Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
Συχνά διαπιστώνουμε ὅτι καί πολλοί συνειδητοί χριστιανοί εἶναι δέσμιοι τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος, γι’ αὐτό καί δέν ἔχουν ἰδιαίτερη πνευματική πρόοδο. Ἀρέσκονται νά συζητοῦν γιά θέματα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, χωρίς ὡστόσο νά παίρνουν μερικές ἀποφάσεις πού εἶναι ἀναγκαῖες. Ἀδιαφοροῦν γιά οὐσιώδη ζητήματα καί καθήκοντα, γιατί τά θεωροῦν δεδομένα, ἀλλά εἶναι ἀνύπαρκτα στούς ἴδιους!
Ἕνα σχεδόν ξεχασμένο στήν ἐποχή μας καθῆκον εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως. Οἱ σημερινοί χριστιανοί ἔχουν μειωμένο ἐνδιαφέρον γιά τήν πίστη τους στό Χριστό, δέν ὁμολογοῦν ὅτι πιστεύουν καί τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου. Δέν ἀρκεῖ ἡ ἁπλή ἀναφορά ὅτι πιστεύουν, χρειάζεται νά τό ἀποδεικνύουν μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Μόνο τότε θά ἔχουν τήν παρρησία τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως καί φυσικά θά εἶναι ἕτοιμοι καί γιά τίς ἀντιδράσεις τῶν ἀρνητῶν τῆς πίστεως. Ὅταν ὅμως οἱ πιστοί δέν ἔχουν αὐτό τό βίωμα καί ἡ ζωή τους εἶναι ἀκριβῶς ἴδια μέ ἐκείνη τῶν ἀπίστων, τότε εἶναι μάταιο νά ζητοῦμε ἀπό αὐτούς ὁμολογία τῆς πίστεως. Συνυπάρχουν ἁρμονικά ὅλοι καί οἱ χριστιανοί μέ τή σιωπή τους καί τήν ἀδιαφορία τους οὐσιαστικά ἀρνοῦνται τό καθῆκον τῆς ὁμολογίας, παρά τήν προτροπή τοῦ Κυρίου μας νά ὁμολογοῦμε τήν πίστη μας καί νά μή ντρεπόμαστε οὔτε νά ὑπολογίζουμε τίς ἀπειλές τῶν πολεμίων της. Εἶναι χαρακτηριστικά τά λόγια του: «Ὅποιος ὁμολογήσει μπροστά στούς ἀνθρώπους ὅτι ἀνήκει σ’ ἐμένα, θά τόν ἀναγνωρίσω κι ἐγώ γιά δικό μου μπροστά στόν οὐράνιο Πατέρα μου. Ὅποιος ὅμως μέ ἀπαρνηθεῖ μπροστά στούς ἀνθρώπους, θά τόν ἀπαρνηθῶ κι ἐγώ μπροστά στόν οὐράνιο Πατέρα μου» (Ματθ. ι΄ 32-33).
Πολλοί χριστιανοί μέ κοσμικό φρόνημα διστάζουν νά κάνουν ὁποιαδήποτε ἀναφορά στή θρησκεία καί εἰδικώτερα στήν ὀρθόδοξη πίστη. Ὁ Χριστός ὅμως ζητάει ὁμολογία: «Ὅποιος, ζώντας μέσα σ’ αὐτή τή γενιά τήν ἄπιστη καί ἁμαρτωλή, ντραπεῖ γιά μένα καί γιά τή διδασκαλία μου, θά ντραπεῖ γι’ αὐτόν καί ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου, ὅταν ἔλθει μέ ὅλη τή λαμπρότητα τοῦ Πατέρα του, μαζί μέ τούς ἁγίους ἀγγέλους» (Μᾶρκ. η΄ 38).
Ὁ Π.Ν. Τρεμπέλας ἑρμηνεύει τό λόγο τοῦ Χριστοῦ ὡς ἑξῆς: «Θά χάσει τήν ψυχή του ἐκεῖνος πού δέν θά ὑποστεῖ γιά μένα θυσίες. Διότι ὁποιοσδήποτε ντραπεῖ ἐμένα καί τά λόγια μου ἐπηρεασμένος ἀπό τίς περιφρονήσεις καί τούς χλευασμούς τῶν ἀνθρώπων τῆς γενιᾶς αὐτῆς πού ἀποστάτησε ἀπό τόν πνευματικό της νυμφίο καί εἶναι ἁμαρτωλή, αὐτόν θά τόν ντραπεῖ καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου καί θά τόν ἀποκηρύξει ὡς ξένο, ὅταν θά ἔλθει μέ τούς ἁγίους ἀγγέλους περιβεβλημένος μέ τή δόξα τοῦ Πατρός του».
Οἱ ἀπόστολοι ζώντας σέ μιά ἐποχή πού οἱ ἄνθρωποι ἦταν εἰδωλολάτρες καί ἀγνοοῦσαν τόν ἀληθινό Θεό, εἶχαν πάντα ὡς ὁδηγό τους τό καθῆκον νά μιλοῦν γιά τήν πίστη, τήν ὁποία εἶχαν βιώσει προηγουμένως κοντά στόν Χριστό. Ἔλεγαν σ’ ἐκείνους πού διαφωνοῦσαν μαζί τους: «Ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά μή μιλᾶμε γι’ αὐτά πού εἴδαμε καί ἀκούσαμε» (Πράξ. δ΄ 20).
Ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικός εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος στούς Ρωμαίους: «Ἄν ὁμολογήσεις μέ τό στόμα σου πώς ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Κύριος καί πιστέψεις μέ τήν καρδιά σου πώς ὁ Θεός τόν ἀνέστησε ἀπό τούς νεκρούς, θά βρεῖς τή σωτηρία. Πραγματικά, ὅποιος πιστεύει μέ τήν καρδιά του ὁδηγεῖται στή δικαίωση, κι ὅποιος ὁμολογεῖ μέ τό στόμα ὁδηγεῖται στή σωτηρία» (Ρωμ. ι’ 9-10).
Ὁ χριστιανός δέν πρέπει νά λησμονεῖ τήν πίστη του καί νά ἐγκαταλείπει τόν καλό ἀγώνα τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν καί τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως. Εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ προτροπή τοῦ Παύλου πρός τόν Τιμόθεο: «Νά ἀγωνίζεσαι τόν ὡραῖο ἀγώνα τῆς πίστεως. Κατάκτησε ἔτσι τήν αἰώνια ζωή, στήν ὁποία καί σέ κάλεσε ὁ Θεός, γιά τήν ὁποία ὁμολόγησες τήν καλή ὁμολογία μπροστά σέ πολλούς μάρτυρες» (Α΄ Τιμ. στ΄ 12). Ἐπίσης τοῦ ὑπενθυμίζει ὅτι δέν πρέπει νά νιώθει ντροπή γιά τό Χριστό καί γιά ἐκείνους πού ὑποφέρουν γιά τήν πίστη, ἀλλά νά ἀκολουθεῖ τό παράδειγμά τους καί νά νιώθει ἱερή καύχηση: «Νά μή ντρέπεσαι νά ὁμολογεῖς τόν Κύριό μας, οὔτε νά ντρέπεσαι γιά μένα, πού εἶμαι φυλακισμένος γιά χάρη του. Νά εἶσαι ἕτοιμος νά κακοπαθήσεις μαζί μ’ ἐμένα γιά τό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, κι ὁ Θεός θά σοῦ δώσει τή δύναμη» (Β΄ Τιμ. α΄ 8).
Οἱ σύγχρονοι χριστιανοί πρέπει πάντα νά θυμοῦνται τό λόγο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου: «Ἐκεῖνοι πού ἀγαποῦν τόν Κύριο κινδυνεύουν νά γίνουν προδότες, ὅταν δέν εἶναι ἕτοιμοι νά δώσουν τίς κατάλληλες γιά τό Θεό ἀπαντήσεις».




