Τοῦ κ. Εὐλαλίου Θωμαΐδη
Μέσῳ τῆς ἀδαμιαίας παρακοῆς ὁ ἄνθρωπος ὑποτάχθηκε ἑκούσια στὸ διάβολο, δηλαδὴ υἱοθέτησε τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ δαιμονίου, τὸ ὁποῖο ἀρνεῖται συνεχῶς ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ πρὸς τὸ ζωοδότη Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ὕπαρξης ὁλόκληρης τῆς κτιστῆς πραγματικότητας, τόσο τῆς ἔλλογης ὅσο καὶ τῆς ἄλογης, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς. Ἑπομένως, ἦταν δίκαιο ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό, καθότι ἐκεῖνος ἦταν ποὺ Τὸν ἐγκατέλειψε πρῶτος διὰ τῆς ἑκούσιας ὑποταγῆς του στὴν ἀρνησίθεη ζωὴ τῶν διαβολικῶν πνευμάτων.
Προκειμένου, λοιπόν, τὸ κακὸ νὰ μὴ γίνει ἀθάνατο, ἤτοι νὰ μὴν ὑποστασιοποιηθεῖ τὸ γεγονὸς τῆς ἄρνησης τοῦ Θεοῦ (τέλεια κακία), ἐπετράπη ἀπὸ τὸ Θεὸ ὁ θάνατος τοῦ σώματος, οὕτως ὥστε νὰ περιοριστεῖ ἡ γνωμικὴ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ ποὺ πράττει ὁ ἄνθρωπος, τουτέστιν νὰ περιοριστεῖ ἡ νέκρωση τῆς ζωῆς τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν ἄκτιστη ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὁ σωματικὸς θάνατος ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο ἀντίδοτο κατὰ τοῦ ἀΐδιου θανάτου, τῆς ὁριστικῆς ἀποκοπῆς τοῦ κτιστοῦ ἀπὸ τὴ θεοποιὸ σχέση του μὲ τὸ ἄκτιστο. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ θάνατος δὲν εἶναι τιμωρία, ὅπως ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν αὐγουστίνεια θεολογικὴ παράδοση, ἀλλὰ θεία εὐεργεσία ποὺ ἀναιρεῖ τὴν κακία.
Ὁ Θεός, ὅμως, δὲ θέλησε νὰ ἀφήσει τὸ ἀνθρώπινο γένος νὰ ἀπομακρυνθεῖ ὁριστικὰ ἀπὸ τὴ θεοποιό του ἐνέργεια, ὅπως συνέβη μὲ τὸν ἐφευρέτη τῆς κακίας, τὸ διάβολο. Ἀπὸ τοὺς μύριους τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους μποροῦσε νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἀναφέρει μὲ ἐνάργεια ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, ἕνεκα τῆς παντοδυναμίας του, προτίμησε ἐκεῖνον τῆς ἐνσάρκωσης, οὕτως ὥστε νὰ νικήσει τὸ διάβολο καὶ τὸ θάνατο ἐκ τῶν ἔσω, δηλαδὴ μὲ τὰ ἴδια του τὰ ὅπλα (θανάτῳ θάνατον πατήσας). Ὡς ἐκ τούτου, τὸ κίνητρο τῆς ἐνσάρκωσης δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ ὑπερβολὴ τῆς φιλανθρωπίας καὶ ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ἤτοι ἡ ἄκτιστη θεία ἀγάπη, καὶ ὄχι κάποιου εἴδους ἐξιλέωση τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ Ἄνσελμος Κανταβρυγίας, ἢ κάποιος νομικὸς διακανονισμὸς μὲ τὸ διάβολο, τὸ «τιμωρητικὸ» ὄργανο τοῦ Θεοῦ, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος. Θέλησε, λοιπόν, ὁ Θεὸς νὰ νικηθεῖ ὁ νικητὴς – διάβολος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ νικημένο – ἄνθρωπο. Προκειμένου ὁ νικημένος νὰ νικήσει ἤ, ἀλλιῶς, ὁ ἐξευτελισμένος νὰ ἐξευτελίσει ἐκεῖνον ποὺ τὸν νίκησε καὶ ἐξευτέλισε, ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ εἶναι ἀναμάρτητος, πρᾶγμα, ὅμως, ἀδύνατο γιὰ τὴ μεταπτωτικὴ κατάσταση τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀναμαρτησία αὐτὴ θὰ ἀποδείκνυε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι ἀφ’ ἑαυτῆς ἀγαθή, καθότι προέρχεται δημιουργικὰ ἀπὸ τὸν ἀγαθὸ Θεό.
Ἑπομένως, ὁ Υἱὸς γεννᾶται ὡς ἄνθρωπος ἀσπόρως – δημιουργικῶς, ἤτοι δίχως τὴ γαμικὴ συνάφεια δύο γονέων (ἄνδρας καὶ γυναίκα)[1]. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὁ Υἱὸς ὡς Θεὸς κτίζει μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγ. Πνεύματος τὸ ἀνθρώπινο σῶμα του καὶ τὴ ψυχή του μέσα στὴ μήτρα τῆς Παναγίας. Ἐὰν ὁ Χριστὸς γεννιόταν σπερματικῶς, τότε θὰ ἦταν ἀποτέλεσμα τοῦ γνωμικοῦ θελήματος τῶν ὑποτιθέμενων γονέων του, πρᾶγμα ποὺ θὰ σήμαινε ὅτι θὰ εἶχε δεύτερο πρόσωπο ἢ ὑπόσταση. Ἐὰν ὁ Χριστὸς εἶχε δεύτερο πρόσωπο, τότε ἡ ἕνωση δὲν θὰ ἦταν ὑποστατική, ἀλλὰ ἠθικὴ ἢ σχετικὴ (νεστοριανισμός), πρᾶγμα ποὺ θὰ σήμαινε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Λόγος ἐν σαρκί, ἀλλὰ ἕνας ἁπλὸς θεοποιημένος ἄνθρωπος. Καὶ ἐὰν ἦταν θεοποιημένος ἄνθρωπος, ὅπως ἦταν οἱ δίκαιοι καὶ οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δὲ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἀναμάρτητος καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲ θὰ μποροῦσε νὰ σώσει τὴν πεπτωκυία ἀνθρώπινη φύση.
Μὲ βάση τὰ ἀνωτέρω, ὁ Χριστὸς δὲ χρειαζόταν κανένα εἶδος καθαρμοῦ, ἤτοι νηπτικὸ ἀγώνα γιὰ τὸν ἀπεγκλωβισμό του ἀπὸ τὸ ἀνύπαρκτο γιὰ Ἐκεῖνον γνωμικὸ θέλημα. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο ὁ Χριστὸς ἔγινε ὁ Νέος Ἀδάμ, Ἀδὰμ λόγῳ τῆς τελειότητας – ἀναμαρτησίας τῆς ἀνθρώπινης φύσης του καὶ Νέος λόγῳ τοῦ ὅτι ἐπανέφερε τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸ ἀρχαῖον της κάλλος. Οἰκειοποιήθηκε, λοιπόν, ὁ Χριστὸς κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα τόσο τὴ ζωὴ ὅσο καὶ τὸ θάνατο. Πέθανε (καὶ ὄχι σκοτώθηκε, καθότι ὁ σκοτωμὸς εἶναι συνήθως ἀκούσιος) ἐπάνω στὸ Σταυρό, προκειμένου νὰ κατέβει στὸν ᾅδη. Ὁ ᾅδης δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ καθεστὼς ἀπομάκρυνσης τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴ θεοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ φυλακὴ ποὺ ἔριξε ἑκούσια ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτό του σὲ συνεργασία μὲ τὸ δαιμόνιο. Στὸν ᾅδη, λοιπόν, ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ κήρυξε στὶς ἀνθρώπινες ψυχὲς τὸ λόγο Του. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ ἐξέπεμψε τὸ ἄκτιστο θεῖο φῶς, τὸ ὁποῖο ἐκπηγάζει καὶ ἀπὸ τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητά του, ἕνεκα τοῦ ἑνιαίου τῆς ὑποστάσεως τοῦ Λόγου, καὶ ὅσοι ζοῦσαν «χριστιανικὰ» πρὸ Χριστοῦ, ἤτοι ὅσοι δὲν ἐγκλωβίστηκαν στὸ γνωμικό τους θέλημα, ἀναστήθηκαν. Ἀναστήθηκαν μὲ τὴν ἔννοια τῆς πρώτης ἀνάστασης τῆς ψυχῆς, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἐπανηύραν τὴν ἀναφορά τους πρὸς τὴ θεοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
Μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματός του ὁ Χριστὸς δώρισε στοὺς ἀνθρώπους διπλὴ ἀνάσταση, τόσο ἐκείνην τῆς ψυχῆς ὅσο καὶ ἐκείνης τοῦ σώματος. Ἐξαπάτησε ὁ Χριστὸς τὸν ἀπατεώνα, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, ἀλλὰ μὲ δικαιοσύνη. Πίστεψε ὁ ἀπατεώνας – διάβολος ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ κρατήσει τὴ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ στὸ βασίλειό του, τὸν ᾅδη. Ἔκανε, λοιπόν, μηχανορραφίες καὶ συνεργάστηκε μὲ τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ρωμαίους, γιὰ νὰ Τὸν ὁδηγήσουν στὸ θάνατο τὸν ἀθάνατο. Ὅμως, αὐτὸς ὁ θάνατος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο γιὰ τὸ Χριστὸ παρὰ ἄκτιστη ζωή.
Σὲ αὐτὸ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ταυτόσημος μὲ τὴ ζωή, βαπτίζονται καὶ οἱ χριστιανοί. Οἱ ἐν Χριστῷ βαπτισμένοι δὲ κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπ’ τὸ νὰ θανατώνουν ἑκούσια τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἡττήθηκε κατὰ κράτος ἀπὸ τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ ἐνδύονται τὸ νέο. Γίνονται χριστόμορφοι, ἐὰν καὶ ἐφόσον παρουσιάσουν τὸ σῶμα καὶ τὴ ψυχή τους ἐλεύθερα ἀπὸ τοὺς τύπους καὶ τὰ σχήματα τοῦ παρόντος αἰῶνος. Ἐλεύθερα ἀπὸ τὶς ἡδονὲς τῆς σαρκὸς (αἰσθητηριακὲς ἀπολαύσεις) καὶ ἀπὸ αὐτὲς τοῦ πνεύματος (ἰδεολογίες). Ὅταν ὁ Χριστὸς βρεῖ τὴν κάθε ἀνθρώπινη ὑπόσταση ἄμορφη, ἤτοι μὴ ἐγκλωβισμένη στὰ κτιστὰ (ὑλικὰ καὶ νοερὰ) πράγματα, τότε τῆς χαρίζει τὴν ἄκτιστη θέωση ποὺ ἐκπηγάζει, πλέον, ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εἴθε κάθε χριστιανὸς νὰ ἀπολαύσει τοὺς τύπους (θεοποιὲς ἐνέργειες) τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μέσῳ τοῦ ἀκτίστου θείου φωτός, οἱ ὁποῖοι προσφέρονται σὲ κάθε χριστιανὸ πιστό, ἕνεκα τῆς ἔνσαρκης θείας οἰκονομίας καὶ τῆς ἀποδοχῆς αὐτοῦ τοῦ δώρου ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου.
Τὸ παρὸν κείμενο βασίζεται στὴν Ὁμιλία ΙΣΤ’, Εἰς τὸ Μέγα Σάββατον, Migne PG 151, 189-220 τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ.
Σημείωσις:
[1] Ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει δύο γονεῖς, διότι εἶναι ἀμήτωρ ἐκ Πατρὸς κατὰ τὴν ἄκτιστη θεότητα καὶ ἀπάτωρ ἐκ μητρὸς κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα.




