Τῆς κ. Ντραγκάνα Τρίφκοβιτς
Ὁ θάνατος τοῦ στρατηγοῦ Ράτκο Μλάντιτς στὶς 27 Αὐγούστου 2026 στὴ Χάγη δὲν ἔκλεισε τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τοῦ θεσμοῦ ποὺ τὸν κρατοῦσε ὑπὸ κράτηση. Ἀντιθέτως, οἱ συνθῆκες τῶν τελευταίων μηνῶν τῆς ζωῆς του ἐπανέφεραν τὸ ἐρώτημα σχετικὰ μὲ τὴ φύση καὶ τὸν πολιτικὸ ρόλο τῆς δικαιοσύνης τῆς Χάγης.
Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του ἀπορρίφθηκε τὸ αἴτημα νὰ μεταφερθεῖ ὁ βαριὰ ἀσθενὴς στρατηγὸς στὴ Σερβία γιὰ θεραπεία, παρόλο ποὺ ἡ Σερβία εἶχε προσφέρει κρατικὲς ἐγγυήσεις, ἰατρικὴ μεταφορὰ καὶ νοσηλεία στὴ Στρατιωτικὴ Ἰατρικὴ Ἀκαδημία. Μετὰ τὸν θάνατό του, ὁ γιός του, Ντάρκο Μλάντιτς, καθὼς καὶ οἱ γιατροὶ ποὺ παρακολουθοῦσαν τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ στρατηγοῦ, διατύπωσαν σοβαρὲς καταγγελίες: ὅτι ἐπὶ χρόνια δὲν τοῦ παρεχόταν ἐπαρκὴς ἰατρικὴ φροντίδα καὶ ὅτι οὐσιαστικὰ ὁδηγήθηκε στὸν θάνατο ἐξαιτίας ἀνεπαρκοῦς θεραπείας καὶ τῆς ἄρνησης νὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ λάβει ἰατρικὴ περίθαλψη ἐκτός τοῦ συστήματος τῆς Χάγης.
Οἱ καταγγελίες αὐτὲς ἀπαιτοῦν ἀνεξάρτητη ἔρευνα. Πολὺ περισσότερο ἐπειδὴ δὲν μποροῦν νὰ ἐξεταστοῦν ἀποκομμένες ἀπὸ τὸ εὐρύτερο ζήτημα τῆς λειτουργίας τοῦ Δικαστηρίου τῆς Χάγης.
Τὸ Δικαστήριον τῆς Χάγης ὡς ἐργαλεῖον πολιτικῆς ἰσχύος
Γιὰ νὰ κατανοηθεῖ ἡ ὑπόθεση τοῦ Ράτκο Μλάντιτς, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐγκαταλειφθεῖ ἡ ὑπόθεση ὅτι τὸ Δικαστήριο τῆς Χάγης λειτουργοῦσε μέσα σὲ ἕνα πολιτικὸ κενό. Δημιουργήθηκε μὲ ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας τοῦ ΟΗΕ σὲ μία περίοδο κατὰ τὴν ὁποία οἱ δυτικὲς δυνάμεις εἶχαν ἤδη ἄμεση πολιτική, διπλωματική, πληροφοριακὴ καὶ οἰκονομικὴ ἐμπλοκὴ στὴ γιουγκοσλαβικὴ σύγκρουση, ἐνῶ ἀργότερα ἐνεπλάκησαν καὶ στρατιωτικά.
Ἀπὸ τὴ σερβικὴ ὀπτική, ἡ πρακτική του ἔδειξε ὅτι δὲν ὑπῆρξε ἕνας οὐδέτερος διαιτητὴς ὑπεράνω τῆς σύγκρουσης, ἀλλὰ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐργαλεῖα τῆς πολιτικῆς ἰσχύος τῆς Δύσης, μέσῳ τοῦ ὁποίου, μετὰ τὴ στρατιωτικὴ καὶ πολιτικὴ ἔκβαση τῶν πολέμων, διαμορφώθηκε καὶ ἡ νομικὴ ἑρμηνεία τους.
Ἡ δυσαναλογία στὴ σύνθεση τῶν καταδικασθέντων, καθὼς καὶ ἡ ἔκβαση ὁρισμένων ἀπὸ τὶς σημαντικότερες δίκες ἐναντίον διοικητῶν τῶν ἄλλων ἐμπόλεμων πλευρῶν, δημιούργησαν στὴ Σερβία τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς Χάγης ἐπιτελοῦσε καὶ μία ἀκόμη λειτουργία: νὰ θεσμοθετήσει μία πολιτικὴ ἑρμηνεία τοῦ πολέμου, στὸ πλαίσιο τῆς ὁποίας στὴ σερβικὴ πλευρὰ ἀποδόθηκε ὁ ρόλος τοῦ κύριου καὶ διαρκοῦς ὑπαιτίου.
Ὁ Ράτκο Μλάντιτς καταδικάστηκε ἀπὸ τὸ Διεθνὲς Ποινικὸ Δικαστήριο γιὰ τὴν πρώην Γιουγκοσλαβία σὲ ἰσόβια κάθειρξη γιὰ τὴν ἀποκαλούμενη γενοκτονία στὴ Σρεμπρένιτσα, ἐγκλήματα κατὰ τῆς ἀνθρωπότητας καὶ ἐγκλήματα πολέμου. Ἡ πρωτόδικη ἀπόφαση ἐκδόθηκε τὸ 2017 καὶ ἐπικυρώθηκε ὁριστικὰ τὸ 2021.
Οἱ Σέρβοι ὡς οἱ μεγαλύτεροι «χαμένοι» ἀπὸ τὴν διάλυσιν τῆς Γιουγκοσλαβίας
Ὁ πόλεμος προκάλεσε θύματα σὲ ὅλους τούς λαοὺς τῆς Γιουγκοσλαβίας, ὅμως οἱ συνέπειες τῆς διάλυσής της δὲν ἦταν ἴδιες γιὰ ὅλους.
Οἱ Σέρβοι ὑπῆρξαν λαὸς μὲ θεμελιώδη ρόλο στὴ συγκρότηση τοῦ κράτους, ὁ ὁποῖος συνεισέφερε στὴ δημιουργία καὶ τῶν δύο Γιουγκοσλαβιῶν τόσο τὴ δική του κρατικὴ ὑπόσταση ὅσο καὶ τὶς τεράστιες θυσίες ποὺ εἶχε ὑποστεῖ κατὰ τοὺς δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Μὲ τὴ διάλυση τῆς Γιουγκοσλαβίας, μεγάλα τμήματα τοῦ σερβικοῦ λαοῦ βρέθηκαν ἐκτὸς τῶν συνόρων τῆς Σερβίας, ἐνῶ ἑκατοντάδες χιλιάδες ἄνθρωποι ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὶς πατρογονικές τους ἑστίες, ὅπου οἱ οἰκογένειές τους ζοῦσαν ἐπὶ αἰῶνες.
Ταυτόχρονα, τὰ διοικητικὰ σύνορα τῶν γιουγκοσλαβικῶν δημοκρατιῶν μετατράπηκαν σὲ διεθνῆ κρατικὰ σύνορα, ἐνῶ οἱ πολιτικὲς καὶ ἐθνικὲς ταυτότητες θεσμοθετήθηκαν περαιτέρω στὸ πλαίσιο τῶν νέων κρατῶν.
Ἔτσι δημιουργήθηκε ἕνα ἱστορικὸ παράδοξο: ἕνας λαὸς ποὺ ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς βασικοὺς πυλῶνες τῆς δημιουργίας τῆς Γιουγκοσλαβίας ἐξῆλθε ἀπὸ τὴ διάλυσή της ἀποδυναμωμένος ἐδαφικά, δημογραφικά, οἰκονομικὰ καὶ πολιτικά, ἐνῶ ἄλλα πολιτικὰ σχέδια ἀπέκτησαν, μέσῳ τῆς διάλυσης τῆς ὁμοσπονδίας, ἀνεξάρτητα κράτη.
Ἡ Γιουγκοσλαβία ὡς ἐργαστήριον τῆς νέας γεωπολιτικῆς τάξεως
Ὡστόσο, οἱ γιουγκοσλαβικοὶ πόλεμοι δὲν μποροῦν νὰ ἐξηγηθοῦν ἀποκλειστικὰ μέσα ἀπὸ τοὺς τοπικοὺς ἐθνικισμούς.
Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἐπανεξεταστεῖ ὁ ρόλος τῶν μεγάλων δυνάμεων στὴ μετατροπὴ τῶν ἐσωτερικῶν πολιτικῶν καὶ ἐθνικῶν ἀντιθέσεων σὲ ἔνοπλη σύγκρουση.
Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1990, ἡ Γιουγκοσλαβία ἔγινε ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα μεγάλα πειραματικὰ πεδία τῆς μεταψυχροπολεμικῆς τάξης. Ἀντὶ γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ πολυεθνικοῦ κράτους καὶ τὴν ἀναζήτηση πολιτικοῦ συμβιβασμοῦ, οἱ ἐξωτερικὲς δυνάμεις, μέσῳ τῆς ἀναγνώρισης τῶν ἀποσχίσεων, τῆς ὑποστήριξης διαφόρων τοπικῶν παραγόντων, τοῦ ἐξοπλισμοῦ, τῶν ἐπιχειρήσεων τῶν ὑπηρεσιῶν πληροφοριῶν καὶ τῆς ἐπιλεκτικῆς διπλωματίας, συνέβαλαν στὴ διεθνοποίηση καὶ τὴν ἐμβάθυνση τῶν συγκρούσεων.
Σὲ ἕνα εὐρύτερο πλαίσιο, οἱ βαλκανικοὶ πόλεμοι μποροῦν ἐπίσης νὰ ἀναλυθοῦν μέσα ἀπὸ τὴ λογικὴ αὐτοῦ ποὺ ὁ Σάμιουελ Χάντινγκτον θὰ διατύπωνε ὡς «σύγκρουση τῶν πολιτισμῶν»: οἱ πολιτικὲς διαχωριστικὲς γραμμὲς συνέπιπταν ὁλοένα καὶ περισσότερο μὲ τὶς ὀρθόδοξες, καθολικὲς καὶ μουσουλμανικὲς ταυτότητες.
Εἶναι ἑπομένως ἀναγκαῖο νὰ διαπιστωθεῖ, ἐὰν ἡ Δύση στὰ Βαλκάνια ἁπλῶς «διαχειρίστηκε τὴν κρίση» — ἢ ἐάν, μέσῳ τῶν δικῶν της ἀποφάσεων, συμμετεῖχε ἐνεργὰ στὴ δημιουργία τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὶς ὁποῖες οἱ ἐθνοτικὲς καὶ θρησκευτικὲς διαφορὲς μετατράπηκαν σὲ γεωπολιτικὲς γραμμὲς μετώπου.
Ἕνα ξεχωριστὸ καὶ ἰδιαίτερα σημαντικὸ ζήτημα ἀφορᾶ τὴν ἄφιξη ξένων ἰσλαμιστῶν μαχητῶν στὴ Βοσνία καὶ Ἐρζεγοβίνη. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου, μουτζαχεντὶν ἀπὸ τὴ Μέση Ἀνατολή, τὴ Βόρεια Ἀφρικὴ καὶ ἄλλες περιοχὲς ἔφθασαν στὴν κεντρικὴ Βοσνία, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπῆρχαν ἄτομα ποὺ ἦταν μέλη ἢ συνδέονταν μὲ ριζοσπαστικὲς ἰσλαμιστικὲς ὀργανώσεις καὶ δίκτυα. Τὸ 1993 συγκροτήθηκε ἀπὸ ξένους μαχητὲς τὸ ἀπόσπασμα «Ἒλ Μουτζαχίντ», τὸ ὁποῖο συνδεόταν μὲ τὸ Τρίτο Σῶμα Στρατοῦ τῆς Στρατιᾶς τῆς Βοσνίας καὶ Ἐρζεγοβίνης.
Τὰ ἐγκλήματα ποὺ διαπράχθηκαν ἀπὸ μέλη αὐτῶν τῶν σχηματισμῶν δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς ἀντικείμενο σερβικῶν μαρτυριῶν. Ἐξετάστηκαν ἐπίσης ἀπὸ τὸ Δικαστήριο τῆς Χάγης. Στὸ πλαίσιο δικαστικῶν διαδικασιῶν τεκμηριώθηκαν δολοφονίες, βασανιστήρια καὶ ἀπάνθρωπη μεταχείριση Σέρβων καὶ Κροατῶν αἰχμαλώτων καὶ ἀμάχων. Μεταξὺ τῶν φρικτότερων τεκμηριωμένων περιπτώσεων ἦταν ἡ δολοφονία τοῦ Σέρβου Ντράγκαν Πόποβιτς στὸ στρατόπεδο Ὀράσατς τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1993: ἀφοῦ ἀποκεφαλίστηκε, ἄλλοι κρατούμενοι ἐξαναγκάστηκαν νὰ φιλήσουν τὸ κομμένο κεφάλι του.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐγείρει ἕνα πολὺ εὐρύτερο ἐρώτημα, τὸ ὁποῖο μέχρι σήμερα δὲν ἔχει διερευνηθεῖ ἐπαρκῶς: μέσῳ ποιῶν διαύλων ἔφθαναν οἱ ξένοι μουτζαχεντὶν στὴ Βοσνία, ποιοὶ διευκόλυναν τὴ μετακίνησή τους, τὸν ἀνεφοδιασμὸ καὶ τὴν πολιτικὴ προστασία τους καὶ τί γνώριζαν οἱ δυτικὲς ὑπηρεσίες πληροφοριῶν σχετικὰ μὲ τὴν παρουσία τους; Ὑπάρχουν ἔγγραφα, ἔρευνες καὶ μαρτυρίες σχετικὰ μὲ μυστικοὺς διαύλους ποὺ χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὸν ἐξοπλισμὸ τῆς βοσνιακῆς πλευρᾶς, καθὼς καὶ γιὰ τὶς δραστηριότητες ξένων ἰσλαμιστῶν μαχητῶν, τὰ ὁποῖα καθιστοῦν ἀναγκαία τὴν περαιτέρω διερεύνηση τοῦ ρόλου τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καὶ ἄλλων ἐξωτερικῶν παραγόντων.
Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία ἀπὸ τὴ σημερινὴ ὀπτική: ριζοσπαστικὰ ἰσλαμιστικὰ δίκτυα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1990 θεωροῦνταν χρήσιμος παράγοντας σὲ ὁρισμένες γεωπολιτικὲς συγκρούσεις, ἐξελίχθηκαν ἀργότερα σὲ μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες ἀπειλὲς γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῶν ἴδιων τῶν δυτικῶν κρατῶν.
Σρεμπρένιτσα: Τί ἐγνώριζαν ἡ Οὐάσιγκτον, τὸ Λονδίνον καὶ τὸ Παρίσι;
Πουθενὰ ἀλλοῦ ἡ ἀνάγκη γιὰ μία τέτοια ἐπανεξέταση δὲν εἶναι τόσο ἐμφανὴς ὅσο στὴν περίπτωση τῆς Σρεμπρένιτσα.
Τὰ διεθνῆ δικαστήρια χαρακτήρισαν ὡς γενοκτονία τὶς δολοφονίες Βόσνιων Μουσουλμάνων ἀνδρῶν μετὰ τὴν πτώση τοῦ θύλακα τὸν Ἰούλιο τοῦ 1995. Ὡστόσο, ἕνας δικαστικὸς χαρακτηρισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἀπαγόρευση γιὰ τὴ διερεύνηση τῶν πολιτικῶν, στρατιωτικῶν καὶ πληροφοριακῶν συνθηκῶν ποὺ προηγήθηκαν τῆς πτώσης τῆς Σρεμπρένιτσα, οὔτε τῆς εὐθύνης ἐξωτερικῶν παραγόντων ποὺ συμμετεῖχαν ἄμεσα στὴ διαχείριση τοῦ πολέμου στὴ Βοσνία.
Ἔγγραφα τῶν ἴδιων τῶν δυτικῶν κρατῶν καὶ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καταδεικνύουν ὅτι ὑπάρχουν ζητήματα ποὺ ἀπαιτοῦν περαιτέρω διερεύνηση.
Ἰδιαίτερη προσοχὴ ἀξίζει ἡ μαρτυρία τοῦ Χακίγια Μεχόλιτς, ἀρχηγοῦ τῆς ἀστυνομίας τῆς Σρεμπρένιτσα κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου καὶ μέλους τῆς ἀντιπροσωπίας τῆς Σρεμπρένιτσα στὴ συνάντηση μὲ τὸν Ἀλία Ἰζετμπέγκοβιτς στὸ Σαράγεβο τὸ 1993. Ὁ Μεχόλιτς ὑποστήριζε δημοσίως ἐπὶ χρόνια ὅτι ὁ Ἰζετμπέγκοβιτς τοὺς εἶχε μεταφέρει πὼς ὁ Ἀμερικανὸς πρόεδρος Μπὶλ Κλίντον τοῦ εἶχε πεῖ ὅτι τὸ ΝΑΤΟ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπέμβει στρατιωτικὰ, ἐὰν στὴ Σρεμπρένιτσα σκοτώνονταν περίπου 5.000 Μουσουλμάνοι.
Ὁ Κλίντον ἀρνήθηκε ἀργότερα ὅτι εἶχε διατυπώσει ποτὲ μία τέτοια πρόταση.
Ὡστόσο, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ συγκεκριμένη μαρτυρία προῆλθε ἀπὸ ἕνα Βόσνιο Μουσουλμάνο ἀξιωματοῦχο τῆς περιόδου τοῦ πολέμου ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ Σρεμπρένιτσα, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴ σερβικὴ πλευρά, τῆς προσδίδει ἰδιαίτερη ἱστορικὴ βαρύτητα καὶ ἐπιβάλλει τὴ διερεύνησή της, ἀντὶ τοῦ ἁπλοῦ ἀποκλεισμοῦ της ἀπὸ τὸν δημόσιο διάλογο.
Ἐπιπλέον, στὴν ἐπίσημη ἔκθεση τοῦ Γενικοῦ Γραμματέα τοῦ ΟΗΕ «Ἡ πτώση τῆς Σρεμπρένιτσα» (A/54/549) τοῦ 1999, στὴν παράγραφο 115, καταγράφεται ὅτι ἐπιζῶντα μέλη τῆς ἀντιπροσωπίας τῆς Σρεμπρένιτσα δήλωσαν πώς, κατὰ τὴ συνάντησή τους στὸ Σαράγεβο τὸ 1993, ὁ Ἀλία Ἰζετμπέγκοβιτς τοὺς εἶπε ὅτι εἶχε πληροφορηθεῖ πὼς μία ἐπέμβαση τοῦ ΝΑΤΟ στὴ Βοσνία καὶ Ἐρζεγοβίνη θὰ ἦταν δυνατὴ μόνο ἐὰν οἱ σερβικὲς δυνάμεις εἰσέρχονταν στὴ Σρεμπρένιτσα καὶ σκότωναν τουλάχιστον 5.000 κατοίκους της. Στὴν ἴδια ἔκθεση, ὡστόσο, καταγράφεται ἐπίσης ὅτι ὁ Ἰζετμπέγκοβιτς ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ ὅτι εἶχε κάνει μία τέτοια δήλωση.
Σὲ αὐτὰ πρέπει νὰ προστεθεῖ ἕνα ἔγγραφο τοῦ βρετανικοῦ Ὑπουργείου Ἄμυνας, μὲ ἡμερομηνία 11 Ἰουλίου 1995. Σὲ αὐτὸ ἀναφέρεται ὅτι ἡ ἐπίθεση τοῦ Στρατοῦ τῆς Δημοκρατίας Σέρπσκα ἀκολούθησε ἔπειτα ἀπὸ μῆνες ἐπιθέσεων τοῦ Στρατοῦ τῆς Βοσνίας καὶ Ἐρζεγοβίνης ἐναντίον μιᾶς σερβικῆς γραμμῆς ἀνεφοδιασμοῦ νότια τοῦ θύλακα. Παράλληλα, διατυπώνεται ἡ ἐκτίμηση ὅτι ἡ ἐπιχείρηση πιθανότατα δὲν ξεκίνησε ὡς σχέδιο τῆς ἡγεσίας στὸ Πάλε γιὰ τὴν κατάληψη ὁλόκληρου τοῦ θύλακα, ἀλλὰ ὅτι ἡ προέλαση ἐπεκτάθηκε μετὰ τὴν ἀντιμετώπιση ἀσθενοῦς ἀντίστασης.
Αὐτὸ δὲν ἐπιλύει τὸ ζήτημα τῶν ἐκτελέσεων ποὺ ἀκολούθησαν. Θέτει, ὅμως, ἕνα σημαντικὸ ἐρώτημα σχετικὰ μὲ τὴ χρονολογία τῶν γεγονότων, τὴν ἀρχικὴ πρόθεση τῆς ἐπιχείρησης καὶ τὴ μετέπειτα ἐξέλιξή της.
Τέλος, ἡ Σρεμπρένιτσα ἦταν «ἀσφαλὴς περιοχὴ» τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἐὰν ἡ διεθνὴς κοινότητα ἀνέλαβε τὴν προστασία της, τότε ἡ δική της εὐθύνη δὲν μπορεῖ νὰ διαγραφεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορία.
Εἶναι ἑπομένως ἀπαραίτητο νὰ διερευνηθεῖ ὁ ρόλος τῶν ὑπηρεσιῶν πληροφοριῶν καὶ τοῦ πολιτικοῦ παράγοντα τῶν μεγάλων δυνάμεων.
Σήμερα, μετὰ τὴ δημοσιοποίηση μεγάλου ἀριθμοῦ ἐγγράφων ποὺ συνδέονται μὲ τὸν Τζέφρι Ἐπστάιν, ἐπανέρχονται στὸν δημόσιο διάλογο ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴ φύση τῶν ἐπαφῶν του μὲ πολυάριθμους ἐκπροσώπους τῆς δυτικῆς πολιτικῆς ἐλίτ, συμπεριλαμβανομένου τοῦ Μπὶλ Κλίντον. Ὡστόσο, πρὸς τὸ παρὸν δὲν ὑπάρχουν δημόσια διαθέσιμα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα ποὺ νὰ τεκμηριώνουν τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι ὁ Κλίντον εἶχε ὑποστεῖ ἐκβιασμὸ σὲ σχέση μὲ ἀποφάσεις ποὺ ἀφοροῦσαν τὴ Βοσνία.
Ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνη τὴν Ἱστορίαν;
Τὸ ζήτημα τῆς Σρεμπρένιτσα ἔχει καὶ μία εὐρύτερη ἠθικὴ διάσταση.
Ἡ Μεγάλη Βρετανία, ἡ ὁποία τὸ 2015 ἐπιχείρησε νὰ προωθήσει στὸ Συμβούλιο Ἀσφαλείας τοῦ ΟΗΕ τὴν υἱοθέτηση ψηφίσματος γιὰ τὴ Σρεμπρένιτσα, ὑπῆρξε τὸ κέντρο μίας ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἀποικιακὲς αὐτοκρατορίες στὴν Ἱστορία. Ἡ ἱστορία τοῦ βρετανικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ περιλαμβάνει μαζικὴ βία, καταστολή, στρατόπεδα συγκέντρωσης κατὰ τοὺς Πολέμους τῶν Μπόερ, ἀποικιακὰ ἐγκλήματα στὴν Ἀφρικὴ καὶ τὴν Ἀσία, καθὼς καὶ πολιτικὲς τῶν ὁποίων οἱ δημογραφικὲς συνέπειες ἐξακολουθοῦν νὰ μελετῶνται μέχρι σήμερα.
Οἱ Ἡνωμένες Πολιτεῖες εἶναι τὸ μοναδικὸ κράτος ποὺ χρησιμοποίησε ἀτομικὰ ὅπλα ἐναντίον πόλεων — τῆς Χιροσίμα καὶ τοῦ Ναγκασάκι — ἐνῶ ἡ σύγχρονη ἱστορία τους περιλαμβάνει πολέμους καὶ βομβαρδισμοὺς ἀπὸ τὴν Ἰνδοκίνα ἕως τὸ Ἰρὰκ καὶ τὴ Γιουγκοσλαβία.
Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν μειώνει τὴ βαρύτητα ὁποιουδήποτε ἐγκλήματος διαπράχθηκε στὰ Βαλκάνια.
Θέτει, ὅμως, τὸ ζήτημα τῆς οἰκουμενικότητας τῆς διεθνοῦς δικαιοσύνης: ποιὸς κρίνει τοὺς κριτές;
Γιατί τὰ ἐγκλήματα μικρῶν ἐθνῶν διεθνοποιοῦνται ὡς ζητήματα παγκόσμιας ἠθικῆς, ἐνῶ ἡ τεράστια ἱστορικὴ βία τῶν μεγάλων δυνάμεων ἀφήνεται κατὰ κανόνα στὴν ἱστοριογραφία, χωρὶς διεθνῆ δικαστήρια καὶ χωρὶς πολιτικὲς συνέπειες πού νὰ μεταφέρονται σὲ ὁλόκληρους λαούς;
Τὸ 2015, ἡ Ρωσία, ἀσκώντας τὸ δικαίωμα βέτο, ἀπέτρεψε τὴν υἱοθέτηση τῆς βρετανικῆς πρότασης στὸ Συμβούλιο Ἀσφαλείας. Ἐννέα χρόνια ἀργότερα, ἡ πρωτοβουλία μεταφέρθηκε στὴ Γενικὴ Συνέλευση, ὅπου δὲν ὑπάρχει δικαίωμα βέτο, καὶ στὶς 23 Μαΐου 2024 υἱοθετήθηκε τὸ Ψήφισμα 78/282.
Τυπικά, τὸ ψήφισμα ὑπογραμμίζει τὴν ἀτομικὴ εὐθύνη. Σὲ πολιτικὸ ἐπίπεδο, ὡστόσο, στὴ Σερβία καὶ τὴ Δημοκρατία Σέρπσκα ὑπάρχει βαθιὰ πεποίθηση ὅτι, μέσῳ τῆς θεσμοθέτησης ἑνὸς μόνο τμήματος τοῦ γιουγκοσλαβικοῦ πολέμου, συντηρεῖται μία ἀσύμμετρη κουλτούρα μνήμης, στὴν ὁποία ἕνας λαὸς παραμένει μόνιμα συνδεδεμένος μὲ τὴν ἔννοια τῆς γενοκτονίας.
Βελιγράδι: Ἡ σύγκρουσις τῆς κοινωνίας μὲ ἕνα εἰσαγόμενον πρότυπον
Τὰ γεγονότα στὸ Βελιγράδι τὴν ἡμέρα τῆς ἐκδήλωσης μνήμης γιὰ τὸν στρατηγὸ Μλάντιτς ἀποτέλεσαν μία σχεδὸν τέλεια εἰκόνα τῆς πολιτικῆς καὶ πολιτισμικῆς πίεσης, ὑπὸ τὴν ὁποία βρίσκεται ἡ Σερβία.
Ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ βρισκόταν ἡ λεγόμενη «Παρέλαση Ὑπερηφάνειας», μία ἐκδήλωση ποὺ ὑποστηρίζεται ἔντονα ἀπὸ δυτικὲς διπλωματικὲς δομὲς καὶ εὐρωπαϊκοὺς θεσμούς, μὲ τὴ συμμετοχὴ προσώπων καὶ ἀκτιβιστῶν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, καθὼς καὶ ἑνὸς μέρους τοῦ ἐγχώριου μὴ κυβερνητικοῦ καὶ πολιτικοῦ τομέα ποὺ ὑποστηρίζει τὴν LGBT ἀτζέντα.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, μπροστὰ ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἀναλήψεως, βρίσκονταν πιστοί, κληρικοὶ καὶ πολίτες ποὺ ἀντιλαμβάνονταν τὴν ἐκδήλωση αὐτὴ ὡς πρόκληση ἀπέναντι στὶς παραδοσιακὲς καὶ ὀρθόδοξες ἀξίες τῆς σερβικῆς κοινωνίας. Ἀνάμεσά τους βρισκόταν ἡ ἀστυνομία.
Τὴν ἴδια στιγμή, στὸ Κεντρικὸ Στρατιωτικὸ Μέγαρο τοῦ Βελιγραδίου πραγματοποιοῦνταν ἐκδήλωση μνήμης γιὰ τὸν στρατηγὸ Μλάντιτς.
Ἡ εἰκόνα αὐτὴ καταδεικνύει τὸ βαθὺ χάσμα ἀνάμεσα σὲ ἕνα σημαντικὸ τμῆμα τῆς παραδοσιακῆς σερβικῆς κοινωνίας καὶ σὲ ἕνα πρότυπο ἀξιῶν πού, μέσῳ τῆς διαδικασίας εὐρωπαϊκῆς ὁλοκλήρωσης, τῶν διπλωματικῶν πιέσεων, τῆς χρηματοδότησης τοῦ μὴ κυβερνητικοῦ τομέα καὶ τῆς πολιτικῆς αἱρεσιμότητας, προωθεῖται ὡς ὑποχρεωτικὴ ὁδὸς «ἐκσυγχρονισμοῦ».
Ἡ μάχη ἡ ὁποία μένει ἀκόμη νὰ δοθῆ
Ἡ κηδεία τοῦ Ράτκο Μλάντιτς, ἑπομένως, δὲν ἦταν ἁπλῶς ἡ κηδεία ἑνὸς στρατηγοῦ.
Ἡ μαζικὴ προσέλευση τοῦ κόσμου ἔδειξε ὅτι τρεῖς δεκαετίες πολιτικῆς πίεσης καὶ συγκεκριμένης μιντιακῆς παρουσίασης τῶν γιουγκοσλαβικῶν πολέμων δὲν κατάφεραν νὰ διαγράψουν τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἕνα σημαντικὸ μέρος τοῦ σερβικοῦ λαοῦ ἀντιλαμβάνεται τὸ δικό του παρελθόν.
Γιὰ αὐτούς, ὁ Μλάντιτς δὲν ἀποτελεῖ σύμβολο τῆς συλλογικῆς ἐνοχῆς ποὺ θεωροῦν ὅτι τοὺς ἐπιβάλλεται, ἀλλὰ ἕνα ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου, διοικοῦσε ἕνα στρατὸ ποὺ εἶχε δημιουργηθεῖ, γιὰ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν σερβικὸ λαὸ στὴ Βοσνία καὶ Ἐρζεγοβίνη.
Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, ὁ θάνατός του πρέπει νὰ ἀνοίξει ἕνα πολὺ εὐρύτερο ζήτημα ἀπὸ ἐκεῖνο τῆς ἀτομικῆς του βιογραφίας. Ὁ θάνατος τοῦ Ράτκο Μλάντιτς ἔδειξε ὅτι ἡ γλώσσα τῶν μέσων ἐνημέρωσης τῆς δεκαετίας τοῦ 1990 δὲν ἐξαφανίστηκε ποτὲ πραγματικά.
Ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ δυτικοῦ μιντιακοῦ χώρου ἐνεργοποίησε ἐκ νέου τὸ ἤδη γνωστὸ πρότυπο, στὸ ὁποῖο ἡ σύνθετη ἱστορία τῶν γιουγκοσλαβικῶν πολέμων περιορίζεται σὲ ἕνα ἄνθρωπο, μία πλευρὰ καὶ μία ἠθικὴ ἑρμηνεία.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο συνεχίζεται ἡ διαδικασία ποὺ ξεκίνησε τὴ δεκαετία τοῦ 1990: ἡ πολιτικὴ καὶ μιντιακὴ δαιμονοποίηση τῶν Σέρβων ὑποκαθιστᾶ τὴ σύνθετη ἀνάλυση τῶν αἰτιῶν τῆς διάλυσης τῆς Γιουγκοσλαβίας, τῶν συμφερόντων τῶν μεγάλων δυνάμεων καὶ τῆς εὐθύνης ὅλων τῶν ἐμπλεκόμενων παραγόντων.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἔχει ἔλθει ἡ ὥρα γιὰ μία θεμελιώδη ἐπανεξέταση τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τῆς διάλυσης τῆς Γιουγκοσλαβίας — ὄχι ἀναθεώρηση μὲ τὴν ἔννοια τῆς διαγραφῆς τῶν ἐγκλημάτων ἢ τῶν θυμάτων ὁποιουδήποτε λαοῦ, ἀλλὰ ἐκ νέου ἄνοιγμα τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀρχείων καὶ τῶν ἀποφάσεων ποὺ διαμόρφωσαν τὸν πόλεμο.
Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἐξακριβωθεῖ ὁ ρόλος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, τῆς Μεγάλης Βρετανίας, τῆς Γερμανίας, τῆς Γαλλίας, τοῦ ΝΑΤΟ, τῶν δυτικῶν ὑπηρεσιῶν πληροφοριῶν καὶ ἄλλων ἐξωτερικῶν παραγόντων στὴν ὑποκίνηση, τὴν ὄξυνση καὶ τὴν κατεύθυνση τῶν διεθνοτικῶν καὶ διαθρησκευτικῶν συγκρούσεων στὸν χῶρο τῆς πρώην Γιουγκοσλαβίας.
Ἐὰν διαπιστωθεῖ ὅτι πρόσωπα ἢ θεσμοὶ ὑποκίνησαν συνειδητὰ τὸν πόλεμο, παρεμπόδισαν εἰρηνευτικὲς συμφωνίες, ἐξόπλισαν τὶς ἀντιμαχόμενες πλευρές, ὀργάνωσαν εἰδικὲς ἐπιχειρήσεις, συγκάλυψαν ἐγκλήματα ἢ χειραγώγησαν τὶς συγκρούσεις γιὰ τὴν ἐπίτευξη γεωπολιτικῶν στόχων, ἡ εὐθύνη τους δὲν μπορεῖ νὰ παραμείνει ἁπλῶς θέμα τῶν βιβλίων τῆς Ἱστορίας. Πρέπει νὰ ἀποτελέσει ἀντικείμενο νομικῆς καὶ πολιτικῆς λογοδοσίας.
Διότι μία δικαιοσύνη ποὺ δικάζει μόνο τοὺς ἡττημένους δὲν εἶναι οἰκουμενικὴ δικαιοσύνη.
Ἡ ἱστορία τῆς Γιουγκοσλαβίας δὲν μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ γιὰ πάντα στὶς δικαστικὲς ἀποφάσεις θεσμῶν ποὺ δημιουργήθηκαν στὸ πλαίσιο μίας πολιτικῆς τάξης, ἡ ὁποία συμμετεῖχε καὶ ἡ ἴδια ἐνεργὰ στὴ συγκεκριμένη σύγκρουση.
Ἑπομένως, τὸ τελικὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι μόνο ποιὸς ἦταν ὁ Ράτκο Μλάντιτς.
Τὸ ἐρώτημα εἶναι ποιοὶ διέλυσαν τὴ Γιουγκοσλαβία, ποιοὶ μετέτρεψαν τὶς ἐθνικὲς καὶ θρησκευτικὲς ἀντιθέσεις σὲ πόλεμο, ποιοὶ ἀποφάσιζαν πότε ὁ πόλεμος θὰ συνεχιζόταν καὶ πότε θὰ σταματοῦσε — καὶ γιατί ἐκεῖνοι ποὺ διέθεταν τὴ μεγαλύτερη πολιτική, πληροφοριακὴ καὶ στρατιωτικὴ ἰσχὺ ἔχουν, μέχρι σήμερα, παραμείνει σὲ μεγάλο βαθμὸ ἐκτός τῆς ἐμβέλειας τῆς δικαιοσύνης.
Χωρὶς ἀπαντήσεις σὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει οὔτε πλήρης ἀλήθεια γιὰ τὴ Σρεμπρένιτσα, οὔτε ἀλήθεια γιὰ τὸν Ράτκο Μλάντιτς, οὔτε δίκαιη ἱστορικὴ κρίση γιὰ τὴν τραγωδία τῆς Γιουγκοσλαβίας.




