«Ὁ Ἀλβανίας Ἀναστάσιος, ὡς Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος»

Share:

Γράφει ὁ κ. Ἡρακλῆς Ρεράκης, Καθηγητὴς ΑΠΘ, Πρόεδρος τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων

  Σὲ ὅλους ὅσους παρακολουθήσαμε τὸ τελευταῖο ταξίδι τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀναστασίου, ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα στὴν Ἀλβανία, μὲ τελικὸ προορισμὸ τὸν Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως τῶν Τιράνων, μᾶς ἔκανε ἐντύπωση ὅτι οἱ πιστοί, μικροὶ – μεγάλοι, ποὺ ἔσπευσαν νὰ τὸν ἀποχαιρετήσουν, ἔψαλλαν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», τὸ τροπάριο ποὺ ἐκφράζει τὴν πίστη τῶν Χριστιανῶν στὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου καὶ στὴν βεβαιότητα τῆς αἰωνιότητας.

Καὶ αὐτό, διότι δὲν ἔχουν ξεχάσει, οὔτε θὰ ξεχάσουν, ὅτι ὁ Ἀναστάσιος, ἀπὸ τὸ 1992 ἕως σήμερα, ἦταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ποὺ τοὺς βοήθησε νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ νὰ περάσουν στὴ ζωὴ καὶ τὴν Ἀνάσταση.

Ὁ ἴδιος ἀναφέρει: «Εἴχαμε καὶ ἄλλοτε διωγμοὺς τῆς θρησκείας, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ συνέβη στὴν Ἀλβανία ἦταν κάτι τὸ μοναδικό. Ἡ Ἐκκλησία διαλύθηκε ἐντελῶς. Ἀνάλογα φαινόμενα δὲν ἔχουμε στὴν ἱστορία. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο κράτος, ποὺ νὰ ἀνακηρύχθηκε μὲ τὸ Σύνταγμά του ἀθεϊστικό. Ὁ Ἐνβὲρ Χότζα ἤθελε νὰ πρωτοτυπήσει. Οἱ περισσότεροι ναοὶ γκρεμίστηκαν ἢ μετατράπηκαν σὲ στάβλους, ἀχυρῶνες, μηχανουργεῖα, κινηματογράφους κ.ἄ. Ὅλοι οἱ κληρικοὶ ὑποχρεώθηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ ἔργο τους. Τὸ χειρότερο δὲν ἦταν πὼς οἱ ναοὶ κατεδαφίστηκαν, ἀλλὰ ὅτι οἱ διῶκτες προσπάθησαν νὰ ξεριζώσουν ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τὴ δυνατότητα νὰ πιστεύουν. Ἀπὸ τὰ παιδικὰ ἕως τὰ πανεπιστημιακὰ χρόνια, ἡ ἐκπαίδευση ἦταν συστηματικὰ ἀθεϊστική. Ὁ ἀνελέητος διωγμὸς ὁδήγησε τὴ χώρα σὲ πνευματικὴ κατάρρευση. Ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ Ντοστογιέφσκι, ἂν δὲν ὑπάρχει Θεός, ὅλα ἐπιτρέπονται. Στὴ χώρα αὐτὴ εἶχαν σταυρώσει καὶ εἶχαν θάψει τὸν Χριστὸ γιὰ 23 χρόνια. Τελικά, ὅμως, ὁ Χριστὸς Ἀνέστη».

Τὸ ἀθεϊστικὸ καθεστὼς εἶχε διώξει καὶ τὶς ἄλλες θρησκευτικὲς κοινότητες τῆς Ἀλβανίας. Ὁ Ἀναστάσιος, συνεπὴς στὴ χριστιανικὴ πίστη του, ποὺ σέβεται τὴν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, ἅπλωσε χέρι συνεργασίας καὶ σεβασμοῦ σὲ ὅλους τοὺς θρησκευόμενους τῆς Ἀλβανίας, καθὼς πίστευε ὅτι «κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο εἶναι Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἄρα πρόσωπο σεβαστό».

Εἶναι  πολὺ σοφὴ ἡ ἑρμηνεία ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικόλαο στὴν οἰκουμενικότητα τῆς προσωπικότητας τοῦ Μακαριωτάτου καὶ στὴ σχέση ποὺ εἶχε μὲ τὶς θρησκεῖες: «Ἦταν σαφὴς στὴν πίστη του, δεκτικὸς στὶς σχέσεις του, οἰκουμενικὸς στὴν ὁμολογία του, ἀνοικτὸς σὲ ἄλλους πολιτισμούς, σὲ ξένες νοοτροπίες, σὲ ποικίλες θρησκεῖες, ὄχι σχετικοποιώντας τὴν πίστη του, ἀλλὰ ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὴ βίωσή της, μπόρεσε νὰ ταπεινωθεῖ στὴν ποικιλότητα, ποὺ οἰκονομεῖ ὁ Θεὸς καὶ στὴ διαφορετικότητα, ποὺ ἀνέχεται. Ὁ οἰκουμενικὸς λόγος του δὲν εἶναι συγκρητιστικός· Εἶναι ἱεραποστολικός, εἶναι λόγος μαρτυρίας. Ἡ τόλμη του στὸ ἀντίκρυσμα τῆς παγκόσμιας πρόκλησης δὲν γεννᾶται ἀπὸ κενὸ πίστεως, ποὺ πρέπει νὰ καλυφθεῖ, ἀλλὰ ἀπὸ πλήρωμα ὀρθόδοξου βιώματος, ποὺ πρέπει νὰ διαδοθεῖ, νὰ μοιραστεῖ. Ἡ οἰκουμενικὴ ἀγάπη του δὲν προδίδει ἔλλειμμα Ὀρθόδοξης εὐαισθησίας, ἀλλὰ ἀγάπη ἐκκλησιαστικῆς εὐθύνης καὶ ὁμολογίας».

Ἀγαποῦσε, ἀδιάκριτα, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, γιατί ὅλους τοὺς θεωροῦσε δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, μὲ τυπωμένα πάνω τους τὰ χαρίσματα τοῦ «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ καὶ τὴν προοπτικὴ τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ.

Ἡ στάση του ἦταν ἐκείνη τῆς συνεννόησης καὶ τῆς εἰρηνικῆς συνύπαρξης: «Πρέπει νὰ ἔχουμε καλὲς σχέσεις, διότι μόνο μὲ σεβασμὸ προσεγγίζεις τὸν ἄλλο», ἔλεγε, ἐξηγώντας πῶς ἀπέφυγε ὁποιαδήποτε σύγκρουση, ἀφοῦ, θρησκευτικά, ἡ Ἀλβανία ἔχει Ὀρθοδόξους, Καθολικούς, Μουσουλμάνους ἀλλὰ καὶ Μπεχτασῆδες:

«Μιλῶ γιὰ συνύπαρξη καὶ ὄχι γιὰ θρησκευτικὴ ἀνοχή, καθὼς ἡ ἔννοια αὐτὴ ἔχει ὑπεροπτικὴ προσέγγιση. Ἐπιδιώκουμε σχέσεις ἁρμονικὲς κατανοήσεως καὶ συνυπάρξεως. Ὁ ἄλλος μπορεῖ νὰ εἶναι διαφορετικός, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι ἀντίπαλος ἢ ἐχθρός.    Βρισκόμαστε σὲ “διάλογο ζωῆς”. Προφανῶς, δὲν κάνουμε καμιὰ ἔκπτωση στὶς ἰδέες, στὶς πεποιθήσεις μας. Εἴμαστε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, ἀλλά, ὄχι σὲ σχέση συγκρουσιακή».

Ὁ Ἀναστάσιος κλήθηκε στὴν Ἀλβανία, ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ μαζέψει τὸν πληγωμένο λαό Του μέσα ἀπὸ τὰ ἐρείπιά του. Γιὰ 33 χρόνια, δίδασκε, ἀνακαίνιζε, χειροτονοῦσε, δημιουργοῦσε καὶ θυσιαζόταν, κτίζοντας, ὅπως ἔλεγε, μὲ τὶς πέτρες, ποὺ πετροβολοῦσαν τὸ ποίμνιό του.

Παρὰ τὶς δυσκολίες ποὺ συν­άντησε, παραδίδει, μεταβαίνοντας στὴν αἰώνια ζωή, μία ζωντανὴ Ἐκκλησία μὲ πολυάριθμους ναοὺς καὶ πνευματικὰ κέντρα, μεγαλοπρεπῆ καθεδρικὸ ναὸ στὸ κέντρο τῶν Τιράνων, ἱδρύματα καὶ ἐξαιρετικὸ πνευματικό, ἐκκλησιαστικό, ἐκπαιδευτικὸ καὶ κοινωνικὸ ἔργο.

Ὡς Ἐπίσκοπος τοῦ Θεοῦ, ἀγωνιζόταν νὰ εἶναι, ὅπως σημειώνει ὁ Ἀπ. Παῦλος, ἄκακος, ἀνεπίληπτος, ἄρτιος, «πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος», πάντοτε, «εἰς τόπον καὶ εἰς τύπον Θεοῦ», κατὰ τὸν Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο, ἐκτελώντας τὴν ἀποστολή του, κατὰ τὸν Γρηγόριο Ναζιανζηνό, νὰ ἁρπάξει τὸν κόσμο καὶ νὰ τὸν δώσει στὸν Θεό: «ἁρπᾶσαι κόσμον καὶ δοῦναι Θεῷ».

Μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὴ διδασκαλία του, προσφέρει μία «πολυδιάστατη ἀγάπη, ποὺ δὲν περιορίζεται ἀπὸ σύνορα, προκαταλήψεις ἢ ἄλλες διακρίσεις».

Αὐτὰ ποὺ ἔκανε καὶ δίδασκε, πίστευε προφητικὰ ὅτι εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μὲ ὅ,τι κάνει, μοιάζει στὸν κόκκο τοῦ σίτου, ἔλεγε: «Ἂν ὁ κόκκος τοῦ σιταριοῦ δὲν πέσει στὴ γῆ καὶ πεθάνει, αὐτὸς μονάχος μένει· ἄν, ὅμως, πεθάνει, φέρνει πολὺ καρπὸ» (Ἰω.12, 24). Τὸ θέμα εἶναι, ποῦ θέλει ὁ Θεός, τελικά, νὰ σὲ φυτέψει γιὰ νὰ πεθάνεις;».

Ὁ Ἀναστάσιος ἦταν ἕνας φωτισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ κληρικός. Ὁ Φωτισμὸς ἢ ἡ Προφητεία δίνεται, ὡς χάρισμα, μόνον στοὺς καθαρούς.  Αὐτοί, δεχόμενοι τὸν Φωτισμό, γίνονται πνευματοφόροι καὶ μποροῦν  νὰ ἑρμηνεύουν τὰ πνευματικὰ μηνύματα τοῦ Θεοῦ.

Πνευματικὸς ἄνθρωπος καὶ Προφήτης εἶναι ἐκεῖνος ποὺ νικᾶ τὰ πνευματοκτόνα πάθη, ποὺ θέλουν νὰ μετατρέπουν τὸν ἄνθρωπο σὲ ὑπηρέτη τοῦ διαβόλου καὶ ἐχθρὸ τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, χωρὶς τὴ ζωηφόρο πνοὴ τοῦ Θεοῦ, γίνεται σαρκικός. Αὐτὸ ποὺ τὸν ἐλευθερώνει, ὅπως σημείωνε ὁ Ἀναστάσιος, εἶναι ἡ πίστη, «τὸ ὀξυγόνο ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ζεῖ καὶ νὰ κινεῖται σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ τοῦ χορηγεῖ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ τὸν εἰσάγει ἀπὸ αὐτὴν τὴ ζωὴ στὴ Αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Ἀναστάσιος σκορποῦσε τὴν παρουσία τοῦ  ζωντανοῦ Θεοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἦταν ὁ ἐμπ­νευστής, ὁ πατέρας, ὁ ὁδηγός, ὁ ἄκακος, ὁ φιλάνθρωπος, ὁ φιλόθεος, ὁ φιλόκαλος, ὁ ἐπὶ σκοπῶν (Ἐπίσκοπος),  ποὺ φυλάει τὸ ποίμνιο ἀπὸ τὸ πονηρὸ καὶ ἀκάθαρτο πνεῦμα, ποὺ ὡς λέων ὠρυόμενος  ζητάει νὰ καταπιεῖ τὸν πιστὸ ἄνθρωπο καὶ νὰ καταστρέψει τὸ αἰώνιο μέλλον του, ποὺ εἶναι νὰ ζεῖ κοντὰ στὸν Θεό.

Ἡ παρουσία ἑνὸς τέτοιου Ἱεράρχη τοῦ Θεοῦ σὲ ἕνα τόπο ἀποτελεῖ εὐλογία γιὰ αὐτὸν τὸν τόπο, καθώς, μὲ τὸν ἔνθεο ζῆλο καὶ τὴν ἀέναη ἐπικοινωνία του μὲ τὸν Θεό, μὲ ὅ,τι λέει, ὅ,τι σκέπτεται, ὅ,τι κάνει, ὅ,τι προσπαθεῖ, δὲν ἀφήνει χῶρο στὸ κακό, στὴν πλάνη, στὴ σύγχυση, στὸ θάνατο. Διότι, ὅπου ὑπάρχει ζωντανὴ ἡ πίστη στὸν Σταυρωθέντα καὶ Ἀναστάντα Χριστόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πηγάζει μόνον ζωή, τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας ἀφανίζονται, ὁ θάνατος δὲν εὐδοκιμεῖ, πεθαίνει χωρὶς τροφή.

Ὁ προφητικὸς Ἱεράρχης μεταφέρει τὴν παρουσία, τὴν ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ στὸ ποίμνιό του καὶ μὲ τὴ χαρὰ τοῦ Θεοῦ αἰχμαλωτίζει καὶ σκλαβώνει τὶς καρδιὲς τοῦ ποιμνίου του.

Ὁ Ἀναστάσιος,  μὲ τὸν προφητικό του λόγο ἔλεγε: «Ὑπάρχουν μῆτρες στὴ χριστιανικὴ πίστη, ποὺ γεννοῦν ἀνθρώπους μὲ εὐαισθησίες. Ἡ πίστη δὲν θέτει περιορισμούς, ἀνοίγει ὁρίζοντες, μιλάει γιὰ τὸ νόημα τῆς ζωῆς, δίνει οὐσία στὶς σχέσεις μὲ τοὺς ἄλλους. Ἀκόμα καὶ τὸ σύμπαν ἔχει ἕνα πλαίσιο. Δὲν αἰσθάνομαι, λοιπόν, τὴν πίστη ὡς περιορισμό, ἀλλὰ ὡς μία δύναμη ἐλευθερίας ἀπὸ τὸν ἐγωκεντρισμό. Τὸ ἀντίθετο τῆς εἰρήνης δὲν εἶναι ὁ πόλεμος, ἀλλὰ ὁ ἐγωκεντρισμός, τὸ ἀντίδοτο τοῦ ὁποίου εἶναι μόνο ἡ ἀγάπη. Μόνο ἡ ἐξουσία τῆς ἀγάπης μπορεῖ νὰ νικήσει τὴν ἀγάπη γιὰ ἐξουσία».

Αὐτὴ ἡ γνήσια καὶ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι ἐκείνη, ποὺ φωλιάζει στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων δίχως νὰ γνωρίζει σύνορα, δίχως νὰ γνωρίζει προκαταλήψεις.

Αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ὡς πρότυπο ζωῆς, ἦταν τὸ κέντρο τῆς ζωῆς καὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀναστασίου στὸ ποίμνιό του. Αἰωνία του ἡ μνήμη!

Previous Article

Η απαγόρευση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Εσθονίας αποτελεί απειλή για την ασφάλεια της χώρας

Next Article

Επίσκοπος Λιβάνου Ηλίας: Το Ισραήλ παριστάνει το θύμα ενώ είναι πάντα ο θύτης!