Τοῦ κ. Δημητρίου Σπ. Καψάλη
Εἰς ἕνα κείμενον τοῦ μεγάλου Ἕλληνος φιλοσόφου Ἀριστοτέλους ἀναγράφεται ὅτι «οἱ ἄνθρωποι γεννῶνται ἐξ ἀνθρώπων ἀλλ’ οὐκ ἐστὶ τὸ σπέρμα πρῶτον». Ἡ ἄποψις αὐτὴ τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνος φιλοσόφου, γίνεται κατανοητὴ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, οἱ δύο αὐτοὶ πρῶτοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὡς ἀνδρόγυνον, ἀποτελοῦν τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, δὲν ἐγεννήθησαν ἀπὸ γονεῖς, δηλαδὴ δὲν προῆλθον ἐκ σπέρματος ἀνθρώπου, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἐκ πρώτης ὄψεως μυστηριώδη, ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν ζωήν, ἐνῷ πρότερον δὲν ὑπῆρχον, καὶ εὑρέθησαν μέσα εἰς ἕνα ὑλικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ἐπίσης πρότερον δὲν ὑπῆρχε. Ἡ προτέρα ἀνυπαρξία τοῦ κόσμου γενικῶς καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἀνθρώπου, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν παρατήρησιν ὅτι, ὅσα ὑπάρχουν ἔχουν ἕνα σημεῖον τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἀρχήν, ἤτοι τὴν ἀφετηρίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀρχίζουν νὰ ὑπάρχουν. Καὶ τὸ σημεῖον αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸν ἀπὸ τὸ φαινόμενον τῆς γεννήσεως καὶ τοῦ θανάτου τῶν ζώντων ὀργανισμῶν. Οἱ ἄνθρωποι καὶ πάντα τὰ ἔμβια ὄντα γεννῶνται καὶ ἀποθνῄσκουν. Ἔχουν δηλαδὴ ἀρχήν, ἤτοι ἀφετηρίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀρχίζει ἡ ὕπαρξίς των. Ἄρα ταῦτα πρὸ τῆς ἀρχῆς δὲν ὑπῆρχον. Ἀρχὴν ἔχει καὶ ἅπαν τὸ ἀνθρώπινον γένος, τὸ ὁποῖον, ὅπως ἤδη ἐγνωρίσαμεν προέρχεται ἀπὸ τοὺς δύο πρώτους ἀνθρώπους ποὺ προανεφέραμεν ἢ κατ’ ἄλλην διατύπωσιν, ἐφ’ ὅσον τὸ μέρος ἔχει ἀρχήν, ἀρχὴν ἔχει καὶ τὸ ὅλον. Ἀρχὴν ἐπίσης ἔχει καὶ τὸ ὅλον ὑλικὸν συγκρότημα καὶ ὁ κόσμος γενικῶς, ἀφοῦ ὅπως εἶναι προφανές, ὁ κόσμος, πρότερον καὶ αὐτὸς μὴ ὑφιστάμενος, ἐδημιουργήθη, προκειμένου νὰ ὑπάρχη μέσα εἰς αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος ὡς κυρίαρχον στοιχεῖον, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ σημαντικὰς ἐνδείξεις, ὅπως εἶναι ἐπὶ παραδείγματι ἡ ὑποταγὴ τῆς ὕλης εἰς τὰς ἀνάγκας του, ἡ πολύμορφος πολυποίκιλος τεχνολογικὴ πρόοδος, τὴν ὁποίαν ἐπέτυχε, καθὼς καὶ ἡ ἀπόλυτος κυριαρχία του, εἰς τὴν ξηράν, τὴν θάλασσαν καὶ εἰς τὸν ἀέρα.
Ἐφ’ ὅσον ὅμως πάντα ταῦτα πρὸ τῆς ἀρχῆς των ὑπῆρχον, πῶς τώρα ὑπάρχουν, ἀφοῦ, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ ἀπὸ τὸ κενὸν οὐδὲν δύναται νὰ προέλθη; Σαφῆ ἑρμηνείαν αὐτοῦ τοῦ αἰνίγματος δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, μόνον μὲ τὴν παραδοχήν, μιᾶς προϋπαρχούσης αἰτίας. Ἡ αἰτία ἀποτελεῖ δυναμικὸν στοιχεῖον τῆς φυσικῆς πραγματικότητος καὶ μᾶς εἶναι γνωστὴ ὡς ἔκφρασις τοῦ φυσικοῦ νόμου τῆς αἰτιότητος, κατὰ τὸν ὁποῖον οὐδὲν ἀποτέλεσμα δύναται αὐτοτελῶς νὰ ὑπάρξη, χωρὶς τὴν δημιουργικὴν διεργασίαν κάποιας αἰτίας, ἡ ὁποία προηγεῖται. Κατὰ τὸν φυσικὸν νόμον τῆς αἰτιότητος λοιπόν, ὁ κόσμος γενικῶς καὶ οἱ ἄνθρωποι, δὲν εἶναι ὄντα αὐθύπαρκτα, ἀλλὰ ἀποτελοῦν προϊὸν καὶ ἀποτέλεσμα προϊσταμένης νοήμονος καὶ σκεπτομένης αἰτίας. Ὁ πρότερον μὴ ὑφιστάμενος κόσμος, ὀφείλει τὴν ὕπαρξίν του εἰς αὐτὴν τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία κατὰ τρόπον παντοδύναμον καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως αἰνιγματικόν, ἠθέλησε καὶ τὸν ἐδημιούργησε. Αὐτὴ ἡ πρωταρχικὴ αἰτία ἠθέλησεν ἐπίσης καὶ ἔφερεν εἰς τὴν ζωήν, ἤτοι ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξίαν εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτοὺς τοὺς δύο πρότερον μὴ ὑφισταμένους ἀνθρώπους ἀπὸ τοὺς ὁποίους μέσῳ διαδοχικῶν γεννήσεων καὶ διαρκοῦς δημιουργίας ἀπογόνων προέρχεται ἅπαν τὸ ἀνθρώπινον γένος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν πορείαν του ἀνὰ τοὺς αἰῶνας διατηρεῖ σταθερὰν καὶ ἀπαρέγκλιτον τὴν ὁμοιογένειάν του, χάρις εἰς τὸν γενικὸν κώδικα ποὺ ἐνεφύτευσεν ἡ πρωταρχικὴ αἰτία εἰς τὸν πυρῆνα τῆς ὑπάρξεως τῶν ζώντων ὀργανισμῶν.
Οἱ προπάτορές μας λοιπόν, ἤτοι αὐτοὶ οἱ δύο πρῶτοι ἄνθρωποι, ἐδημιουργήθησαν καὶ δὲν προῆλθον ἐκ γεννήσεως, ἀφοῦ πρὸ αὐτῶν δὲν ὑπῆρχον ἄνθρωποι προκειμένου νὰ γεννηθοῦν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ γονεῖς. Ἡμεῖς οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, σωματικῶς καὶ ὀργανικῶς διαθέτομεν ὅ,τι παρελάβομεν ἀπὸ τοὺς προπάτορας ἡμῶν, δυνάμει τοῦ φυσικοῦ νόμου τῆς κληρονομικότητος. Βιολογικῶς δὲν διαφέρομεν ἔντατι ἐκείνων, ὅπως δὲν διαφέρομεν καὶ ἔναντι τῶν γονέων μας. Ἡ μόνη διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων, συνίσταται εἰς τὸν τρόπον τῆς παρουσίας μας εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ εἰς τὴν ζωήν. Ἐμεῖς ἐγεννήθημεν ἀπὸ τοὺς γονεῖς μας, ἐκεῖνοι ἐδημιουργήθησαν, ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴν καὶ νοήμονα αἰτίαν τὴν ὁποίαν, προεμνημονεύσαμεν.
Τὸ θέμα τῆς δημιουργίας ἀπησχόλησε καὶ τὴν ἐπιστήμην τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία, ὅπως ἰσχυρίζεται, ἀνεκάλυψεν ὅτι ὁ πρότερον μὴ ὑφιστάμενος κόσμος, ἐδημιουργήθη ἀπὸ μίαν μεγάλην ὑλικὴν ἔκρηξιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἐξυπακούεται ὅτι ἡ ἔκρηξις αὐτὴ δὲν προέκυψεν ἀφ’ ἑαυτῆς, ἀλλὰ προῆλθεν ἀπὸ ἐνέργειαν τῆς περὶ ἧς πρόκειται πρωταρχικῆς νοήμονος καὶ σκεπτομένης αἰτίας. Ἡ αἰτία αὐτή, ὅπως γίνεται ἀντιληπτόν, δὲν ἀποτελεῖ ὀντότητα ὑλικήν, ἀλλὰ κέκτηται ἰδιάζουσαν πνευματικὴν ὑπόστασιν καὶ διαφέρει ἀπολύτως ἀπὸ οἱανδήποτε ἑτέραν ὑλικὴν ἢ πνευματικὴν ὕπαρξιν. Ἐὰν ἦτο ὑλικὸν στοιχεῖον, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ δημιουργήση τὸν κόσμον, διότι ἡ ὕλη δὲν δύναται νὰ δημιουργήση ἑαυτήν. Ἀποτελεῖ ἀμάχητον φυσικὴν πραγματικότητα ὅτι ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ζῶντες ὀργανισμοί, παρουσιάζομεν ὁμοιότητα πρὸς τὴν αἰτίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἕλκομεν τὴν καταγωγήν μας, συμφώνως πρὸς ἕτερον φυσικὸν νόμον, τὸν νόμον τῆς ὁμοιότητος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ ὅμοιον προέρχεται ἀπὸ τὸ ὅμοιον.
Ἐν ἀντιθέσει πρὸς πάντα τὰ ἔμβια ὄντα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν ὁμοιότητα πρὸς τὸ εἶδος των μόνον, ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι παρουσιάζομεν ὁμοιότητα καὶ πρὸς τὴν πρωταρχικὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία μᾶς ἐδημιούργησε, ἀφοῦ ὅλοι καταγόμεθα ἀπὸ τὸ πρῶτον ζεῦγος, τὸ ὁποῖον ἐκείνη ἐδημιούργησε. Ὁμοιότητα μόνον παρουσιάζομεν ὄχι ὅμως καὶ ἰσότητα, δεδομένου ὅτι, ὅπως εἶναι γνωστὸν ἡ αἰτία εἶναι πάντοτε ἀνωτέρα τοῦ ἀποτελέσματος, ἐφ’ ὅσον ἡ αἰτία παράγει τὸ ἀποτέλεσμα, ἐνῷ τὸ ἀποτέλεσμα δὲν δύναται νὰ παράγη τὴν αἰτίαν. Χάρις εἰς τὸν νόμον τῆς ὁμοιότητος, καθίσταται φανερὸν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν προέρχεται ἀπὸ κάτι ἀνόμιον, ὅπως θὰ ἦτο ἂν προήρχετο ἀπὸ χημικὰς ἑνώσεις καὶ ζυμώσεις τῶν ἀδρανῶν καὶ ἀνοργάνων στοιχείων τῆς ὕλης, ὅπως ἰσχυρίζονται ὅτι πιστεύουν διάφοροι ὑλόφρονες καὶ ἄθεοι συνάνθρωποί μας. Κατ’ ἀκρίβειαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κατέχονται ἀπὸ μίαν ἀφύσικον ἀντίληψιν περὶ τῆς αὐθυπαρξίας τῶν ὄντων καὶ ἀντιλαμβάνονται ὡς φυσικὴν πραγματικότητα τὴν ὕπαρξιν οἰκοδομῆς χωρὶς τὴν ὕπαρξιν τοῦ οἰκοδόμου.
Ἡ δημιουργὸς αἰτία λοιπὸν ὑπάρχει ἀφ’ ἑαυτῆς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν ὀφείλει τὴν προέλευσίν της εἰς καμμίαν ἑτέραν προϋφισταμένην αἰτίαν. Εἶναι μοναδικὴ ἀναίτιος καὶ ἄναρχος, δεδομένου ὅτι ἂν δὲν ἦτο ἄναρχος δὲν θὰ ἦτο ἡ μοναδική, διότι θὰ εἶχε καὶ αὐτὴ τὴν αἰτίαν τῆς ὑπάρξεώς της. Τὸ αὐθύπαρκτον τῆς δημιουργικῆς αἰτίας ἀποδεικνύεται ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι, ἐνῷ πρότερον οὐδὲν ἀπολύτως ὑπῆρχε. Ὁ κόσμος συμφώνως πρὸς ὅσα ἤδη ἐξεθέσαμεν πρότερον δὲν ὑπῆρχε. Τί ὑπῆρχεν ὅμως; Πρὸ τῆς δημιουργίας, κατά τινα λογικὴν παραδοχήν, ἐκυριάρχει τὸ μηδέν, τὸ ἀπόλυτον κενὸν καὶ τὸ βαθύτατον σκότος. Καὶ μέσα εἰς αὐτὸ τὸ ἔρεβος καὶ τὸν ἀπέραντον γνόφον, ὑπῆρχε μόνον ὁ Ὑπέρτατος Νοῦς, ἡ Ὑπερτάτη νοήμων σκεπτομένη καὶ δημιουργικὴ αἰτία, ἡ ὁποία ὅπως ἤδη ἐτονίσαμεν, ἐδημιούργησε τὸν πρότερον μὴ ὑφιστάμενον κόσμον. Τὰ νῦν ὑπάρχοντα καὶ πρότερον μὴ ὑπάρχοντα θὰ ἐξηκολούθουν καὶ τώρα νὰ μὴν ὑπάρχουν ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ αἰτία, ἡ ὁποία τὰ ἐδημιούργησε.
Καὶ τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐν λόγῳ αἰτία; Ἡ προϋπάρχουσα λοιπὸν δημιουργικὴ αἰτία, εἰς τὴν ὁποίαν ἤδη ἐκτενῶς ἀνεφέρθημεν, βεβαίως δὲν ἀποτελεῖ μίαν ἀπρόσωπον καὶ ἀφηρημένην ἔννοιαν, ἀλλὰ εἶναι συγκεκριμένον πρόσωπον. Εἶναι ὁ Θεός, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς οἱ χριστιανοὶ γνωρίζομεν ἐκ θείας Ἀποκαλύψεως. Εἶναι δὲ ὁ Θεὸς Τριαδικός. Εἷς εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ τρισυπόστατος. Τὴν τριαδικότητα τῆς θείας ὑπάρξεώς μας τὴν ἀπεκάλυψε, τὸ Δεύτερον πρόσωπον αὐτῆς, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἐπορεύθη ἐν μέσῳ ἡμῶν, προκειμένου νὰ μᾶς ἐπαναφέρη εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἐπιστροφῆς πρὸς τὸν Θεόν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξετράπημεν, ὅταν ἐσκοτίσθη ὁ νοῦ μας λόγῳ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Ἡ οὐσία καὶ ὁ τρόπος ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ εἶναι παντελῶς ἀσύλληπτος ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην διάνοιαν. Ἀντιληπτὸν εἶναι μόνον ὅτι ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν κόσμον ἐκ τοῦ μηδενός. Εἶναι ἡ ἀρχὴ πρὸ πάσης αἰτίας καὶ ἀρχῆς. Εἶναι ὁ ἴδιος πάντοτε ἀπαράλλακτος καὶ ἀναλλοίωτος. Ὁ Θεὸς ἀείποτε ὑπῆρχεν. Ἰλιγγιᾶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἀναλογιζόμενος ὅτι ὅσον καὶ ἂν ἀνατρέξη τις εἰς τὸ πρὸ τῆς δημιουργίας ἀπέραντον καὶ ἀχανὲς κενόν, οὐδαμοῦ θὰ ἀνεύρη σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν ὁ Θεός.
Τίθεται καὶ πάλιν τὸ ἐρώτημα. Διατὶ ἆραγε ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν κόσμον; Ὁ Θεὸς εἶναι ἀνενδεὴς καὶ αὐτάρκης καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς καμμίαν ἀνάγκην. Τότε πρὸς τί ἡ δημιουργία; Ἀπὸ τὴν φροντίδα μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἐπιμελεῖται τὴν συντήρησιν καὶ τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ Σύμπαντος, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε καὶ ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν ἐπιμέλειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν στοργὴν μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς περιβάλλει τὰ πλάσματά του, ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἡ ἀγάπη ὑπῆρξε τὸ κίνητρον τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἡ ἀγάπη, ὅταν εἶναι ἐγκλωβισμένη εἰς ἕνα πρόσωπον, εἶναι ἀφανὴς καὶ ὡς ἐκ τούτου ἄνευ ἀποτελέσματος καὶ ἀνωφελής. Ἡ ἀγάπη προκειμένου νὰ καταστῆ ἐμφανὴς καὶ ὠφέλιμος προϋποθέτει τὴν ὕπαρξιν πλειόνων τοῦ ἑνὸς προσώπων, μεταξὺ τῶν ὁποίων νὰ ἐκπέμπεται ἀλληλεγγύως. Ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ ὑψίστην ἰδιότητα τῆς θείας Ὑπάρξεως. Ἐξ ἀγάπης λοιπὸν ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν κόσμον καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἄνθρωπον. Ὁ κόσμος ἐδημιουργήθη προκειμένου νὰ εὑρίσκη ἀνταπόκρισιν καὶ ἀποδοχὴν ἡ ἀπεριόριστος καὶ ἐκχυλίζουσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νὰ γίνη κατανοητὸν ὅτι εἴμεθα προϊὸν καὶ ἀπαύγασμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν εἰς τὸν Θεὸν δὲν ὑπῆρχε τὸ ὕψιστον ἀγαθὸν τῆς ἀγάπης καὶ ὁ κόσμος γενικῶς θὰ ἔλλειπε καὶ ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ ὑπήρχομεν, διότι ὁ Θεὸς ὡς ὤν ὑπεράνω πάσης ἐλλείψεως καὶ ἀνάγκης οὔτε ἡμᾶς οὔτε τὸν κόσμον θὰ ἐχρειάζετο. Τὴν πλέον ἔμπρακτον ἀπόδειξιν τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ ἡ κάθοδός Του ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς Θεότητος εἰς τὸ ἐπίπεδον τοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου νὰ ἐπαναφέρη εἰς τὴν ὁδὸν τῆς σωτηρίας τὰ παραπλανηθέντα ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν πλάσματά Του. Ἀπὸ ἀγάπην ἠνέχθη καὶ ὑπέστη τὰ φρικτὰ πάθη μὲ κορυφαῖον καὶ πλέον ἐπώδυνον τὴν σταύρωσιν, ἐνῷ μὲ τὴν παντοδυναμίαν του, ἠδύνατο ἂν ἤθελε, αὐτοστιγμεὶ νὰ ἐξαφανίση ἀπὸ προσώπου γῆς τοὺς σταυρωτάς Του.




