Ὁ οὐρανομήκης, μαστοειδής, ὑπερήφανος καὶ κρυσταλλωμένος Ἄθως – 2ον

Share:

Ὀδοιπορεία σώματος καὶ ψυχῆς εἰς τὴν κορυφήν του

Τοῦ κ. Δημητρίου Θ. Κύρου, Φιλολόγου – θεολόγου

2ον

  Ἐκεῖ ὁ ἐπισκέπτης-προσκυνητής, ἀφοῦ φάει ἀπὸ τὸ φαγητό, ποὺ ἑτοιμάζουν ἐκεῖ μοναχοὶ ἀπὸ τὴ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας, στὴν ὁποία ἀνήκει ἡ περιοχή, ξεκουράζεται γιὰ ἀρκετὲς ὧρες μέχρι τὸ ἀπόγευμα, ποὺ ἀρχίζει ἡ ἀνάβαση πρὸς τὴν κορυφή, ἀφοῦ προηγηθεῖ Μικρὸς Ἑσπερινὸς στὸ ἐξωκκλήσι καὶ φαγητό. Σχηματίζεται ἐκκλησιαστικὴ πομπὴ Λιτανείας, στὴν ὁποία προπορεύονται ἑξαπτέρυγα καὶ ἱερομόναχοι μὲ μοναχούς, ποὺ ψάλλουν τὸν Μικρὸ Παρακλητικὸ Κανόνα τῆς Παναγίας, καὶ ἀκολουθοῦν οἱ λαϊκοί.

  Ἀπὸ τὸ ἐξωκκλήσι καὶ πάνω ἀρχίζει τὸ ἀλπικὸ τοπίο. Τὰ δένδρα ἀραιώνουν συνεχῶς καὶ χάνονται στὸ τέλος, γιὰ νὰ παραχωρήσουν τὴ θέση τους σὲ μικροὺς καὶ μεγάλους βράχους, ποὺ σκεπάζουν τὶς πλαγιές. Κάπου-κάπου κανένα ἀνεμοδαρμένο ἔλατο δίνει τὴ μάχη μὲ τὸ ὑψόμετρο καὶ τοὺς λευκοὺς βράχους τῆς περιοχῆς. Μάταια ὅμως, διότι οἱ βράχοι κυριαρχοῦν καὶ σὰν μυτερὰ δόντια ξεπετιοῦνται ἀπειλητικά, λὲς καὶ ζητοῦν νὰ μπηχτοῦν μὲ λύσσα μέσα του, ἀλλὰ καὶ μέσα στὸ ἀέρινο στερέωμα, κάνοντας ἔτσι τὸ τοπίο ἄγριο μὰ καὶ ἐπιβλητικό.

  Ἡ ἀνάβαση εἶναι κουραστική. Τὸ μονοπάτι στενό, φιδωτὸ-ἑλικοειδές, κακοτράχαλο καί, ἂν προηγηθεῖ βροχή, γλιστερό, ἀλλὰ καλοδουλεμένο ἀπὸ μαστορικὰ χέρια. Σὲ πολλὲς μεριὲς σβήνει καὶ πάλι ξαναφαίνεται ἀνάλογα μὲ τὴν κλίση καὶ τὴν ὑφὴ τοῦ ἐδάφους, μέχρι ποὺ στὸ τέλος χάνεται γιὰ πάντα, γιὰ ν’ ἀρχίσει πιὰ σκέτος βράχος.

Τὴν ὥρα αὐτὴ τῆς ἀνάβασης τὸ μονοπάτι αὐτὸ ἀποκτᾶ αἴγλη μεγάλη, βρίσκεται στὶς δόξες του, καθὼς ἀνεβαίνουν ἕνας πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλο δεκάδες ἄνθρωποι, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί, Ἕλληνες καὶ ξένοι, γέροι, μεσήλικες καὶ νέοι, ἀξιωματοῦχοι καὶ ἁπλοὶ πολίτες, ἐπιστήμονες καὶ ἀναλφάβητοι, γιὰ νὰ παραβρεθοῦν σὲ λίγο σὲ μία ἱερὴ καὶ σπάνια μυσταγωγία στὰ «προπύλαια τοῦ οὐρανοῦ».

  Στὴν ἀνάβαση τῆς κορυφῆς τοῦ Ἱεροῦ Βουνοῦ, τοῦ Ἄθωνα, ὁ ἄνθρωπος νιώθει ἔντονη συγκίνηση, ποὺ δὲν τὴ νιώθει σὲ ἄλλο βουνὸ καὶ μένει ἀξέχαστη σὲ ὅλη του τὴ ζωή. Εἶναι μία σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ἀνάβαση, μία ἠθικὴ ἀνάταση, μία ἐξύψωση, ἕνα μεγαλεῖο ψυχικῆς ἔξαρσης καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἕνα παραλήρημα χαρᾶς, εὐδαιμονίας καὶ εὐχαριστίας στὸν Πλάστη, ἡ ὁποία μετατρέπεται σὲ μία ἀτέλειωτη ψαλμωδία, ἄλλοτε φωναχτὴ καὶ ἄλλοτε βουβὴ μέσα ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς, συνδυασμὸς κλασσικῆς καὶ βυζαντινῆς μουσικῆς, ποὺ συντροφεύει τὸν ἄνθρωπο σὲ ὅλη τὴν ἐξαίσια αὐτὴ διαδρομή. Ὁ ἄνθρωπος ἀνεβαίνοντας πρὸς τὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα, τὴ θεία Κορυφή, νιώθει καὶ πάλι ἔντονη τὴν παρουσία καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ἀπολαμβάνει μὲ ὅλες του τὶς αἰσθήσεις τὸ τέλειο θαῦμα τῆς Δημιουργίας Του, ποὺ λέγεται φύση.

  Μετὰ ἀπὸ μία περίπου ὥρα ἀνοδικῆς πορείας ἀπὸ τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας ἡ πομπὴ φτάνει στὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα, στὰ 2033μ., στὴν κορυφὴ τῆς θεόκτιστης πυραμίδας, ποὺ εἶναι τὸ ἐπισφράγισμα τῶν φυσικῶν καλλονῶν, τὶς ὁποῖες ἄφθονα τὸ χέρι τοῦ Δημιουργοῦ σκόρπισε στὴν ἱερὴ αὐτὴ γῆ, ποὺ βρίσκεται μεταξὺ Αἰγαίου καὶ Ἑλλησπόντου, Σμύρνης καὶ Θεσσαλονίκης, Ἀκρόπολης καὶ Ἁγιὰ-Σοφιᾶς. Ἐδῶ εἶναι τὸ τέρμα, ἡ κεφαλὴ τοῦ Ἄθωνα, «τὸ Σινᾶ τῆς Ἑλλάδας», «ὁ Ὄλυμπος τῆς Ὀρθοδοξίας» ὁ καθ’ ἑαυτοῦ «μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς» τόπος, ποὺ προκαλεῖ ποικίλα συναισθήματα: Γοητεία καὶ περηφάνεια γιὰ τὴν κατάκτησή του, χαρὰ καὶ εὐδαιμονία ἀπὸ τὸ ὑπερθέαμα, ἀλλὰ καὶ ἐνδόμυχο φόβο, μήπως καὶ θυμώσουν τὰ στοιχεῖα τῆς φύσης καὶ ἀπειλήσουν τὴ σωματικὴ ἀκεραιότητα (γιατί καὶ τὸ καλοκαίρι ἀκόμα οἱ καταιγίδες μὲ τὰ ἀστραπόβροντα εἶναι συνηθισμένες ἐκεῖ πάνω). Ἐδῶ τὸ τοπίο συνδυάζει ἄριστα τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ τὸ αὐστηρό, τὸ τραχὺ καὶ τὸ ἁπαλό, τὸν φόβο καὶ τὸ δέος μὲ τὴ γαλήνη καὶ τὴν ψυχικὴ εἰρήνη. Ἐδῶ ὁ ἄνθρωπος μετουσιώνεται σὲ πνεῦμα. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ὑλικὴ τροφή. Αἰσθάνεται πολὺ ἔντονα καὶ πολὺ κοντὰ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ.

  Βρίσκεται πραγματικὰ στὰ «προπύλαια τοῦ οὐρανοῦ». Οἱ χαράδρες καὶ οἱ μυτεροὶ γρανιτένιοι βράχοι χάσκουν ἀπότομα ἀπ’ ὅλες τὶς μεριὲς καὶ ἀγριεύει κανεὶς κοιτάζοντας πρὸς τὰ κάτω.

  Ἐδῶ στὴν κορυφή, τὴν ἄγονη καὶ βραχώδη, ὅπου «ἀνασσεῖ ὁ ἀετὸς» στέκει ἁπλό, μόνο καὶ σκληρὸ σὰν τὴν ἀλήθεια, δίχως πέπλο, τὸ πέτρινο ἐξωκκλήσι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Δεσπόζει τῆς περιοχῆς καὶ στεφανώνει τὴν κορυφή.

  Στὴν ἀνατολικὴ πλευρά του καὶ στὸ ψηλότερο βράχο τῆς κορυφῆς ὀρθώνεται περήφανα «ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης», «ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας», «βασιλέων τὸ κραταίωμα», «πιστῶν τὸ στήριγμα», «τῶν Ἀγγέλων ἡ δόξα καὶ τῶν δαιμόνων τὸ τραῦμα», τὸ σύμβολο τοῦ μοναχισμοῦ, ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, ἕνας πελώριος Σταυρός, ὕψους τριῶν μέτρων, μὲ μολυβένιες βάσεις καὶ σιδηρόβεργες, μὲ τὴ λόγχη καὶ τὸν σπόγγο στὶς δύο πλευρές του.

Τὸ ἐξωκκλήσι καὶ ὁ Σταυρὸς δεσπόζουν τῆς περιοχῆς καὶ δείχνουν στὸν ἄνθρωπο τὸν δρόμο τῆς θυσίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν «πύλη τοῦ οὐρανοῦ».

  Τὴν ὥρα τούτη τὴν ἀπογευματινή, λίγο πρὶν ἀρχίσει ἡ ὁλονύχτια Ἀγρυπνία, ὁ προσκυνητὴς ἀπολαμβάνει μὲ ἄνεση τὸ τοπίο καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ὑπερθεάματος, ἀπολαμβάνει μία μυθικοῦ μεγαλείου εἰκόνα. Ἀπολαμβάνει μία ἀλησμόνητη ἡδονὴ ἀπὸ ’κεῖνες, ποὺ σπάνια χαρίζει στὸν ἄνθρωπο ἡ θεία Δημιουργία. Ἀνακαλύπτει μία θαυμάσια πανοραμικὴ θέα πάνω ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ ὀρθόδοξου ἀσκητισμοῦ, ἕνα μεγαλοπρεπὲς πανόραμα ἀπὸ τὰ καλύτερα τοῦ κόσμου. Ἀπὸ ἐκεῖ φαίνονται τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, ἄτακτα σπαρμένα, ποὺ μοιάζουν μὲ πέτρες φυτρωμένες καὶ ριζωμένες σὲ πλατὺ ποτάμι. Φαίνονται πολλὲς ἑλληνικὲς ἀκτές, τὰ ἀκρογιάλια τῆς Ἰωνίας, ὁ Ἑλλήσποντος, ἡ Προποντίδα. Φαίνεται ἡ Κωνσταντινούπολη ἀτόφια καὶ ἀληθινή, ἀλλά, ἀλοίμονο, κλαμένη, θλιμμένη, πικραμένη καὶ βουβὴ σὲ ξένη ἀγκαλιά! Φαίνεται ὁ Ὄλυμπος καὶ ἡ Χαλκιδικὴ μὲ τὰ δαντελωτά της ἀκρογιάλια. Κυρίως φαίνεται ἡ ἀθωνικὴ χερσόνησος μὲ τὰ Μοναστήρια, τὶς Σκῆτες καὶ τὰ Κελλιά, ποὺ φαίνονται σὰν ἄσπρα μικρὰ σημαδάκια, καὶ τὰ κατάφυτα δάση.

  Σὲ λίγο ὁ ἥλιος θὰ γύρει πρὸς τὴ δύση του, μία δύση σπάνια σὲ ὀμορφιά. Τὸ ἡλιοβασίλεμα εἶναι φαντασμαγορικό, καθὼς ὁ κατακόκκινος ἡλιακὸς δίσκος φαίνεται νὰ βουτάει στὴ θάλασσα, στὶς ἀκτὲς τῆς Σιθωνίας, ἐνῶ ταυτόχρονα σχηματίζεται ἡ κωνικὴ σκιὰ τοῦ Ἄθωνα στὸ ἀνατολικὸ Αἰγαῖο Πέλαγος. Ὁ Ἀπολλώνιος ὁ Ρόδιος γράφει ὅτι ἡ σκιὰ αὐτὴ ἔφτανε μέχρι τὴν ἀγορὰ τῆς Μύρινας τῆς Λήμνου, ὅπου κάλυπτε χάλκινο ὁμοίωμα βοδιοῦ. Ἀπὸ τὸ φαινόμενο αὐτὸ καταγράφηκε καὶ ἡ φράση «Ἄθως σκιάζει νῶτα Λημνίας βοός», ποὺ τὴν ἀναφέρει ὁ Σοφοκλῆς.

Ὁ οὐρανομήκης, μαστοειδής, ὑπερήφανος καὶ κρυσταλλωμένος Ἄθως – 1ον

Previous Article

1.500.000 εἰς τὴν Ἱ. Μ. Ζωγράφου

Next Article

Ἀλλεπάλληλοι βεβηλώσεις τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους!