Ὁ περσοναλισμὸς τοῦ Maurice Nedoncelle: τὸ πρόσωπον ὡς σχέσις

Share:

Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου,

ὑπ. Διδάκτορος Δογματικῆς θεολογίας

Εἰσαγωγὴ

  Ὁ 20ός αἰώνας ὑπῆρξε μία ἐποχὴ βαθιῶν ἀνατροπῶν. Οἱ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ἡ ἄνοδος τῶν ὁλοκληρωτισμῶν, ἡ μαζικοποίηση τῆς κοινωνίας καὶ ἡ ραγδαία ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας ἄλλαξαν ριζικὰ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται τὸν ἑαυτό του. Ἡ ἔννοια τοῦ ἀτόμου συχνὰ ὑποκαθίσταται ἀπὸ αὐτὴν τῆς μάζας, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος κινδυνεύει νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς ἐργαλεῖο παραγωγῆς ἢ ὡς ἁπλὴ λειτουργικὴ μονάδα μέσα σὲ ἀπρόσωπα συστήματα.

Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ καὶ φιλοσοφικὸ πλαίσιο, ἀναδύεται ὁ περσοναλισμός, ἕνα ρεῦμα σκέψης ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ ἐπαναφέρει στὸ κέντρο τῆς φιλοσοφίας τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἁπλῶς βιολογικὸ ὄν, οὔτε μόνο κοινωνικὸ κατασκεύασμα. Εἶναι πρόσωπο, δηλαδὴ ὕπαρξη μοναδική, ἐλεύθερη καὶ ἀνεπανάληπτη, μὲ ἀπόλυτη ἐσωτερικὴ ἀξία.

Σὲ αὐτὸ τὸ ρεῦμα ἀνήκει καὶ ὁ Γάλλος φιλόσοφος Maurice Nedoncelle, τοῦ ὁποίου ἡ σκέψη ξεχωρίζει γιὰ τὴ ριζοσπαστική της θέση: τὸ πρόσωπο δὲν εἶναι μία σταθερὴ οὐσία, ἀλλὰ μία σχέση ποὺ διαρκῶς συγκροτεῖται.

Ὁ περσοναλισμὸς ὡς φιλοσοφικὴ ἀπάντησις τῆς νεωτερικότητος

Ὁ περσοναλισμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς μία θεωρία γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Εἶναι μία φιλοσοφικὴ ἀπάντηση στὴν κρίση τῆς νεωτερικότητας. Ἡ νεωτερικὴ σκέψη, ἰδιαίτερα μετὰ τὸν Διαφωτισμό, τείνει νὰ κατανοεῖ τὸ ἄτομο ὡς αὐτόνομη, αὐτάρκη καὶ ὀρθολογικὴ μονάδα. Ὡστόσο, αὐτὴ ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου ἀποδεικνύεται ἀνεπαρκής, γιὰ νὰ περιγράψει τὴν ὑπαρξιακὴ καὶ ἠθική του διάσταση.

Ὁ περσοναλισμὸς ἀντιπροτείνει ὅτι τὸ πρόσωπο δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα «ἄτομο» μέσα σὲ ἕνα σύνολο, ἀλλὰ μία ὕπαρξη μὲ μοναδικὴ ἀξία, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναχθεῖ οὔτε στὸ κοινωνικὸ οὔτε στὸ βιολογικὸ ἐπίπεδο. Τὸ πρόσωπο εἶναι φορέας ἐλευθερίας, συν­είδησης καὶ εὐθύνης.

Ὁ Nédoncelle, ὅμως, διαφοροποιεῖται ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ ἄλλους περσοναλιστές. Ἐνῶ στοχαστές, ὅπως ὁ Emmanuel Mounier, περὶ τοῦ ὁποίου μιλήσαμε σὲ προηγούμενό μας κείμενο, δίνουν ἔμφαση στὴ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ διάσταση τοῦ προσώπου, ὁ Nedoncelle ἐπικεντρώνεται στὴ βαθύτερη ὀντολογικὴ δομή του: στὴ σχέση ἐγώ–ἐσὺ ὡς θεμέλιο τῆς ὕπαρξης.

Ὁ Maurice Nedoncelle καὶ τὸ θεμελιῶδες

ἐρώτημα τοῦ προσώπου

Ὁ Maurice Nedoncelle κινεῖται στὸ μεταίχμιο φιλοσοφίας καὶ θεολογίας, ἐπηρεασμένος τόσο ἀπὸ τὸν χριστιανισμὸ ὅσο καὶ ἀπὸ τὴ φαινομενολογικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ παράδοση τοῦ 20οῦ αἰώνα.

Τὸ κεντρικό του ἐρώτημα εἶναι βαθὺ καὶ θεμελιῶδες:

Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ καθιστᾶ ἕνα ὂν πρόσωπο;

Ἡ ἀπάντησή του εἶναι ἁπλὴ ὡς διατύπωση, ἀλλὰ ριζοσπαστικὴ ὡς περιεχόμενο: τὸ πρόσωπο δὲν εἶναι μία αὐτάρκης ὀντότητα, ἀλλὰ μία ἀμοιβαία σχέση συν­ειδήσεων. Ἡ προσωπικότητα δὲν προηγεῖται τῆς σχέσης, ἀλλὰ συγκροτεῖται μέσα σὲ αὐτήν.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ταυτότητα δὲν εἶναι κάτι δεδομένο ἐκ τῶν προτέρων. Εἶναι κάτι ποὺ διαμορφώνεται, ἐξελίσσεται καὶ πραγματώνεται μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν ἄλλον.

Τὸ πρόσωπον ὡς δυναμικὴ σχέσις ἐγώ–ἐσύ

Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ θέση τοῦ Nedoncelle εἶναι ὅτι κανένα πρόσωπο δὲν ὑπάρχει ἀπομονωμένο. Τὸ «ἐγὼ» δὲν εἶναι κλειστὸ καὶ αὐτάρκες, ἀλλὰ ἕνα ἀνοικτὸ κέντρο ὕπαρξης ποὺ ἀποκτᾶ μορφὴ μέσα ἀπὸ τὴ        συνάντηση μὲ τὸ «ἐσύ».

Ἡ σχέση δὲν εἶναι ἐξωτερικὴ προσθήκη στὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἔρχεται μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ προσώπου. Ἀντίθετα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ συνθήκη συγκρότησής του.

Ἔτσι, τὸ πρόσωπο δὲν εἶναι οὐσία στατικὴ οὔτε ἀντικείμενο περιγραφῆς. Εἶναι μία διαρκὴς διαδικασία ἀμοιβαίας ἀναγνώρισης, μέσα στὴν ὁποία τὸ ἐγὼ καὶ τὸ ἐσὺ συγκροτοῦνται ταυτόχρονα.

Ἡ ταυτότητα, συνεπῶς, δὲν εἶναι κλειστή, ἀλλὰ ἀνοικτὴ καὶ ἐξελισσόμενη.

Ὁ ἄλλος ὡς προϋπόθεσις τῆς ὑπάρξεως

Ἕνα ἀπὸ τὰ κλασσικὰ προβλήματα τῆς φιλοσοφίας εἶναι ἡ σχέση τοῦ ἐγὼ μὲ τὸν ἄλλον. Στὴ νεωτερικὴ παράδοση, ὁ ἄλλος συχνὰ ἐμφανίζεται ὡς περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ὑποκειμένου. Ἡ παρουσία του θεωρεῖται ἐνδεχομένως ἀπειλὴ γιὰ τὴν αὐτονομία τοῦ ἀτόμου.

Ὁ Nedoncelle ἀντιστρέφει πλήρως αὐτὴ τὴν ὀπτική.

Γιὰ ἐκεῖνον, ὁ ἄλλος δὲν εἶναι ἐμπόδιο, ἀλλὰ προϋπόθεση τῆς ἴδιας τῆς προσωπικῆς ὕπαρξης. Χωρὶς τὸν ἄλλον δὲν ὑπάρχει ἀναγνώριση, δὲν ὑπάρχει συν­είδηση τοῦ ἑαυτοῦ ὡς προσώπου καὶ δὲν ὑπάρχει ἠθικὴ συγκρότηση.

Ὁ ἄλλος, ἑπομένως, δὲν περιορίζει τὴν ἐλευθερία· ἀντίθετα, τὴν καθιστᾶ δυνατή. Ἡ ὕπαρξη τοῦ ἐγὼ προϋποθέτει τὴ σχέση μὲ ἕνα ἄλλο ἐγώ.

Ἡ ἀγάπη ὡς ὀντολογικὴ δομὴ τοῦ προσώπου

Στὸ κέντρο τῆς σκέψης τοῦ Nedoncelle βρίσκεται ἡ ἔννοια τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς συν­αισθηματικὴ ἐμπειρία ἢ ψυχολογικὴ κατάσταση, ἀλλὰ θεμελιώδη τρόπο ὕπαρξης τοῦ προσώπου.

Τὸ νὰ ἀγαπῶ σημαίνει νὰ ἀναγνωρίζω τὸν ἄλλον ὡς ἀπόλυτα μοναδικὸ «ἐσύ», νὰ ἐπιθυμῶ τὴν πληρότητά του καὶ νὰ σέβομαι τὴν ἐλευθερία του. Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι κατοχὴ οὔτε ἐξουσία. Δὲν ἐπιδιώκει νὰ ἀφομοιώσει τὸν ἄλλον, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀναδείξει.

Σὲ αὐτὴ τὴ λογική, ἡ ἀγάπη γίνεται ἡ πιὸ καθαρὴ μορφὴ ἐλευθερίας, καθὼς προϋποθέτει τὴν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου καὶ ταυτόχρονα τὴν ἐνισχύει.

Τὸ πρόσωπο, ἑπομένως, δὲν ὁλοκληρώνεται στὴν ἀπομόνωση ἀλλὰ στὴ σχέση ἀγάπης καὶ ἀμοιβαίας ἀναγνώρισης.

Τὸ πρόσωπον ὡς γίγνεσθαι

Γιὰ τὸν Nedoncelle, τὸ πρόσωπο δὲν εἶναι στατικό. Δὲν εἶναι μία ὁλοκληρωμένη οὐσία ποὺ ἁπλῶς ὑπάρχει, ἀλλὰ μία διαδικασία ποὺ ἐξελίσσεται μέσα στὸν χρόνο.

Ἡ προσωπικὴ ταυτότητα εἶναι ἕνα συνεχὲς γίγνεσθαι. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ποτὲ «τελειωμένος». Μπορεῖ νὰ ὡριμάσει ἢ νὰ παραμείνει στάσιμος, νὰ ἐξελιχθεῖ ἢ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν αὐθεντική του ὕπαρξη.

Ἡ ἔννοια αὐτὴ δίνει στὸ πρόσωπο μία δυναμικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ διάσταση. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου γίνεται ἕνα ἔργο σὲ ἐξέλιξη, στὸ ὁποῖο οἱ σχέσεις παίζουν καθοριστικὸ ρόλο.

Τὸ ἀπόλυτον Ἐσὺ καὶ ἡ θεολογικὴ διάστασις

Ἡ σκέψη τοῦ Nedoncelle δὲν περιορίζεται στὸ ἀνθρώπινο ἐπίπεδο. Ὡς χριστιανὸς φιλόσοφος, θεωρεῖ ὅτι κάθε σχέση ἐγώ–ἐσὺ παραπέμπει σὲ ἕνα ἀπόλυτο «Ἐσύ», τὸ ὁποῖο εἶναι ὁ Θεός.

Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀντικείμενο γνώσης οὔτε ἁπλὴ ἔννοια. Εἶναι τὸ ὑπέρτατο θεμέλιο κάθε προσωπικῆς σχέσης. Χωρὶς αὐτὴ τὴν ὑπερβατικὴ διάσταση, ἡ ἴδια ἡ δυνατότητα τῆς πλήρους σχέσης προσώπων θὰ ἔμενε ἀτελής.

Ἔτσι, ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη δὲν εἶναι κλειστὴ στὸν ἑαυτό της, ἀλλὰ ἀνοικτὴ πρὸς τὸ ἀπόλυτο.

Σύγκρισις μὲ ἄλλας μορφὰς περσοναλισμοῦ

Στὸ πλαίσιο τοῦ περσοναλισμοῦ, ὁ Emmanuel Mounier δίνει ἔμφαση στὴ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ διάσταση τοῦ προσώπου, συνδέοντάς το μὲ τὴν ἱστορικὴ δράση καὶ τὴν κοινότητα.

Ὁ Nedoncelle, ἀντίθετα, ἑστιάζει κυρίως στὴ μεταφυσικὴ δομὴ τῆς σχέσης ἐγώ–ἐσύ. Γιὰ τὸν πρῶτο, τὸ πρόσωπο πραγματοποιεῖται μέσα στὴν κοινωνία· γιὰ τὸν δεύτερο, τὸ πρόσωπο συγκροτεῖται μέσα στὴ σχέση.

Καὶ οἱ δύο προσεγγίσεις, ὅμως, συναντῶνται στὴν κοινή τους πεποίθηση: ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν προσωπική του διάσταση.

Ἐπικαιρότης τοῦ περσοναλισμοῦ τοῦ Nedoncelle

Στὴ σύγχρονη ἐποχὴ τῶν ψηφιακῶν δικτύων, τῆς ταχύτητας καὶ τῆς ἐπιφανειακῆς ἐπικοινωνίας, ἡ σκέψη τοῦ Nedoncelle ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη ἐπικαιρότητα.

Ὁ ἄνθρωπος συχνὰ βιώνει σχέσεις χωρὶς βάθος καὶ ταυτότητες ποὺ κατακερματίζονται μέσα στὴν ὑπερπληροφόρηση καὶ τὴν κοινωνικὴ ἀπομόνωση.

Ὁ περσοναλισμὸς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ χωρὶς τὸν ἄλλον. Ἡ σχέση δὲν εἶναι δευτερεύουσα διάσταση τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὁ πυρήνας της.

Συμπέρασμα

Ὁ περσοναλισμὸς τοῦ Maurice Nedoncelle ὁδηγεῖ σὲ μία καθαρὴ καὶ ριζοσπαστικὴ ἀνθρωπολογικὴ θέση: τὸ πρόσωπο δὲν εἶναι κλειστὴ μονάδα, ἀλλὰ ἀνοικτὴ σχέση.

Ὁ ἄλλος δὲν ἀποτελεῖ ἀπειλὴ γιὰ τὴν ἐλευθερία, ἀλλὰ προϋπόθεσή της. Καὶ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἁπλῶς συναίσθημα, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ὀντολογικὴ δομὴ τῆς προσωπικῆς ὕπαρξης.

Τελικά, ἡ βασικὴ ἰδέα τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ φιλοσόφου συνοψίζεται σὲ μία φράση:

Γινόμαστε πραγματικὰ πρόσωπα μόνο μέσα στὴ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους.

Σχόλια ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου

Οἱ ἀνωτέρω ἀπόψεις ὅσο καὶ νὰ εἶναι ἐνδιαφέρουσες ἀπὸ φιλοσοφικῆς ἀπόψεως δὲν μποροῦν νὰ συμφιλιωθοῦν μὲ τὴν θεολογικὴ παράδοση τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Τὸ πρόσωπο ἢ ἄτομο, ἔννοιες συνώνυμες γιὰ τὴν παράδοσή μας, εἶναι περιεχόμενο τῆς φύσεως, ὅπως θὰ μᾶς ἔλεγε καὶ ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός. Ἑπομένως, δὲν τὸ ὁρίζει ἡ σχέση, ἡ ὁποία εἶναι συμβεβηκὸς / πρὸς τί, ἀλλὰ ἡ πραγματικότητα τῆς οὐσίας.

Ἡ σχέση μπορεῖ νὰ ἐπηρεάσει τὴ συγκρότηση τῆς προσωπικότητάς μας, μέχρι ἐκεῖ. Ὅμως, ἡ προσωπικότητα δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ οἱ νηπτικοὶ πατέρες ὀνομάζουν εἰδεχθὲς προσωπεῖο, ἤτοι ἕνας ρόλος. Ἡ προσωπικότητα δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἕνα ἱστορικὸ γνωμικῶν ἐπιλογῶν, ποὺ ὁδηγοῦν στὴ λήθη τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως οἱ νηπτικοί, συνιστοῦν στοὺς πιστοὺς νὰ ὑπερβοῦν διὰ τῆς ἀσκήσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως τὴν ἴδια τους τὴν ἑτερότητα / προσωπικότητα / εἰδεχθὲς προσωπεῖο, ἀνακαινίζοντάς την, οὕτως ὥστε νὰ φανεῖ τὸ κάλλος τῆς φύσης τους, τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ μας, τοῦ ἑαυτοῦ ποὺ προσέλαβε ὁ Χριστός.

Ὅποιος ὑπερβεῖ τὴν προσωπικότητά του, δηλαδὴ ὁ καθαρὸς στὴν καρδιά, εἶναι διαφανὴς μπροστὰ στὸ Θεό, καὶ τότε μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τοὺς τύπους του, νὰ γίνει θεόμορφος καὶ χριστόμορφος.

Ὁ ἀγώνας μας, ὅμως, ἐνάντια στὸ εἰδεχθὲς προσωπεῖο δὲν σημαίνει ὅτι ἀπὸ ἄτομα γινόμαστε πρόσωπα. Τὸ νὰ εἶσαι ὑπόσταση δὲν εἶναι κατόρθωμα ἢ ἄθλημα, ὅπως θὰ μᾶς ἔλεγε ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, καθότι ὁ Θεὸς δημιουργεῖ οὐσίες πάντα ἐν ὑποστάσεσι ἢ σὲ πρόσωπα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ὑποστασιακότητά μας, ὅπως καὶ ἡ φύση μας, εἶναι δῶρο Θεοῦ καὶ ὄχι στόχος πρὸς ἐκπλήρωση στὸ μέλλον. Τὸ πρόσωπο, μὲ ἄλλα λόγια, δὲν εἶναι ἐσχατολογικὸ γεγονός, ἀλλὰ πρωτολογικό, καθότι μᾶς δίνεται μὲ τὴ δημιουργία. Στόχος εἶναι ὁ ἀπεγκλωβισμός μας ἀπὸ τὴν προσωπικότητά μας, τὴν ὁποία οἰκοδομοῦμε μέσῳ τῶν καθημερινῶν ἁμαρτητικῶν ἐπιλογῶν μας.

Συνοψίζοντας, ὁ στόχος μας δὲν εἶναι ἡ ὑποστατικὴ ἀρχή, τὸ νὰ γίνουμε πρόσωπα, ἀλλὰ ἡ θέωση, ἡ ὁποία προϋποθέτει τὴν κατὰ φύσιν ζωή, τὴν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους μας τῆς φύσεως ποὺ μᾶς δώρισε ὁ Θεός.

  Next Article

Ὁ Στρατάρχης καὶ τὰ βλήματα τοῦ Ἰεχωβᾶ!