Ὁ ἐφιάλτης τῆς ἰατρικῆς ὑπερεξειδικεύσεως

Share:

Τοῦ κ. Κωνσταντίνου Βαθιώτη,

τέως Ἀναπληρωτοῦ Καθηγητοῦ Νομικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.

  Ἡ χειρουργικὴ ἀντιμετώπιση ἑνὸς ἀσθενοῦς προϋποθέτει τὴν ἀνάμιξη πολλῶν προσώπων μὲ ἐξειδικευμένες ἰατρικὲς γνώσεις. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν χειρουργὸ θὰ πρέπει νὰ συμπράξουν: στὸ προπαρασκευαστικὸ στάδιο ὁ ἀναισθησιολόγος, στὸ κυρίως στάδιο τὸ βοηθητικὸ ἰατρικὸ προσωπικὸ ἤ, ἂν χρειαστεῖ, καὶ δεύτερος χειρουργός, στὸ μετεγχειρητικὸ δὲ στάδιο τὸ νοσηλευτικὸ καὶ ἰατρικὸ προσωπικό, ποὺ θὰ φροντίσει γιὰ τὴν ἀνάνηψη-ἀποκατάσταση τοῦ ἀσθενοῦς.

  Ὅπως, μάλιστα, ἐπισημαίνεται προσ­φυῶς, ἐνῶ παλαιότερα τὰ πάντα γίνονταν ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ γιατρὸ ποὺ ἤξερε νὰ ἐμπιστεύεται ὁ ἀσθενής, μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου πάνω ἀπὸ τὸν ἀσθενῆ βρίσκονται ὁλοένα καὶ περισσότερα πρόσωπα ντυμένα μὲ τὴν λευκὴ ποδιά, τῶν ὁποίων τὴν ἀποστολὴ ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα ἐκεῖνος ἀγνοεῖ. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀναμενόμενο λόγῳ τῆς προϊούσας ἐξειδίκευσης ποὺ χαρακτηρίζει τὴν σύγχρονη Ἰατρική.

  Ἔτσι, ἡ λατινικὴ ρήση τοῦ Λουκιλίου non omnia possumus omnes (δὲν μποροῦμε ὅλοι νὰ τὰ γνωρίζουμε ὅλα) ἀντικατοπτρίζει μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὸ ἐπιστημονικὸ status quo στὸ πεδίο τῆς ἰατρικῆς καί, ταυτοχρόνως, τὴν ἀδήριτη ἀνάγκη γιὰ καταμερισμὸ τῶν ἐπιμέρους ἁρμοδιοτήτων. Συνακολούθως, λόγῳ τῆς σύμπραξης περισσοτέρων προσώπων (εἶναι ἀξιομνημόνευτο ὅτι γιὰ τὴν πρώτη μεταμόσχευση καρδιᾶς συν­εργάσθηκαν 56 ἰατροὶ 12 εἰδικοτήτων), ὁ κίνδυνος ἰατρικοῦ σφάλματος σὲ βάρος τοῦ ἀσθενοῦς εἶναι ἰδιαιτέρως αὐξημένος.

ΚΑΤΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ

  Αὐτοῦ τοῦ τύπου ἡ ἐξέλιξη τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης εἶχε σχολιασθεῖ μὲ ξεχωριστὴ ἐνάργεια ἀπὸ τὸν δοκιμιογράφο, κριτικὸ καὶ ἐκπαιδευτικὸ Ἰ. Μ. Παναγιωτόπουλο στὸ δοκίμιό του «Ὁ καταμερισμός», τὸ ὁποῖο ἦταν ἐνταγμένο στὸ κλασσικὸ βιβλίο του «Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος» (8η ἔκδ., 1984, σελ. 280 ἑπ.). Τὸ συγκεκριμένο δοκίμιο καθίσταται ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρο ἐνόψει τοῦ θανάτου δύο περίπου συνομήλικων (ἄραγε ἐμβολιασμένων μὲ τὸ πειραματικὸ ἐμβόλιο κατὰ τοῦ κορωνοϊοῦ;) ἐγκύων, οἱ ὁποῖες ἀπεβίωσαν στὸ νοσοκομεῖο Μυτιλήνης καὶ Λιβαδειᾶς ἀντιστοίχως, μετὰ τὸν τοκετὸ τῶν κυοφορούμενων βρεφῶν τους.

  Ὁ καταμερισμὸς τοῦ ἰατρικοῦ ἔργου συμβαδίζει μὲ τὸν διαχωρισμὸ τῶν μελῶν ἢ τῶν ὀργάνων τοῦ ἀνθρώπινου σώματος καὶ τὴν ἀντίστοιχη ἰατρικὴ εἰδίκευση: Ὅπως κάποτε οἱ ἐπικράτειες χωρίσθηκαν σὲ μικρὲς ἡγεμονίες, ἔτσι δημιουργήθηκαν καὶ ξεχωριστὲς ἰατρικὲς αὐθεντίες ποὺ ἀσχολοῦνται ἀποκλειστικῶς μὲ τὸ μάτι, τὸ αὐτί, τὸ πόδι, τὴν καρδιά, τὸ στομάχι κ.ο.κ., μὲ ἀποτέλεσμα ὁ,τιδήποτε βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς ἑκάστοτε εἰδικότητας νὰ πρέπει νὰ παραπεμφθεῖ σὲ ἕνα ἄλλο «ἡγεμόνα», ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξειδικευμένος στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος ποὺ ἐμφανίζει τὸ συγκεκριμένος μέλος ἢ ὄργανο τοῦ ἀσθενοῦς.

  Πρόκειται γιὰ ἐξέλιξη, σημειώνει ὁ Παναγιωτόπουλος, ποὺ «ἔκαμε πολλοὺς νὰ νοσταλγήσουν τὸν παλιὸ καιρό, ὅταν ἡ πολυαρχία τῆς ἰατρικῆς εἴταν ἄγνωστη καὶ τὴ θέση τῶν εἰδικῶν κατεῖχε, μὲ αὐτοκρατορικὰ δικαιώματα, ἕνας καὶ μόνος, ὁ οἰκογενειακὸς γιατρός», ὁ ὁποῖος «ἔπαιρνε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ λίκνο του καὶ τὸν παρακολουθοῦσε ἴσαμε τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ δυνάμεις του τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ ἐξασκεῖ τὴν ἰατρική. Ἦταν ὁ πιστὸς καὶ ὑπομονετικὸς φίλος τοῦ σπιτιοῦ, ὁ σύντροφος τῆς κάθε στιγμῆς, ὁ παρηγορητής, ὄχι μονάχα στοὺς σωματικούς, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἠθικοὺς πόνους. Ἤξερε τὸ γενεαλογικὸ δέντρο, τὶς οἰκογενειακὲς συνθῆκες, τὶς βιοτικὲς περιπέτειες καὶ τὶς ἰδιορρυθμίες τοῦ καθενός. Καὶ μόνο σὲ πολὺ σοβαρὲς περιπτώσεις ἔκρινε σκόπιμο, γιὰ νὰ ἔχει ἥσυχη τὴ συνείδησή του, ν’ ἀπευθυνθεῖ καὶ σ’ ἕνα συνάδελφό του ἢ νὰ προκαλέσει τὴ σύγκληση ἑνὸς ἰατρικοῦ συμβουλίου. Συνηθέστατα ὁ οἰκογενειακὸς γιατρὸς περνοῦσε τὶς περισσότερες ὧρες του στὸ φαρμακεῖο. Ἦταν καὶ ἰατροφιλόσοφος. Κ’ εὐχάριστος συνομιλητής. Μία μικρὴ κινητὴ βιβλιοθήκη, ἕτοιμη νὰ παράσχει κάθε πληροφορία, εὐθὺς μόλις θὰ ἐτύχαινε νὰ τῆς ζητηθεῖ».

ΕΚ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΝ

  Ἐν συνεχείᾳ, ὁ χαρισματικὸς δοκιμιογράφος ἑστιάζει τὴν προσοχή του στὴν καθοριστικῆς σημασίας συνέπεια ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἀσθενῆ ἡ κατάτμηση τοῦ ἀνθρώπινου σώματος σὲ πολλὲς «μικρὲς ἡγεμονίες» καὶ ὁ ἀφανισμὸς τοῦ πάλαι ποτὲ «αὐτοκράτορα» οἰκογενειακοῦ γιατροῦ. Στὴν θέση τοῦ τελευταίου βρίσκεται πλέον τὸ νοσοκομεῖο, ποὺ ἐφαρμόζει τὰ περίφημα ἰατρικὰ ἢ ὑγειονομικὰ «πρωτόκολλα»:

  «Ἔτσι, ἡ νοσηλεία πιὰ μέσα στὸ σπίτι τοῦ ἀρρώστου δὲν εἶναι νοητή. Τὸ νοσοκομεῖο συγκεντρώνει ἤ, τουλάχιστο, πρέπει νὰ συγκεντρώνει ὅλα τὰ κομμάτια τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης καὶ νὰ σχηματίζει τὸ σύνολο ποὺ ἐκπροσωποῦσε ὁ ἕνας γιατρὸς τοῦ παρελθόντος». Ὡστόσο, ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ ἔχει καὶ μία δυσμενῆ πτυχὴ γιὰ τὸν ἀσθενῆ: Τὸ νοσοκομεῖο σχηματίζει μὲν τὸ σύνολο, ἀλλὰ δὲν «προσφέρει τὴν ἐνθάρρυνση, τὴν τόνωση, τὴν ἀνθρώπινη ζέστα, τὴν κατανόηση, ποὺ μόνος ὁ οἰκογενειακὸς γιατρὸς εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ προσφέρει. Μέσα στὸ νοσοκομεῖο ὁ ἄρρωστος γίνεται ἀριθμός. Δὲν εἶναι κἄν ὁ ἄρρωστος. Εἶναι ἡ ἀρρώστια. Καὶ αὐτὸ ἔχει, φυσικά, κάποια σημασία».

  Μόλις ποὺ χρειάζεται νὰ ὑπομνησθεῖ ἡ ἀπάνθρωπη μεταχείριση ποὺ ἐπιφυλάχθηκε στὸν ἄρρωστο ὡς «κροῦσμα κορωνοϊοῦ»: Ἅπαξ καὶ ὁ μολυσμένος εἰσαγόταν στὸ νοσοκομεῖο, κανένα ἀπὸ τὰ οἰκεῖα του πρόσωπα δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ στερεῖται τὴν, ἄκρως παρηγορητική, καὶ γι’ αὐτὸ τόσο σημαντικὴ γιὰ τὴν βελτίωση τῆς ὑγείας του, ἄμεση ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ἐπαφὴ μὲ τὰ ἀγαπημένα του πρόσωπα – ἦταν δὲ ἀβάστακτος ὁ τρόμος τοῦ ἀπομονωμένου ἀσθενοῦς τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία τοῦ ἀνακοίνωναν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστεῖ τὴν μαρτυρικὴ διασωλήνωση, μία ἰατρικὴ πράξη ποὺ ἤξερε ὅτι τὸν ἔφερνε πολὺ κοντὰ στὸν θάνατο.

Τὸ ἀντεπιχείρημα ὅτι ὁ ἀσθενὴς βρισκόταν στὰ χέρια τῶν «ἐπίλεκτων εἰδικῶν», οἱ ὁποῖοι, ὡς τέτοιοι, γνώριζαν ἄριστα πῶς πρέπει νὰ τὸν ἀντιμετωπίσουν, γιὰ νὰ διαγνωσθεῖ καὶ νὰ θεραπευθεῖ τὸ πρόβλημα τῆς ὑγείας του, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς συγγενεῖς πού, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἔχουν τὶς κατάλληλες γνώσεις, ὄφειλαν τυφλὴ ὑπακοὴ στὸ ἐξειδικευμένο ἰατρικὸ καὶ νοσηλευτικὸ προσωπικό τοῦ νοσοκομείου, προσκρούει στὸ πασίδηλο γεγονὸς –πού, ταυτοχρόνως, ἀποτελεῖ καὶ ἀδιαμφισβήτητο βίωμα γιὰ τὸν καθένα μας– ὅτι τὸ ἄγγιγμα τοῦ συγγενικοῦ χεριοῦ, κατὰ τὴν δύσκολη ὥρα τοῦ πόνου, μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ ἀσυγκρίτως πιὸ εὐεργετικὸ σὲ σχέση μὲ τὸ χέρι τοῦ «μοντέρνου», οἱονεὶ στρατιωτικοποιημένου, ἰατροῦ ποὺ κρατᾶ τὸ νυστέρι, ἐξωθούμενος ἀπὸ τὸ σύστημα νὰ βλέπει τὸν ἀριθμοποιημένο ἀσθενῆ ὡς σωματικὴ μονάδα καὶ ὄχι ὡς ψυχοσωματικὴ ὀντότητα.

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΕΓΚΥΜΟΝΟΥΣΗΣ

  Ὁ κυρίαρχος ρόλος ποὺ ἀπέκτησε τὸ νοσοκομεῖο σὲ σχέση μὲ τὴν διαχείριση τοῦ σώματος τῆς ἐγκυμονούσας γυναίκας ἀποτυπώνεται στὸ ἀκόλουθο παράθεμα: «ἡ γέννα ἔπρεπε νὰ μεταφερθεῖ ἀπὸ τὸ σπίτι στὸ νοσοκομεῖο. Τὸ ἰατρικὸ παράδειγμα μαίευσης ἔδινε ἔλεγχο στὸν γιατρὸ καὶ ἐποπτεία στὴν κρατικὴ ἀρχή. Ὁ τόπος τοῦ νοσοκομείου, ἡ γυναικολογικὴ καρέκλα, τὸ κρεβάτι τοῦ τοκετοῦ, τὰ παρεμβατικὰ μαιευτικὰ ἐργαλεῖα (ὅπως ἡ σικύα), ἡ ὕπτια θέση τῆς ἐπιτόκου, ἐξυπηρετοῦσαν σὲ κάθε περίπτωση τὸν ἔλεγχο τοῦ γυναικολόγου πάνω στὸ σῶμα τῆς γυναίκας καὶ στὴν ὅλη διαδικασία τῆς γέννας» (Μιγάδα, Τὸ σῶμα μας πεδίο μάχης. Φεμινιστικὲς θέσεις ἐνάντια στὴν ἰατρικὴ ἐξουσία, Ἀρχεῖο 71, Ἀθήνα 2021, σελ. 202/204).

  Ἐπιπλέον, «ἡ ἐγκυμοσύνη ἔπρεπε νὰ μετατραπεῖ ἀπὸ μία φυσιολογικὴ κατάσταση, ὅπως θεωροῦνταν μέχρι τότε, σὲ μία κατάσταση ποὺ ἔχρηζε “συστηματικῆς παρακολούθησης”. Αὐτὴ ἡ μεταβολὴ ἦταν κομβικῆς σημασίας. […] Συνεπῶς, ἡ ἰατρικοποίηση τῆς ἐγκυμοσύνης ἐπέβαλε καὶ μὲ ἐπιστημονικὸ πρόσημο τὴν ἐνδεδειγμένη συμπεριφορὰ τῶν γυναικῶν. Ἀναβάθμισε τοὺς φορεῖς, τὰ ἐργαλεῖα καὶ τοὺς κανόνες πειθάρχησής τους» (Μιγάδα, ὅ.π.).

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

  Ἡ βάρβαρη μετατροπὴ τῶν ἰδιωτικῶν ἢ κρατικῶν νοσοκομείων σὲ «καπιταλιστικὲς ἐπιχειρήσεις» ἐπισημαίνεται καὶ ἀπὸ τὸν Πέτρο Παπακωνσταντίνου στὸ βιβλίο του «Ἡ Ἐποχὴ τοῦ Φόβου. Ἡ Αὐτοκρατορία τῶν ΗΠΑ καὶ Δικτατορία τῆς Ἀγορᾶς» (ἔκδ. Λιβάνη, Ἀθήνα 2005, σελ. 196), ὁ ὁποῖος περιγράφει τὶς συνέπειες τοῦ «ψηφιακοῦ τεϊλορισμοῦ» γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῶν νοσοκομείων:

  «Σὲ πολλὰ ἀμερικανικὰ θεραπευτήρια οἱ νοσοκόμες ὑποχρεώνονται νὰ φορᾶνε διαρκῶς ἠλεκτρονικὰ βραχιόλια ποὺ ἐκπέμπουν σήματα, μὲ βάση τὰ ὁποῖα ἡ διοίκηση μπορεῖ νὰ ἐντοπίζει ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ τὸ στίγμα τους μέσα στὸ ἵδρυμα πάνω σὲ μία ψηφιακὴ ὀθόνη. Τὸ σύστημα συμπληρώνεται ἀπὸ διατάξεις αὐτόματης κλήσης στὰ κρεβάτια τῶν ἀσθενῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ διοίκηση ἀπασχολεῖ μικρότερο ἀριθμὸ νοσοκόμων καὶ τραυματιοφορέων, ὑποβάλλοντάς τους σὲ ἐξοντωτικὴ ἐντατικοποίηση καὶ περιορίζοντας στὸν ἐλάχιστο βαθμὸ τὰ διαλείμματά τους, μὲ αὐτονόητους κινδύνους γιὰ τὴν ποιότητα τῆς περίθαλψης τῶν ἀσθενῶν».

  Μείζονα ἀνησυχία προκαλεῖ ἡ ἀπόφαση τῆς παρούσας κυβέρνησης νὰ ὑποχρεώσει τοὺς ἀσθενεῖς νὰ φοροῦν ἠλεκτρονικὸ βραχιολάκι κατὰ τὴν εἴσοδό τους στὰ ἐπείγοντα καὶ καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς παραμονῆς τους ἐκεῖ (τὸ βραχιολάκι φέρει barcode, τὸ ὁποῖο, ὅταν σκαναριστεῖ, θὰ παρέχει ἄμεση πρόσβαση σὲ ὅλες τὶς ἰατρικὲς πληροφορίες τοῦ ἀσθενοῦς).

Ὁ Παναγιωτόπουλος παραδέχεται ὅτι ἡ τάση ὁλοένα καὶ μεγαλύτερης ἐξειδίκευσης τοῦ ἰατροῦ εἶναι μὴ ἀναστρέψιμη, ἀφοῦ θὰ ἦταν «ἀδύνατο καὶ ἀπάνθρωπο» νὰ ζητήσουμε ἀπὸ τοὺς ἰατροὺς νὰ γίνουν παντογνῶστες:

«Ἡ τεράστια ποσότητα τῶν γνώσεων, ποὺ ἔχει ἤδη συσσωρευθεῖ καὶ ποὺ ὁλοένα μεγαλώνει, ἀποκλείει μία τέτοια ἀπαίτηση. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀναγνωρίσουμε πὼς ὁλοένα καὶ περισσότερο τὸ πρόσωπο ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸν ὅμιλο. Τίποτε τὸ σημαντικὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιχειρήσει καὶ νὰ περατώσει τώρα ἕνας ἄνθρωπος: παντοῦ χρειάζεται ὁ συντονισμός, ἡ συνεργασία, ἡ συμμετοχὴ τῶν πολλῶν στὴ συντέλεση τοῦ ἔργου, τοῦ ὁποιουδήποτε ἔργου».

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΕΩΣ

  Ἀκολούθως, ὁ συγγραφέας ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ τοῦ ἀναγνώστη σὲ ἕνα μείζονα κίνδυνο τῆς κατανομῆς τῆς ἐργασίας, πού, βεβαίως, εἶναι χαρακτηριστικὸ ὄχι μόνο τῆς ἰατρικῆς ἀλλὰ καὶ κάθε ἄλλης ἐπιστήμης, δηλ. στὸν κίνδυνο τῆς τυποποίησης:

  «Ἡ τυποποίηση ἀποτελεῖ ἄρνηση τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Τὸ ἰδανικό τοῦ “στάνταρντ” μπορεῖ νὰ εἶναι χρήσιμο στὰ βιομηχανικὰ προϊόντα. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος, τουλάχιστο ἴσαμε τὴ στιγμὴ τούτη, δὲν εἶναι βιομηχανικὸ προϊόν. Ἀργότερα, φυσικά, μπορεῖ νὰ γίνει. Μπορεῖ νὰ δημιουργηθοῦν ἀπέραντα ἐκκολαπτήρια ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων».

  Μὲ ὅσα ἔχουν συμβεῖ τὰ τελευταῖα χρόνια στὸν τομέα τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς βιοτεχνολογίας, ἀλλὰ καὶ μὲ δεδομένη τὴν ἐμπειρία τῆς ἐποχῆς κορωνοϊοῦ, ὅπου καθιερώθηκε τὸ ὑποχρεωτικὸ σκανάρισμα τοῦ ψηφιακοῦ πιστοποιητικοῦ ἐμβολιασμοῦ/νόσησης, ἡ προφητεία τοῦ Παναγιωτόπουλου ἐλάχιστα ἀπέχει ἀπὸ τὸ νὰ ἐπαληθευθεῖ πλήρως σὲ φόντο μίας δυστοπικῆς πραγματικότητας!

  Περαιτέρω, «ὁ καταμερισμὸς ποὺ εἶναι σήμερα τὸ ἀναπόφευκτο, αὔριο μπορεῖ νὰ γίνει ἡ νέα μοῖρα τῆς ἀνθρώπινης τραγωδίας. Γιατί ἡ τυποποίηση δὲν εἶναι ἄσχετη, ἂν καλοκοιτάξει κανεὶς τὸ θέμα, πρὸς τὸν καταμερισμό. Ὅσο ἡ ἐνέργεια περιορίζεται σὲ κλειστοὺς χώρους, τόσο καὶ τὸ πρόσωπο ποὺ ἐνεργεῖ μεταμορφώνεται σὲ ἀκούσιο ὄργανο, παύει νὰ συμμετέχει συνειδητὰ στὴν προσπάθεια. Ἡ ἐπανάληψη σκοτώνει τὴν εὐδιαθεσία καὶ ἡ ἔλλειψη τῆς εὐδιαθεσίας μαραίνει τὴ φαντασία. Καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε πὼς ἡ φαντασία, εἴτε ἐφαρμοσμένη στὰ πράγματα εἴτε ὄχι, εἶναι πολύτιμη μορφὴ τῆς ἐλευθερίας. Ὁ μεγάλος κίνδυνος λοιπὸν ὑπάρχει ἐκεῖ: ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπαναλαμβάνει σὲ μία ὁλόκληρη ζωὴ τὴν ἴδια κίνηση, ποὺ περιορίζει τὸ ὀπτικό του πεδίο σὲ μία ἀπειροελάχιστη μορφὴ ἐνέργειας, γίνεται πιὰ καὶ ὁ ἴδιος ἕνας χῶρος στεγανός, ὅπου ὁ ἥλιος ἀπὸ ἄλλους κόσμους δὲν βρίσκει τόπο νὰ πέσει. Καὶ ἂν αὐτὸ συμβαίνει, μὲ τόσο βλαπτικὰ ἀποτελέσματα, στὴν περιοχὴ τῆς καθημερινῆς πρακτικῆς προσπάθειας, πολὺ περισσότερο μπορεῖ νὰ συμβαίνει, καὶ μὲ συνέπεια τὴν ἀπώλεια τῆς συνείδησης τῶν συνόλων, στὴν περιοχὴ τῆς ἐπιστημονικῆς προσπάθειας. Ἐκεῖ πιὰ παίρνει τὴ μορφὴ ἀλγεινῆς περιπέτειας, ποὺ μόνο λίγοι, ἐξαιρετικὰ προικισμένοι, μποροῦν, καὶ κατὰ ἕνα ποσοστό, νὰ τὴν ξεφύγουν».

ΤΡΟΠΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

  Στὸ ἐρώτημα ἂν ὑπάρχει τρόπος σωτηρίας, ὁ Παναγιωτόπουλος δίνει τὴν ἑξῆς σημαντικὴ γιὰ τοὺς νέους γιατροὺς ἀπάντηση:

  «Νομίζω πὼς ἄλλος τρόπος δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἔξω ἀπὸ τὴ διεύρυνση καὶ τὴν καλὴ χρησιμοποίηση τοῦ διαθέσιμου χρόνου. Ἕνας γιατρὸς δὲν εἶναι πιὰ σωστό, καθὼς ἔχουν διαμορφωθεῖ τὰ πράγματα, νὰ μὴ ἔχει εἰδικευθεῖ σ’ ἕνα κλάδο τῆς ἐπιστήμης του. Ἀλλὰ θαυμάσια μπορεῖ νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ διαθέσιμο χρόνο του, γιὰ νὰ κερδίζει καὶ τὴ γενικὴ ἐπιστημονικὴ γνώση του, ποὺ θὰ καταστήσει καὶ τὴν εἰδίκευσή του ἀποτελεσματικότερη. Καὶ ἡ “ἀνθρώπινη βίδα” πρέπει στὴν ἄδεια της ὥρα νὰ ξεβιδώνεται ὅσο πληρέστερα μπορεῖ, ἀποβλέποντας στὴ γενική της καλλιέργεια, ὥστε ἡ ὁμοιομορφία τῆς προσπάθειας νὰ μὴ προκαλεῖ τὴν ὁλοκληρωτική της τυποποίηση».

Εἰς ἐπίρρωσιν τῆς ἄποψής του, ὁ συγγραφέας ἐπικαλεῖται τὶς θέσεις τοῦ Ἱσπανοῦ φιλοσόφου Χοσὲ Ὀρτέγκα ὑ Γκασσέτ, ὁ ὁποῖ­ος, ὁμοίως, «ἔβλεπε στὸν σύγχρονο ἐπιστήμονα, τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐκφράζει τὸν πολιτισμὸ τῶν μαζῶν καὶ στὴν ἀσταμάτητη εἰδίκευση, ποὺ φαίνεται νὰ κονιορτοποιεῖ τὴν καθολικὴ γνώση, μία μεγάλη καὶ ἀθεράπευτη πληγή».

Μετὰ τὸ 1890, «βρισκόμαστε μπρο­στὰ σ’ ἕνα τύπο ἐπιστημονικοῦ ἀνθρώπου χωρὶς προηγούμενο στὴν ἱστορία. Πρόκειται γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ξέρει, ἀπὸ ὅλα ὅσα πρέπει νὰ ξέρει κανείς, γιὰ νὰ εἶναι καλλιεργημένο πρόσωπο, παρὰ μόνο μία ὁρισμένη ἐπιστήμη καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη αὐτὴ δὲν κατέχει παρὰ μόνο τὸ ἐλάχιστο ἐκεῖνο τμῆμα ποὺ ἀναφέρεται στὶς προσωπικὲς ἔρευνές του. Καὶ καταλήγει νὰ θεωρήσει ἀρετὴ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀσχολεῖται μὲ ὅλα ὅσα μένουν ἔξω ἀπὸ τὸ στενὸ χῶρο ποὺ καλλιεργεῖ εἰδικότερα καὶ χαρακτηρίζει σὰν “ἐρασιτεχνία” κάθε περιέργεια γιὰ τὸ σύνολο τῶν γνώσεων».

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ

  Στὸ σημεῖο αὐτό, ὁ Παναγιωτόπουλος ἐντοπίζει τὴν ἔναρξη τῆς «τραγωδίας τοῦ εἰδικοῦ»: «[…] ἡ τάση του νὰ περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους τομεῖς τοῦ ἐπιστητοῦ εἶναι μία ὁλοφάνερη ἀπόδειξη ἀδυναμίας. Ὁ εἰδικὸς εἶναι ἕνας αἰχμάλωτος. Αἰχμάλωτος τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἢ τεχνικοῦ κλάδου ποὺ καλλιεργεῖ, αἰχμάλωτος τοῦ πλασματικοῦ κοσμοειδώλου ποὺ ἔχει κατασκευάσει μὲ μόνα τὰ ὑλικά τοῦ ἐργαστηρίου του, γιατί ἄλλα ὑλικὰ δὲν διαθέτει. Ἀφοσιωμένος μέρα καὶ νύχτα σὲ μία περιοχὴ τοῦ ἐπιστητοῦ ἐξομοιώνεται στὸ τέλος μὲ τὸν ἄπραγο μεροκαματιάρη ποὺ σκυμμένος “ἀπὸ ὄρθρου βαθέος” μέχρι “βουλυτοῦ” στὸ χωράφι του δὲν ξέρει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο».

  Ἔτσι, «ἡ εἰδίκευση, καὶ μάλιστα, ὅταν, καθὼς στὴν ἰατρική, ἀναφέρεται σὲ ὁλωσδιόλου περίκλειστη περιοχή, γίνεται ἐφιάλτης. Ὁ ἐπιστήμονας, ἒπειτ’ ἀπὸ τὶς γενικὲς θεωρήσεις ποὺ τοῦ εἶναι προσιτὲς κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τῶν σπουδῶν του, ἐγκαταλείπεται στὸ παρακλάδι ποὺ ἀντιπροσωπεύει καὶ τοῦτο ἕνα τρομερὸ ὄγκο γνώσεων διηνεκῶς αὐξανόμενο. Καὶ τὸ παρακλάδι δὲν τοῦ στερεῖ μόνο, καθὼς ἔχει τόσες φορὲς εἰπωθεῖ, τὴ θέα τοῦ δάσους, τοῦ στερεῖ καὶ τὴ θέα τοῦ δέντρου. Ἂν προσπαθήσει νὰ περιλάβει στὴν ἐποπτεία του ὁλόκληρο τὸ δέντρο, ἂν θελήσει νὰ γνωρίσει ὁλόκληρο τὸ δάσος, πολὺ σύντομα θὰ ὑποχρεωθεῖ ἢ νὰ ἐγκαταλείψει τὸν ἀγώνα, ἂν εἶναι ἀληθινὰ εὐσυνείδητος, ἢ νὰ νιώσει πὼς βρίσκεται μετέωρος, πὼς δὲν πατεῖ σὲ στέρεο ἔδαφος».

  Γι’ αὐτό, ὁ Παναγιωτόπουλος ὡς τρόπο θεραπείας τοῦ περιγραφόμενου προβλήματος προτείνει σὲ κάθε ἀνώτατη σχολὴ νὰ ὑπάρχει καὶ μία «ἕδρα πολιτισμοῦ, ἐμπιστευμένη σὲ κατάλληλο πρόσωπο», τὰ μαθήματα τοῦ ὁποίου «θὰ ἔπρεπε νὰ παρακολουθοῦν ὅλοι οἱ σπουδαστὲς καὶ καθ’ ὅλο τὸ διάστημα τῶν σπουδῶν τους», λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν γιὰ τὴν λήψη τοῦ πτυχίου καὶ ἡ ἐπίδοση στὰ δικά του μαθήματα. Ὁ συγγραφέας παραδέχεται μὲν ὅτι π.χ. ἕνας μικροβιολόγος πρέπει νὰ βγάλει μία ὅσο πιὸ σωστὴ ἀνάλυση γίνεται, πλὴν ὅμως ἡ γενικὴ καλλιέργειά του «πλαισιώνει κατὰ τὸν ἁρμοδιότερο τρόπο τὴν εἰδίκευση καὶ εὐρύνει τὴν ἀποτελεσματικότητά της». Ἐπιπροσθέτως, ἀφ’ ἧς στιγμῆς «τὸ κοσμοείδωλο εὐρυνθεῖ […] θὰ ἐπιτευχθεῖ τὸ μεγάλο ὄνειρο τῆς γενεᾶς μας: ὁ ἐξανθρωπισμὸς τῆς ἐπιστήμης» καὶ «θὰ κατανοηθεῖ βαθύτερα πόσο τὰ πάντα εἶναι ἀνωφέλευτα, ἂν δὲν τὰ κατευθύνει ἡ στοργὴ πρὸς τὸν ἄνθρωπο».

Ἐδῶ ἀκριβῶς ὁ ὀξυδερκὴς δοκιμιογράφος προβαίνει στὸ ἀκόλουθο, καίριας σημασίας, ἰδίως γιὰ τὸν λοξοδρομημένο 21ο αἰώνα, σχόλιο:

«ἕνας εἰδικὸς ἀφιλοσόφητος, ἀνιστόρητος, ἀνίκανος νὰ γευθεῖ τὶς ἐξαίσιες ἀπολαύσεις τῆς ὑψηλῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργίας, ἕνας ἐπαγγελματίας εἰδικός, ἀκόμη καὶ ἂν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του ὁ καλύτερος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου, μεταμορφώνεται πολὺ εὔκολα σὲ πρόσωπο περιορισμένης εὐθύνης, σ’ ἕνα ἐργαλεῖο χρήσιμο στὴ μία περίσταση καὶ βλαβερό, ὄχι ἄχρηστο μόνο, σὲ ὅλες τὶς ἄλλες περιστάσεις. Ἡ μονομέρεια εἶναι μία ἀρρώστια κ’ ἕνας κίνδυνος – καὶ θανάσιμος κίνδυνος». «Τὸ οὐσιωδέστερο εἶναι νὰ μὴ παύουμε νὰ συλλογιζόμαστε τὸν ἄνθρωπο. Ὁ κόσμος μας, εἶπε στὰ 1955 ὁ Ὀππενχάιμερ, εἶναι “ἕνας κόσμος ὅπου ὁ καθένας μας, γνωρίζοντας τὰ ὅριά του –τὸν κίνδυνο νὰ εἶναι ἐπιπόλαιος καὶ τὸν πειρασμὸ νὰ εἶναι κουρασμένος– πρέπει ν’ ἁρπαχθεῖ ἀπὸ ὅ,τι τὸν περιβάλλει, ἀπὸ ὅ,τι γνωρίζει, ἀπὸ ὅ,τι μπορεῖ νὰ κάμει, ἀπὸ τοὺς φίλους του, ἀπὸ τὴν ἀγάπη του, γιατί ἀλλιῶς θὰ χαθεῖ μέσα στὴν παγκόσμια σύγχυση καὶ δὲν θὰ ξέρει πιὰ τίποτε καὶ δὲν θ’ ἀγαπᾶ πιὰ τίποτε”».

  Next Article

Ἡ ἐνσωμάτωσις τοῦ Ἰσλὰμ καὶ τῶν ἀσιατικῶν πληθυσμῶν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὡς νεοταξικὴ μεθόδευσις, διὰ τὴν ἐξάλειψιν τοῦ Χριστιανικοῦ Πολιτισμοῦ