Ἡ Ἐκκλησία δὲν συνηγορεῖ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ δικαιώματος ζωῆς ἑνὸς ἐμβρύου

Share:

Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε θὰ συνηγορήσει σὲ νόμους ποὺ ἀντίκεινται στὴν Ἁγιογραφικὴ καὶ Ἁγιοπατερικὴ Παράδοσή της. Στὸ θέμα τῶν ἀμβλώσεων ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ξεκάθαρη. Αὐτὸ ἐξέφραζε καὶ ἡ ἀνακοίνωση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στίς 7/6/2001, ἡ ὁποία ἀνέφερε μεταξὺ ἄλλων τὸ ἑξῆς : «Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει ὅτι τὸ ἔμβρυο ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς συλλήψεως εἶναι πρόσωπο καὶ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ ἔχει δικαίωμα στὴ ζωή, τὸ ὁποῖο κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ τὸ ἀφαιρέσει».
Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἀνθρώπινο ἵδρυμα, γιὰ νὰ ὑπακούει σὲ κελεύσματα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης ποὺ ἀντίκεινται στὴν Ἁγιογραφικὴ καὶ Ἁγιοπατερικὴ Παράδοσή της. Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστὸς “καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς’’ (Ματθ. 16,18). Δὲν μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ συνηγορεῖ σὲ νόμους ποὺ ἀντίκεινται στὴν Ἁγιογραφικὴ καὶ Ἁγιοπατερικὴ Παράδοσή της.
Γιὰ τὸ θέμα τῶν ἀμβλώσεων ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μὲ τὸν Β΄ Κανόνα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου (Περὶ τῆς φθειράσης κατ’ ἐπιτήδευσιν τὸ ἔμβρυον), εἰς τὴν πρὸς Ἀμφιλόχιον Ἰκονίου Ἐπιστολὴ Κανονικὴ Α΄, ὁ ὁποῖος ρητὰ ἀναφέρει τὸ ἑξῆς : «Ἡ φθείρασα κατ’ἐπιτήδευσιν, φόνου δίκην ἐπέχει. Ἀκριβολογία δὲ ἐκμεμορφωμένου καὶ ἀνεξεικονίστου παρ’ ἡμῖν οὐκ ἔστιν». Ἡ ἀπόφαση τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὸ θέμα τῶν ἀμβλώσεων, ἐπικύρωσε τὸν Β΄ Κανόνα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας μας.
«Ἅμα δὲ τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ πέπλασται, οὐ τὸ μὲν πρῶτον, τὸ δὲ ὕστερον» ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στὸ σύγγραμμά του «Ἔκδοσις ἀκριβὴς Ὀρθοδόξου Πίστεως», μὲ τὸ «ἅμα» νὰ δηλώνει ἐπακριβῶς τὸ ταυτόχρονο. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στὰ «Κεφάλαια φιλοσοφικὰ» ἀναφέρει, ὅτι «ὁμοϋπόστατά εἰσιν, ὅτε δύο φύσεις ἐν μιᾷ ὑποστάσει ἑνωθῶσι καὶ μίαν σχῶσιν ὑπόστασιν σύνθετον καὶ ἕν πρόσωπον, ὡς ψυχὴ καὶ σῶμα».
Ἡ Ἐκκλησία ἐθέσπισεν τὴν Ἑορτὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τὴν Ἑορτὴν τῆς Συλλήψεως τῆς Ἁγίας Ἄννης, τῆς μητρὸς τῆς Θεοτόκου καὶ τὴν Ἑορτὴν τῆς Συλλήψεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Στὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, στὰ χωρία ὅπου περιγράφεται ἡ συνάντηση τῆς Παν­αγίας μὲ τὴν Ἐλισάβετ ἀναφέρει, «Ἀναστᾶσα δὲ Μαριὰμ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐπορεύθη…» Λουκ. 1,39. Μὲ τὸ «ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις» ἐξυπακούεται ὅτι ἡ Παναγία εὑρίσκετο στὶς πρῶτες μέρες τῆς κυήσεως καὶ ὅταν συναντήθηκαν ἡ Ἁγία Ἐλισάβετ, πλησθεῖσα Πνεύματος Ἁγίου, εἶπε μεταξὺ ἄλλων τὸ «πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθη ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς με;» Λουκ. 1,43, ἀναγνωρίζοντας τὸν κυοφορούμενον Ἰησοῦν, τὶς πρῶτες μέρες τῆς κυήσεως «ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς».
Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἐπίσης καὶ ἡ Βυζαντινὴ Ἁγιογραφία, ἡ ὁποία σὲ κάποιες τοιχογραφίες καὶ εἰκόνες παριστᾶ τὴ συνάντηση τῆς Παναγίας μὲ τὴν Ἁγία Ἐλισάβετ, νὰ ἔχει ἡ Παναγία ἐντός τῆς κοιλίας της τὸ ἔμβρυο Χριστὸς καὶ ἡ Ἁγία Ἐλισάβετ τὸ ἔμβρυο Ἅγιος Ἰωάννης Πρόδρομος. Ἡ Βυζαντινὴ Ἁγιογραφία συνηγορεῖ εἰκονογραφικῶς στὸ «ἐξ ἄκρας συλλήψεως».
Εἶναι ἄξιο ἀναφορᾶς, τὸ ψαλλόμενο στὸ Κάθισμα τοῦ πλ.α΄ μετὰ τὴν πρώτη στιχολογία, κατὰ τὴν Ὀρθρινὴ Ἀκολουθία, στὶς 23 Σεπτεμβρίου, στὴν Ἑορτὴν τῆς Συλλήψεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου «…ἀλλ’ ἐν νηδύϊ προσκιρτᾶ τὸν ἐν γαστρί παρθενικῇ, Θεὸν ἐπιγνοὺς καὶ Δεσπότην, ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν σαρκούμενον». «Θεὸν ἐπιγνοὺς» ψάλλομεν καὶ τοῦτο γιατί ὀρθοδόξως φρονοῦμεν τὸ «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» καθὼς ἐπίσης «τοῖς σκιρτήμασιν ὡς ρήμασι χρησάμενος» καὶ στὸ Θεοτοκίον τὸ «…τοῦ ἐμβρύου σκιρτήσαντος, ὡς ἐπιγνωκότος, τὸν ἑαυτοῦ Δεσπότην».
Ὅσοι θεωροῦν ὅτι τὸ ἔμβρυο ἀποκτᾶ ψυχὴ μετὰ τὸν τρίτο μήνα, διδάσκουν διδασκαλίες ξένες πρὸς τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτὴ τὴν πλάνη εἶχε καὶ ὁ παπικός Θωμᾶς Ἀκινάτης, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστὸ εἶχε ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη καὶ δὲν ἐδέχετο ὅτι εἶναι φόνος ἡ πρώιμη ἄμβλωση, ὅπως ἡ Ἐκκλησία διδάσκει. Αὐτὴ τὴν πλάνη εἶχε καὶ ὁ π. Ἰωσὴφ Βατοπαιδινός, μὲ τὸ γνωστὸ καὶ ἀδιαμφισβήτητο ἠχητικὸ ντοκουμέντο, ὅπου διέκρινε τὸ ἔμβρυο σὲ «ἐξεικονισμένον καὶ μή», μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ θεωρεῖ φόνο τὴν ἔκτρωση ἐμβρύου «μὴ ἐξεικονισμένου». Διέκρινε τὸ ἔμβρυο σὲ “ζῶν’’ καὶ “ἔμψυχον’’. Θεωροῦσε ὅτι τὸ ἔμβρυο ἀποκτᾶ ψυχὴ μετὰ τὸν τρίτο μήνα, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ ὅτι δὲν εἶναι φόνος ἡ ἔκτρωση ποὺ γίνεται πρὶν τὸν τρίτο μήνα, εἰρωνευόμενος τὴν Ὀρθόδοξη στάση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου στὸ θέμα τοῦτο καὶ ἐκφράζοντας ἀντίθετη θέση ἀπὸ τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας μας, προφασιζόμενος ὅτι δῆθεν δὲν ἔχει θέση ἡ Ἐκκλησία μας γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ρητὰ ἀναφέρει ὅτι, «ἐκμεμορφωμένου καὶ ἀνεξεικονίστου παρ’ ἡμῖν οὐκ ἔστιν».
«Ἡ ψυχὴ ὅλη δι’ ὅλου τοῦ σώματος χωρεῖ καὶ ὁμοχρόνως ἐν τῇ ζωῇ γίνεται», λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης στὸ σύγγραμμά του «Ἐξήγησις τοῦ Ἄσματος τῶν Ἀσμάτων», Λόγος Ζ΄. Σαφῶς δὲν προηγεῖται τὸ σῶμα τῆς ψυχῆς, ἀλλ’ ἡ ψυχὴ γίνεται «ὁμοχρόνως» μὲ τὸ σῶμα. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ρήση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, μὲ τὸ “ὁμοχρόνως’’ νὰ ἐπεξηγεῖ πλήρως ὅτι «ἅμα τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχή».
«Οὔτε γὰρ σῶμα πρὸ τῆς ψυχῆς ἀφίστατο, οὔτε ψυχὴ πρὸ τοῦ σώματος» ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, P.G. 89,724. Πῶς δύναται νὰ ἰσχυριστεῖ κανένας, ὅτι «τὸ σῶμα πρῶτον γέγονεν καὶ ἡ ψυχὴ ὕστερον», ἐὰν θέλει ὀρθοδόξως νὰ φρονεῖ; «Τὴν ψυχὴν οὔτε γὰρ προϋφίσταται τοῦ σώματος, οὔτε μεθυφίσταται. Ἀλλ’ ἅμα τῇ τούτου γενέσει κτίζεται καὶ αὐτὴ» ὁμιλεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης (Κλῖμαξ, Λόγος Κστ΄). Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὰ Ἑκατὸν Πεντήκοντα Κεφάλαια (Συγγράμματα Τόμος Ε΄) ἀναφέρει «Ἡ μέντοι ψυχὴ συνέχουσα τὸ σῶμα, ᾧ καὶ συνεκτίσθη, πανταχοῦ τοῦ σώματός ἐστιν…».
Ἡ ἐκκοσμίκευση ποὺ μᾶς ἦλθε ἀπὸ τὴ Δύση, δυστυχῶς κάνει εὐρύτερη τὴν ἀποδοχὴ πολλῶν εὐρωπαϊκῶν θεσμικῶν πλαισίων, ποὺ κατ’ οὐσία ἀντίκεινται στὴν Ἁγιογραφικὴ καὶ Ἁγιοπατερικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι συχνὴ ἡ “ἐπιβεβαιωτικὴ’’ ἀπάντηση πολλῶν, “ὅτι αὐτὸ ἐφαρμόζεται στὴν Εὐρώπη’’. Ἡ Ἐκκλησία μας ὅμως, οὐδέποτε θὰ συνηγορήσει σὲ νόμους ποὺ ἀντίκεινται στὴν Ἁγιογραφικὴ καὶ Ἁγιοπατερικὴ Παράδοσή της.

Previous Article

ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΜΑΣ ΚΥΡΙΕ (Για 10 τουλάχιστον λόγους)

Next Article

Καλή, ευλογημένη, αγιασμένη Θεία Κοινωνία…, σεβαστέ γέροντα