Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ἄγκυρα ἐλπίδος» εἰς τήν σημερινήν ἀπελπισμένην κοινωνίαν – 4ον

Share:

Τοῦ κ. Παύλου Ἀθ. Παλούκα, Ἐπιτ. Σχολικοῦ Συμβούλου Δ.Ε.

4ον

  Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τῆς Βύριτσα Ρωσίας, ἕνας ἀπό τούς πιό ἀγαπημένους Στάρετς (ἁγίους γέροντες) τῆς Ρωσίας, πού γεννήθηκε τό 1866 στό Γιοροσλάβλ τῆς Ρωσίας, ἀντιμετώπισε κατά παράδοξο χριστιανικό τρόπο, ξεπερνώντας τόν ἑαυτό του καί τό κόστος τῆς ζημίας του, ἕνα ληστή πού τόν λήστεψε καί τοῦ ἔκλεψε ὑπάρχοντα τοῦ σπιτιοῦ: «Βγαίνοντας, ὁ σάκος μέ τά πολύτιμα κλοπιμαῖα σχίστηκε ἀπό τό βάρος καί αὐτά ξεχύθηκαν στόν δρόμο. Ἐκείνη τή στιγμή ἔτυχε νά ἐπιστρέφει ὁ Βασίλειος (ὅπως ἔλεγαν τότε ἀκόμη τόν Ἅγιο). Ἀτάραχος βοήθησε τόν κλέφτη νά τά μαζέψει, τοῦ τά ἔβαλε πάλι στόν σάκο καί τόν ἄφησε νά φύγει. Ἔτσι, ἔλεγε γι’ αὐτόν ἀργότερα: “Δέν ἔχει ἁμαρτία, γιατί δέν τά ἔκλεψε, ἀλλά τοῦ τά δώρισα ἐγώ!”» (Ἐπιμέλεια: Σουζάνα Λουκᾶ, «Ἅγιος Σεραφείμ τῆς Βύριτσα», περιοδικό «Ἡ Ζωή τοῦ Παιδιοῦ», τ. 1428, Μάρτιος 2022, σελ. 34).

Κι ἀκόμη ἕνα παράδειγμα, μέ θέμα κάποια ληστεία, πού μᾶς δίνει ἕνα ἐνισχυτικό καί διδακτικό μήνυμα, στό πῶς νά ἀντιμετωπίζουμε μέ αἰσιόδοξο πνεῦμα, ἔστω κι ἄν ζημιωνόμαστε, μιά τέτοια ἐπιζήμια, ἀντικοινωνική καί ἀνήθικη πράξη.

Τό καταχωροῦμε αὐτούσιο παίρνοντάς το ἀπό τό περιοδικό «Πρόσβαση» (Ἀπρίλιος 2002), μέ τίτλο «Θέλω νά εὐχαριστήσω γιά τή ληστεία»: «Ὁ Μάτθιου Χένρι εἶναι γνωστός εἰδικός μελετητής τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μία μέρα, γυρίζοντας ἀπό τό παν­επιστήμιο, ὅπου δίδασκε, τόν λήστεψαν. Ἐκεῖνο τό βράδυ ἔγραψε τήν ἑξῆς προσευχή:

– Εὐχαριστῶ πρῶτα γιατί δέν μέ εἶχαν ξαναληστέψει.

Δεύτερον, γιατί μοῦ πῆραν τό ποροτοφόλι καί μοῦ ἄφησαν τή ζωή μου.

Τρίτον, γιατί, ἄν καί μοῦ τά πῆραν ὅλα, δέν ἦταν καί πολλά.

Τέλος, εὐχαριστῶ γιατί ἤμουν τό θῦμα καί ὄχι ὁ δράστης».

Καταλαβαίνω τόν ἀντίλογο κάποιων πάνω σ’ αὐτά τά παραδείγματα, ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Οἱ ἅγιοι, πού εἶναι «οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ», εἶναι παραδείγματα τῆς πραγματικῆς καί ἀληθινῆς μας ὑπέρλογης καί μυστηριώδους πίστης, εἶναι οἱ ὁδοδεῖκτες καί ὁδίτες, πού μᾶς ὁδηγοῦν στό δρόμο τῆς σωτηρίας μας, πού εἶναι καί ὁ τελικός σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἤ πιστεύουμε ἤ δέν πιστεύουμε, ὅπως τόνιζε καί ὁ μακαριστός ἁγιογράφος καί λογοτέχνης, Φώτης Κόντογλου.

  8. Ἐλπίζει ὁ ἄνθρωπος στήν Ἐκκλησία, καί μάλιστα ὁ ἀναγκεμένος, καί τήν ἔχει «ἀποκούμπι», ἀφοῦ ξέρει ὅτι ἐπιτελεῖ ἀξιόλογο, ἀνθρωπιστικό, ἀνεκτίμητο καί σωτήριο φιλανθρωπικό καί ἠθικοκοινωνικό ἔργο, προσφέροντας, μαζί μέ τά πνευματικά, καί ὑλικά ἀγαθά (φαγητό, φάρμακα, χρήματα, κ.ἄ.) στούς πάσχοντες καί πτωχούς συνανθρώπους μας. Καί, ὄχι μόνο, γιατί κάνει καί κάτι ἀνώτερο καί καλύτερο: «Χαίρει(ν) μετά χαιρόντων καί κλαίει(ν) μετά κλαιόντων» (Ρωμ. 12, 15), τουτέστι συμπαραστέκεται καί συμπάσχει ἠθικά καί πνευματικά, παρέχοντας ἠθική καί πνευματική βοήθεια στούς ἔχοντες ἠθικοπνευματικά προβλήματα (π.χ. ποιμαντική ὁδηγία γιά ἕνα ἐπιτυχημένο γάμο ἤ διέξοδο ἀπό τήν κρίση του, παιδαγωγία τέκνων, ἠθική ἐνίσχυση καί παρηγορία σέ περιπτώσεις θανάτου, ἀρρώστιας, παροχή ὑποτροφιῶν σέ ἀδύναμους οἰκονομικά σπουδαστές καί ἄλλα πολλά).

Καί τή λύση, λοιπόν, τέτοιων ἠθικοκοινωνικῶν προβλημάτων, οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας ἐλπίζουν ὅτι θά εὕρουν στή μάνα Ἐκκλησία, ὅπως καί τή βρίσκουν.

Εἶναι διαπιστωμένο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία καθημερινά δίνει ἀγώνα νά κρατήσει ὄρθια τήν πατρίδα μας, καί ἄν δέν ὑπῆρχε ἡ βοήθειά της, ἡ κοινωνία μας (ἰδιαίτερα τά τελευταῖα χρόνια τῆς οἰκονομικῆς δυσ­πραγίας) θά εἶχε καταρρεύσει!

Δ΄ Ἡ ἰδική μας στάσις

Ἡ ἐλπίδα μας στηρίζεται σέ ἀδιάψευστα καί σταθερά θεμέλια, πού εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός: «Ἠλπίκαμεν ἐπί Θεῷ ζῶντι» (Α΄ Τιμ. 4, 10).

Ἡ ἄρνηση τῆς ἐλπίδας ἔχει ὡς ἐπακόλουθο ἀποτέλεσμα, νά χάνει ὁ ἄνθρωπος τό μεταφυσικό βάθος του, τή δικαιολόγηση καί τό νόημα τῆς ὕπαρξής του καί νά καταλήγει στόν pessimismus, δηλαδή στήν ἀπαισιοδοξία. Ἔτσι, «ἡ ζωή ταυτίζεται οὐσιαστικά μέ τόν πόνο» (βλ. Δημ. Λ. Δρίτσα, «Τί προσφέρει ὁ Χριστιανισμός στόν ἄνθρωπο καί στήν κοινωνία», περιοδικό «Ὀρθοδοξία καί Παιδεία», τ. 5ον, 2006, σελ. 139), ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ δάσκαλος τοῦ πεσσιμισμοῦ, ὁ Γερμανός φιλόσοφος Ἄρτουρ Σοπενχάουερ (1788-1860).

Στόν ἀντίποδα, ὅμως, βρίσκεται ἡ ἄποψη τοῦ Γάλλου φιλοσόφου καί λογοτέχνη, Ἀλμπέρ Καμύ (1913-1960), πού ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ὁ ἄνθρωπος πού δέν ἐλπίζει καί ἔχει συνείδηση τοῦ ὅτι δέν ὑπάρχει ἐλπίδα, δέν ἀνήκει πιά στό μέλλον» (Δημ. Δρίτσα, ὅ.π., σελ. 139).

Χωρίς ἀμφιβολία, ἀποτελεσματική ἐλπίδα εἶναι αὐτή πού προέρχεται ἀπό τήν πίστη στόν ἀληθινό καί ἀψευδῆ Θεό τῆς ἀγάπης. Ὁ κορυφαῖος Βραζιλιάνος παιδαγωγός καί φιλόσοφος, Πάουλο Φρέιρε (1921-1997) γιά τήν ἐλπίδα ἔλεγε: «Ἕνας ἀπό τούς λόγους πού ἔχω ἐλπίδα, εἶναι ἐπειδή πιστεύω στό Θεό» καί «ὁ Θεός δέν ψεύδεται» [Ἡρακλῆ Κανακάκη (βιβλιοπαρουσίαση), « Παιδαγωγική τῆς Ἀλληλεγγύης» τοῦ Paulo Freire, ἐφημερ. «Χριστιανική», 20-1-2022, σελ. 11).

Ἡ χριστιανική ἐλπίδα, πού βασίζεται στή ζωντανή χριστιανική πίστη, εἶναι τό πιό σταθερό θεμέλιο τῆς ζωῆς.

Ἄνθρωποι, μέ πολλά βάσανα στή ζωή, μέ ἀνίατες ἀσθένειες, μέ ἀλλεπάλληλους θανάτους, μέ ἀτυχήματα καί πτώχεια, κ.λπ., κ.λπ., ἀντιμετωπίζουν μέ δύναμη καί ἀφάνταστη καρτερία τίς ἀναποδιές αὐτές τῆς ζωῆς (ἀνθρώπινα τίς χαρακτηρίζουμε, ἔτσι, ἐνῶ οἱ βουλές τοῦ Θεοῦ ἄλλως ὁρίζουν). Καί τοῦτο, διότι πιστεύουν καί ἐλπίζουν στή Θεία Πρόνοια, ὅπως τονίζει σχετική εὐαγγελική περικοπή (Ματθ. 6, 25-34), καί διδάσκει καί ὁ ἀπ. Παῦλος, ὅτι: «ἡ θλῖψις ὑπομονήν κατεργάζεται, ἡ δέ ὑπομονή δοκιμήν, ἡ δέ δοκιμή ἐλπίδα…» (Ρωμ. ε΄, 3-4). Ἀντίθετα, ἄνθρωποι χωρίς πίστη καί ἐλπίδα στόν ζωοδότη Κύριο, μπροστά στήν πιό μικρή κακοτυχία τῆς ζωῆς, κάμπτονται καί συνθλίβονται. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀπ. Παῦλος, τήν ἐλπίδα, τήν χαρακτηρίζει σάν «ἄγκυρα» τῆς ζωῆς «ἀσφαλῆ τε καί βεβαίαν» (Ἑβρ. 6, 19).

Ὅλοι μας, σάν ταξιδιῶτες τῆς ζωῆς, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τήν ἄγκυρα τῆς ἐλπίδας. Εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος νά διαπλεύσουμε μέ ἀσφάλεια τόν ὠκεανό τῆς σύγχρονης τρικυμιώδους ζωῆς.

Καί ἄς μή ξεχνᾶμε ποτέ, ὅτι:

Ἡ Ἐκκλησία, μέ τήν πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί τήν προοπτική τῆς αἰωνιότητας, ἀποτελεῖ τόν μοναδικό φορέα ἐλπίδας γιά τόν σύγχρονο ταραγμένο, ἀπαισιόδοξο, ἀπελπισμένο, ἀγωνιώδη καί ταλαίπωρο ἄνθρωπο. Πρίν ἀπό λίγες χριστουγεννιάτικες μέρες πάλι ὁ οὐρανός ἔστειλε τό ἐλπιδοφόρο, ἀπό δισχιλιετίας, μήνυμά του: «Ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον ΣΩΤΗΡ» (Λουκ. 2, 11).

Ἡ ἐνσάρκωση «τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ» εἶναι πέρασμα ἀγάπης καί ἐλπίδας, δίχως ὅρια. Οἱ ἅγιες χριστουγεννιάτικες μέρες, πού γιορτάζουμε κάθε χρόνο, συμβολίζουν τό πνεῦμα τῆς ἀγάπης, τῆς χαρᾶς καί τῆς ψυχικῆς ἀνάτασης, τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης, αἰσιοδοξίας καί τῆς σωτήριας ἐλπίδας. Ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ ἔδωσε νόημα στό παρελθόν καί ἐλπίδα στό μέλλον.

Previous Article

Ἑορτή τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου

Next Article

Χριστός Ανέστη! Όντως Ανέστη!