Ο ΜΕΓΑΛΟΣ καὶ θεοφώτιστος αὐτὸς θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, κατέταξε τὴν αἵρεση στὴν κατηγορία τῆς ἀθεΐας. Ἔγραψε: (σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση): «Δεύτερο εἶδος ἀθεΐας εἶναι ἡ πολυσύνθετη καὶ πολύμορφη πλάνη τῶν αἱρετικῶν […] Ὅλοι αὐτοὶ καὶ οἱ ὅμοιοί τους δὲν διαφέρουν σὲ τίποτε ἀπὸ τοὺς ἀθέους, ἀφοῦ δὲν τιμοῦν οὔτε τὸν Πατέρα, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: “Ἐκεῖνος ποὺ δὲν τιμᾶ τὸν Υἱὸ δὲν τιμᾶ τὸν Πατέρα ποὺ τὸν ἔστειλε” (Ἰωάν.5,23)». Ἡ ἄποψη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ ὅτι οἱ αἱρετικοὶ εἶναι ἄθεοι δὲν σημαίνει ἀπαραίτητα ὅτι ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὅτι, μέσα ἀπὸ τὴν ἀλλοίωση τῆς ἀληθινῆς πίστης, ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν ὀρθὴ γνώση καὶ κοινωνία μαζί Του. Γιὰ τὸν Ἅγιο, ἡ ἀληθινὴ θεογνωσία δὲν περιορίζεται σὲ μία θεωρητικὴ ἀποδοχὴ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ προϋποθέτει τὴ συμμετοχὴ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν ἐμπειρία τῆς θείας χάριτος. Δὲν ἐννοεῖ ἁπλῶς τὴν ἄρνηση τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὴν ἀλλοίωση τῆς ἀλήθειας περὶ Θεοῦ, καθὼς θεωρεῖ ὅτι ἡ ἄρνηση τῆς θεότητας τοῦ Υἱοῦ ἢ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνιστᾶ οὐσιαστικὰ ἄρνηση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν ἡ ἀόριστη πίστη στὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ ἡ σύνδεσή της μὲ τὴν ἀλήθεια. Ἂς τὰ βλέπουν αὐτὰ οἱ «δικοί» μας θιασῶτες τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν», χωρὶς τὴν μετάνοια τῶν αἱρετικῶν. Καὶ τὸ ἀκόμα χειρότερο: ταυτίζουν τὸν ἀληθινὸ Τριαδικὸ Θεὸ μὲ τοὺς «θεοὺς» τῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου!




