Παρατηρήσετε ὅτι τὸ Ἄρθρο 31 τοῦ Ν. 5224/2025 (ΦΕΚ 142/τ.Α/5-8-2025) -ἐκτὸς τῆς παραγράφου 6- ἀναφέρεται στοὺς ἰδιωτικοὺς χώρους λατρείας τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ποὺ περιγράφεται στὸ Ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος [1]. Τὸ Ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος ποὺ ἀναφέρεται στὸ «προοίμιο» τοῦ Ἄρθρου 31 τοῦ Νόμου 5224/2025, ἑρμηνεύεται ἐλλιπῶς καὶ μονομερῶς γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι μαζὶ μὲ τὶς ἑκάστοτε κυβερνήσεις νοθεύουν συστηματικὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Πῶς; Στὸ ἄρθρο 31 γίνεται σαφὲς παντοῦ καὶ πάντα ὅτι χρειάζεται ἡ ἄδεια τῆς ἐκκλησιαστιικῆς ἀρχῆς γιὰ τὴν λειτουργία τῶν χώρων λατρείας, πρᾶγμα βεβαίως κατανοητὸ καὶ ἀπολύτως σεβαστό, ὅταν ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ τηρεῖ ἀπαρασάλευτα τοὺς Ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Κανόνες, καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν γίνεται ὅμως καμμία ἐξαίρεση στὸ Ἄρθρο 31 τοῦ Νόμου 5224/2025 γιὰ τὶς περιπτώσεις ἐκεῖνες, ὅπου οἱ ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς κηρύττουν αἱρέσεις. Οἱ ἴδιοι οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ἀκροθιγῶς τὸ Ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος, προβλέπουν τί γίνεται σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις. Ὄχι ὅμως ἡ κυβέρνηση τοῦ Μητσοτάκη ποὺ θὰ μοιράζει καὶ πεντοχίλιαρα κάθε μήνα στοὺς ἐπισκόπους, γιὰ νὰ τοὺς καλοπιάνει.
Ὁ Ἀποστολικὸς 31ος καὶ ὁ 15ος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἐπιτρέπουν τὴν πήξη θυσιαστηρίου χωρὶς τὴν μνημόνευση τοῦ ἐπισκόπου, ὅταν ἐκεῖνος αἱρετίζει. Ὁ 31ος μάλιστα τὸ ἐπιτρέπει καὶ γιὰ λόγους ἠθικῆς. Ὁ σημερινὸς νομοθέτης παραβαίνει ὁ ἴδιος τὸ Ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος, διότι ταυτίζει ἀπόλυτα τὴν δογματικὴ ὀρθότητα μὲ τὴν ἑκάστοτε ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή, ἀρνούμενος νὰ ἀναγνωρίσει ὅτι οἱ ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς ὑπέκυπταν -τὶς περισσότερες φορὲς μάλιστα- σὲ αἱρέσεις. Ἡ λέξη «αἵρεση» ἄλλωστε διαγράφηκε στὴν Ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης.
-Οἱ προαναφερθεῖσες παραλείψεις τῶν σχετικῶν Ἄρθρων τοῦ Νόμου 5224/2025 γιὰ τοὺς χώρους λατρείας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας…
-Ἡ ἐλλιπὴς / παραπλανητικὴ ἑρμηνεία τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Νόμου 5224/2025 ἀπὸ τὴν Μητρόπολη Πειραιῶς γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ π. Ἄγγελου Ἀγγελακόπουλου…
-Ἡ ἐλλιπὴς / παραπλανητικὴ ἑρμηνεία τοῦ Ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τὸν ὑφυπουργὸ Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Κωνσταντῖνο Βλάση στὴν ἀπάντησή του πρὸς τὸν κ. Νίκο Παπαδόπουλο…
-Ἡ σύλληψη ἱερέων ἀπὸ τὴν Ἀστυνομία, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦν σὲ ἰδιωτικοὺς χώρους, διότι ἔχουν προβεῖ στὴν ἱεροκανονικὴ διακοπὴ μνημόνευσης τῶν ἐπισκόπων τους, ἐνῶ δὲν ὑπάρχει κἄν εἰς βάρος τους κάποια καταδίκη ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου…
-Τὸ πεντοχίλιαρο ποὺ ἁρπάζει ὁ Μητσοτάκης ἀπὸ τὸν ἐμπερίστατο Ἑλληνικὸ λαό, γιὰ νὰ τὸ δίνει στοὺς Μητροπολίτες…
…φαίνεται νὰ σηματοδοτοῦν τὴν ἀπαρχὴ μίας νέας περιόδου, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ -καὶ ὄχι τοῦ ἀνώτατου ὑπαλλήλου- θὰ ὁδηγηθεῖ ἀναπόφευκτα στὶς κατακόμβες.
* * *
Ἄρθρο 31 «Ἰδιωτικοὶ χῶροι λατρείας τῆς κατ’ ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ» τοῦ Ν. 5224/2025 (ΦΕΚ 142/τ.Α΄/5-8-2025)
1. Χῶροι λατρείας ποὺ ἀνήκουν κατὰ κυριότητα σὲ φυσικὰ πρόσωπα ἢ σὲ μὴ ἐκκλησιαστικὰ νομικὰ πρόσωπα μποροῦν νὰ ἱδρύονται, ἀνεγείρονται, θεμελιώνονται, ἐγκαινιάζονται καὶ νὰ λειτουργοῦν γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῆς λατρείας τῆς κατ’ ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἐφόσον: α) περιορίζονται στὴν τέλεση μυστηρίου ἢ ἀκολουθίας ὑπὲρ τῶν θρησκευτικῶν ἀναγκῶν εἴτε τοῦ ἰδιοκτήτη φυσικοῦ προσώπου καὶ τῆς οἰκογένειάς του εἴτε τῶν μελῶν ἢ ἐκπαιδευόμενων ἢ ὠφελούμενων ἢ ἐργαζομένων ἢ διαμενόντων στὶς ἐγκαταστάσεις τοῦ ἰδιοκτήτη νομικοῦ προσώπου καὶ β) ἔχει ἐκδοθεῖ ἔγγραφη ἄδεια τοῦ Μητροπολίτη τῆς κατὰ τόπο ἁρμόδιας Ἱερᾶς Μητρόπολης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς παρ. 4 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ν. 590/1977 (Α΄ 146) ἢ τῆς Ἱερᾶς Μητρόπολης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ν. 4149/1961 (Α΄ 41) καὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ν. 2942/2001 (Α΄ 202) ἢ τῆς Ἱερᾶς Μητρόπολης τῆς Δωδεκανήσου ἢ τῆς Ἐξαρχίας τῆς Πάτμου τῶν ἄρθρων 319 καὶ 320 τοῦ ν. 4957/2022 (Α΄ 141) καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξη τήρησης τῆς πολεοδομικῆς νομοθεσίας.
2. Οἱ ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς τῆς παρ. 1 τηροῦν ὑποχρεωτικὰ μητρῶο ἀδειοδοτημένων ἰδιωτικῶν χώρων λατρείας, στὸ ὁποῖο καταχωρίζονται ἡ διεύθυνσή τους, ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ ἡμερομηνία τῆς ἄδειας καὶ ὁ δικαιοῦχος τῆς ἄδειας. Μέσο ἀπόδειξης τῆς ἀδειοδότησης τῶν ἀνωτέρω χώρων λατρείας ἀποτελεῖ, ἐκτὸς τῆς ἀνωτέρω ἄδειας, καὶ ἡ καταγραφή τους στὸ ἀνωτέρω μητρῶο.
3. Ἡ ἄδεια ἐγκρίνεται καὶ ἀνακαλεῖται κατὰ τὴν πνευματικὴ κρίση τῆς κατὰ τόπο ἁρμόδιας ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, καὶ ἡ χορήγησή της δὲν θεμελιώνει ἀξίωση τῶν κατόχων της ἔναντι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ὥστε νὰ ἐξυπηρετοῦνται οἱ θρησκευτικὲς ἀνάγκες τους ὁπωσδήποτε στὸν χῶρο λατρείας τους ἀντὶ τοῦ Ἐνοριακοῦ Ναοῦ τῆς περιοχῆς τους. Ἡ ἄδεια ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἔκδοση τῶν διοικητικῶν πράξεων ἢ τὴν ὑποβολὴ γνωστοποιήσεων ποὺ ἀπαιτοῦνται κατὰ τὴν πολεοδομικὴ νομοθεσία γιὰ τὶς οἰκοδομικὲς ἐργασίες ἢ ἀλλαγὲς χρήσης σὲ ἀκίνητο μὲ σκοπὸ νὰ ἀνεγερθεῖ ἢ νὰ λειτουργήσει ὁ χῶρος λατρείας.
4. Στὸν ἰδιωτικὸ χῶρο λατρείας μπορεῖ νὰ λειτουργήσει μὲ τὴν ἄδεια τῆς κατὰ τόπο ἁρμόδιας ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς κληρικός της ἢ ἄλλος κληρικὸς ἐφόσον ἔχει τὴν ἄδειά της.
5. Οἱ ἰδιωτικοὶ χῶροι λατρείας τῆς παρ. 1 ἀπαγορεύεται: α) νὰ ἱδρύονται ἢ νὰ λειτουργοῦν χωρὶς τὴν ἄδεια τῆς οἰκείας ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, β) νὰ τίθενται σὲ δημόσια λατρεία, ἀνεξάρτητα ἂν γίνονται τελετὲς ἀπὸ θρησκευτικὸ λειτουργὸ ἢ ὄχι, γ) νὰ λειτουργοῦν γιὰ διαφορετικὸ σκοπὸ ἀπὸ αὐτὸν τῆς παρ. α) τῆς παρ. 1 ἢ κατὰ παράβαση τῆς ἄδειας τῆς οἰκείας ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς ἢ κατὰ παράβαση τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀ.ν. 2200/1940 (Α΄ 42) καὶ τῶν κανονιστικῶν πράξεων τῆς παρ. 6 τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ ν. 590/1977 (Α΄ 146), τῆς πάρ. 6 τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ ν. 3848/2010 (Α΄ 71) καὶ τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 338 τοῦ ν. 4957/2022 (Α΄ 141), δ) νὰ διατίθενται χωρὶς ἄδεια τῆς ἀνωτέρω ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀναγκῶν ἄλλης θρησκευτικῆς κοινότητας, ε) νὰ ἀνεγείρονται, μετασκευάζονται, ἐπεκτείνονται, μεταβάλλουν χρήση καὶ νὰ λειτουργοῦν κατὰ παράβαση τῆς πολεοδομικῆς νομοθεσίας. Σὲ περίπτωση παράβασης τοῦ προηγούμενου ἐδαφίου ἰσχύουν τὰ διοικητικὰ μέτρα καὶ πρόστιμα τῶν ἄρθρων 27, 28, 30 καὶ τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 64 στοὺς χώρους λατρείας, στοὺς ἐμπράγματους δικαιούχους ἢ κατόχους τῶν ἀνωτέρω χώρων λατρείας καὶ στοὺς ἐμπλεκόμενους στὴ λειτουργία τους θρησκευτικοὺς λειτουργοὺς κατὰ περίπτωση.
6. Γιὰ τὴν παραχώρηση καὶ τὴ νόμιμη λειτουργία χώρου λατρείας τῆς παρ. 1 πρὸς ἐξυπηρέτηση τῶν ἀναγκῶν ἄλλης θρησκευτικῆς κοινότητας ἢ φυσικῶν προσώπων ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴν Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀπαιτοῦνται ἡ ὑποβολὴ αἴτησης τοῦ ἰδιοκτήτη τοῦ χώρου λατρείας στὴν κατὰ τόπο ἁρμόδια ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ τῆς παρ. 1 γιὰ τὴν ἀνάκληση τῆς ἄδειας καὶ τὴ διαγραφὴ τοῦ χώρου ἀπὸ τὸ μητρῶο τῆς παρ. 2, ἡ λήψη τῆς ἄδειας τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 26 καὶ ἡ νόμιμη λειτουργία τοῦ χώρου λατρείας σύμφωνα μὲ τὰ ἄρθρα 25 καὶ 26. Στὴν ἀνωτέρω περίπτωση ἡ ἁρμόδια ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ἀνακαλεῖ ὑποχρεωτικὰ τὴν ἄδεια τῆς παρ. 1. Ἂν ἡ ἀνωτέρω παραχώρηση καὶ ἡ λειτουργία ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν ἄλλης θρησκευτικῆς κοινότητας λαμβάνουν χώρα κατὰ παράβαση τῶν ὑποχρεώσεων τῆς παρούσας ἢ τῶν ἄρθρων 25, 26 καὶ 27 ἐπιβάλλονται τὰ διοικητικὰ μέτρα καὶ πρόστιμα τοῦ ἄρθρου 30 καὶ τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 62.
7. Τὸ παρὸν ἄρθρο ἐφαρμόζεται καὶ γιὰ τοὺς ὑφιστάμενους κατὰ τὴν ἔναρξη ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου χώρους λατρείας τῆς κατ’ ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, κυριότητας φυσικῶν προσώπων καὶ μὴ ἐκκλησιαστικῶν νομικῶν προσώπων.
8. Γιὰ τοὺς ὑφιστάμενους κατὰ τὴν ἔναρξη ἰσχύος τοῦ παρόντος ἰδιωτικοὺς χώρους λατρείας ἡ καταγραφὴ στὸ μητρῶο τῆς παρ. 2 ἐπέχει θέση ἄδειας τῆς παρ. 1, ἐφόσον πληροῦνται οἱ προϋποθέσεις τῆς παρ. 1 καὶ ἰσχύουν ὡς πρὸς τὴν καταγραφὴ οἱ διατάξεις τοῦ παρόντος ἄρθρου ποὺ ἀφοροῦν στὴν ἄδεια, τὴν ἔλλειψη ἄδειας ἢ τὴν παράβαση τῆς ἄδειας.
* * *
Ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος:
(Σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας)
1. Ἐπικρατοῦσα θρησκεία στὴν Ἑλλάδα εἶναι ἡ θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας, ποὺ γνωρίζει κεφαλή της τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ὑπάρχει ἀναπόσπαστα ἑνωμένη δογματικὰ μὲ τὴ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ μὲ κάθε ἄλλη ὁμόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ· τηρεῖ ἀπαρασάλευτα, ὅπως ἐκεῖνες, τοὺς ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνες καὶ τὶς ἱερὲς παραδόσεις. Εἶναι αὐτοκέφαλη, διοικεῖται ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ἀρχιερέων καὶ ἀπὸ τὴ Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτὴ καὶ συγκροτεῖται, ὅπως ὁρίζει ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τήρηση τῶν διατάξεων τοῦ Πατριαρχικοῦ Τόμου τῆς κθ΄ (29) Ἰουνίου 1850 καὶ τῆς Συνοδικῆς Πράξης τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1928.
2. Τὸ ἐκκλησιαστικὸ καθεστὼς ποὺ ὑπάρχει σὲ ὁρισμένες περιοχὲς τοῦ Κράτους δὲν ἀντίκειται στὶς διατάξεις τῆς προηγούμενης παραγράφου.
3. Τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς τηρεῖται ἀναλλοίωτο. Ἡ ἐπίσημη μετάφρασή του σὲ ἄλλο γλωσσικὸ τύπο ἀπαγορεύεται χωρὶς τὴν ἔγκριση τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδας καὶ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας στὴν Κωνσταντινούπολη.
ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ




