκε καὶ ἔπεσε στὰ γόνατα τῆς προσευχῆς, ὥστε ἐντὸς ὀλίγου ἀναστήθηκε ὁ Φιλόστρατος, ὁ ὁποῖος ξεφώνησε: «Παρακαλοῦσα, Εὐδοκία νὰ μὲ συγχωρήσεις διὰ τοὺς λόγους μου, διότι τώρα ἐγνώρισα τοῦ Θεοῦ τὴν δύναμιν». Αὐτὴ εἶπε ὅτι τὸν συγχώρησε καὶ πρόσθεσε: «Πορεύου εἰς εἰρήνη καὶ πίστευε εἰς τὸν Παντοδύναμον Θεόν, ὅστις σὲ ἐπεσκέφθη διὰ τῆς εὐσπλαγχνίας Του». Ὄντως, «Τὶς Θεὸς Μέγας».
Χαρισματοῦχος ἡ Εὐδοκία
Μὲ τὴν ἄσκηση, προσευχὴ καὶ νηστεία εἶχε φθάσει σὲ ὕψη πίστεως καὶ ἀρετῆς. Ἀλλὰ νὰ ἀξιωθεῖ καὶ θαυμάτων, ποὺ ἔκαναν οἱ Ἀπόστολοι καὶ πολὺ – πολὺ λίγοι Ἅγιοι, αὐτὸ ὑπερβαίνει τὴν κατανόησή μας. Καὶ ὅμως «ἡ πρώην ἄσωτος γυνὴ» ἔφθασε σὺν Θεῷ σὲ βαθμὸ ἁγιότητος.
Πέρασαν κάποια χρόνια καὶ ἡ Ὁσία στὴν Ἱ. Μονὴ Ἡγουμένη συνέχιζε τὴν ὁσιακή της ζωὴ προσγειωμένη στὴν ἀποστολή της.




