ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Α΄ Τιμ. ε΄ 22 – ς΄ 11
22 Χεῖρας ταχέως μηδενὶ ἐπιτίθει, μηδὲ κοινώνει ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαις· σεαυτὸν ἁγνὸν τήρει. 23 Μηκέτι ὑδροπότει, ἀλλ᾿ οἴνῳ ὀλίγῳ χρῶ διὰ τὸν στόμαχόν σου καὶ τὰς πυκνάς σου ἀσθενείας. 24 Τινῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι πρόδηλοί εἰσι, προάγουσαι εἰς κρίσιν, τισὶ δὲ καὶ ἐπακολουθοῦσιν· 25 ὡσαύτως καὶ τὰ καλὰ ἔργα πρόδηλά ἐστι, καὶ τὰ ἄλλως ἔχοντα κρυβῆναι οὐ δύνανται.
ς΄ 1 Ὅσοι εἰσὶν ὑπὸ ζυγὸν δοῦλοι, τοὺς ἰδίους δεσπότας πάσης τιμῆς ἀξίους ἡγείσθωσαν, ἵνα μὴ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ διδασκαλία βλασφημῆται. 2 οἱ δὲ πιστοὺς ἔχοντες δεσπότας μὴ καταφρονείτωσαν, ὅτι ἀδελφοί εἰσιν, ἀλλὰ μᾶλλον δουλευέτωσαν, ὅτι πιστοί εἰσι καὶ ἀγαπητοὶ οἱ τῆς εὐεργεσίας ἀντιλαμβανόμενοι. 3 Ταῦτα δίδασκε καὶ παρακάλει. εἴ τις ἑτεροδιδασκαλεῖ καὶ μὴ προσέρχεται ὑγιαίνουσι λόγοις τοῖς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ κατ᾿ εὐσέβειαν διδασκαλίᾳ, 4 τετύφωται, μηδὲν ἐπιστάμενος, ἀλλὰ νοσῶν περὶ ζητήσεις καὶ λογομαχίας, ἐξ ὧν γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί, 5 παραδιατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας, νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν. ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων. 6 ἔστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας. 7 οὐδὲν γὰρ εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάμεθα· 8 ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα. 9 οἱ δὲ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμὸν καὶ παγίδα καὶ ἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ἀπώλειαν. 10 ῥίζα γὰρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία, ἧς τινες ὀρεγόμενοι ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τῆς πίστεως καὶ ἑαυτοὺς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς. 11 Σὺ δέ, ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ταῦτα φεῦγε· δίωκε δὲ δικαιοσύνην, εὐσέβειαν, πίστιν, ἀγάπην, ὑπομονήν, πρᾳότητα.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
22 Νὰ μὴ βάζῃς γρήγορα τὰ χέρια σου εἰς κανένα πρὸς χειροτονίαν, οὔτε νὰ γίνεσαι συμμέτοχος καὶ συνυπεύθυνος εἰς ξένας ἁμαρτίας, τὰς ὁποίας ἑπόμενον εἶναι νὰ διαπράξῃ ὁ ἀναξίως χειροτονηθείς. Διατήρει τὸν ἑαυτόν σου καθαρὸν καὶ ἀπὸ ἰδικάς σου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ξένας ἁμαρτίας. 23 Νὰ μὴ πίνῃς πλέον νερὸ εἰς τὸ φαγητόν σου, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ ὀλίγον κρασὶ διὰ τὸ στομάχι σου καὶ τὰς συχνὰς ἀσθενείας σου. 24 Διὰ νὰ ἐπανέλθω δὲ εἰς τὴν προτροπήν μου τοῦ νὰ μὴ θέτῃς γρήγορα τὰ χέρια σου εἰς κανένα, σοῦ ὑπενθυμίζω, ὅτι μερικῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι εἶναι ὁλοφάνεροι, καὶ ξεπροβάλλουν, ὥστε διευκολύνουν τὴν κρίσιν τῶν ἄλλων δι’ αὐτάς. Εἰς μερικοὺς ὅμως φανερώνονται ὕστερα ἀπὸ χρόνον ἀρκετόν. 25 Τὸ ἴδιο καὶ τὰ καλὰ ἔργα εἶναι ὁλοφάνερα καὶ τὰ μὴ ὁλοφάνερα δὲν ἠμποροῦν νὰ κρυβοῦν.
ς΄ 1 Όσοι εἶναι δοῦλοι κάτω ἀπὸ τὴν πιεστικὴν δουλείαν ἀπίστων κυρίων, ἂς θεωροῦν τοὺς δεσπότας των ἀξίους κάθε τιμῆς, διὰ νὰ μὴ δίδουν μὲ τὴν δυστροπίαν των ἀφορμὴν νὰ συκοφαντῆται καὶ περιυβρίζεται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ εὐαγγελίου. 2 Ἐκεῖνοι δέ, ποὺ ἔχουν δεσπότας πιστοὺς Χριστιανούς, ἂς μὴ τοὺς καταφρονοῦν, λαμβάνοντες θάρρος ἀπὸ τὸ ὅτι εἶναι ἒν Χριστῷ ἀδελφοί. Ἀλλὰ ἂς δουλεύουν περισσότερον, διότι αὐτοί, ποὺ ἀπολαμβάνουν τὴν καλὴν δουλείαν τῆς προθύμου ὑπηρεσίας των, εἶναι καὶ αὐτοὶ πιστοὶ καὶ ἀγαπητοί. 3 Δίδασκε καὶ πρότρεπε τοὺς πιστοὺς νὰ τηροῦν αὐτά, ποὺ σοῦ ἔγραψα εἰς τὴν ἐπιστολήν. Ἐὰν κανεὶς διδάσκῃ διαφορετικὰ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιον καὶ δὲν ἀκολουθῇ τοὺς ὑγιεῖς καὶ μὴ μολυσμένους ἀπὸ τὴν ἀρρώστιαν τῆς πλάνης λόγους τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν διδασκαλίαν, ποὺ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν εὐσέβειαν, 4 αὐτὸς εἶναι φουσκωμένος καὶ τυφλωμένος ἀπὸ ὑπερηφάνειαν. Καὶ νομίζει μέν, δτι τὰ ἠξεύρει ὅλα, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρει τίποτε καὶ ἔχει τὴν ἀσθένειαν τοῦ νὰ συζητῇ καὶ ἐξετάζῃ τὰ μάταια καὶ ἀνωφελῆ καὶ νὰ παρασύρεται εἰς λογομαχίας, ἀπὸ τὰς ὁποίας προέρχονται φθόνος, φιλονεικία, κακολογίαι, ὑποψίαι κακαὶ καὶ ἄδικοι. 5 Προέρχονται ἀκόμη παράλογοι καὶ μάταιαι ἀσχολίαι ἀνθρώπων, ποὺ ἔχουν διεφθαρμένον καὶ χαλασμένον τὸν νοῦν τους καὶ ἔχουν στερηθῆ τελείως τὴν ἀλήθειαν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νομίζουν, ὅτι ἡ εὐσέβεια εἶναι πηγὴ αἰσχρᾶς ἐκμεταλλεύσεως καὶ ὑλικοῦ πλουτισμοῦ. Στέκε μακρὰν ἀπὸ τοὺς τοιούτους. 6 Πράγματι δὲ ἡ εὐσέβεια εἶναι πηγὴ μεγάλου πλουτισμοῦ, ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ ὀλιγάρκειαν καὶ ὄχι ἀπὸ αἰσχροκερδῆ πλεονεξίαν. 7 Πρέπει δὲ νὰ εἴμεθα ὀλιγαρκεῖς, διότι τίποτε δὲν ἐφέραμεν εἰς τὸν κόσμον, ὅταν ἐγεννήθημεν. Καὶ εἶναι φανερόν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν οὔτε νὰ πάρωμεν κοντά μας τίποτα, ὅταν θὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ κόσμου διὰ τοῦ θανάτου. 8 Ὅταν δὲ ἔχωμεν τροφὰς καθ’ ὅλην τὴν ζωήν μας καὶ ἐνδύματα μὲ κατοικίαν διὰ νὰ σκεπαζώμεθα, θὰ εἶναι ταῦτα ἀρκετὰ δι’ ἠμᾶς. 9 Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ἔχουν προσκόλλησιν εἰς τὸ χρῆμα καὶ θέλουν νὰ γίνουν πλούσιοι, πίπτουν μέσα εἰς πειρασμὸν καὶ εἰς παγίδα καὶ εἰς ἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ ἐπιβλαβεῖς, αἱ ὁποῖαι βυθίζουν τοὺς ἀνθρώπους εἰς καταστροφὴν καὶ ἀπώλειαν. 10 Πίπτουν δὲ εἰς πειρασμὸν καὶ καταστρεπτικὴν παγίδα, διότι ρίζα ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ φιλαργυρία. Καὶ μερικοὶ κυριευθέντες ἀπὸ τὴν ὄρεξιν καὶ τὴν σφοδρὰν ἐπιθυμίαν, ποὺ γεννᾷ αὕτη πρὸς τὸ χρῆμα, ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τὴν πίστιν καὶ ἔμπηξαν εἰς τὸν ἑαυτόν τους σὰν ἄλλα καρφιὰ πολλοὺς πόνους καὶ ἀγωνίας. 11 Σὺ ὅμως, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, φεῦγε μακρὰν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα καὶ πάθη, ἐπιδίωκε δὲ τὴν δικαιοσύνην, τὴν εὐσέβειαν, τὴν πίστιν, τὴν ἀγάπην, τὴν ὑπομονήν, τὴν πραότητα.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Λκ. κα΄ 5-8, 10-11, 20-24
5 Καί τινων λεγόντων περὶ τοῦ ἱεροῦ ὅτι λίθοις καλοῖς καὶ ἀναθήμασι κεκόσμηται, εἶπε· 6 ταῦτα ἃ θεωρεῖτε, ἐλεύσονται ἡμέραι ἐν αἷς οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ ὃς οὐ καταλυθήσεται. 7 ἐπηρώτησαν δὲ αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, πότε οὖν ταῦτα ἔσται καὶ τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ ταῦτα γίνεσθαι; 8 ὁ δὲ εἶπε· βλέπετε μὴ πλανηθῆτε· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι καὶ ὁ καιρὸς ἤγγικε. μὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν.
10 τότε ἔλεγεν αὐτοῖς· ἐγερθήσεται ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, 11 σεισμοί τε μεγάλοι κατὰ τόπους καὶ λιμοὶ καὶ λοιμοὶ ἔσονται, φόβητρά τε καὶ σημεῖα ἀπ᾿ οὐρανοῦ μεγάλα ἔσται.
20 ὅταν δὲ ἴδητε κυκλουμένην ὑπὸ στρατοπέδων τὴν Ἱερουσαλήμ, τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς. 21 τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη, καὶ οἱ ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκχωρείτωσαν, καὶ οἱ ἐν ταῖς χώραις μὴ εἰσερχέσθωσαν εἰς αὐτήν, 22 ὅτι ἡμέραι ἐκδικήσεως αὗταί εἰσι τοῦ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα. 23 οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις· ἔσται γὰρ τότε ἀνάγκη μεγάλη ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὀργὴ τῷ λαῷ τούτῳ, 24 καὶ πεσοῦνται στόματι μαχαίρας, καὶ αἰχμαλωτισθήσονται εἰς πάντα τὰ ἔθνη, καὶ Ἱερουσαλὴμ ἔσται πατουμένη ὑπὸ ἐθνῶν ἄχρι πληρωθῶσι καιροὶ ἐθνῶν.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
5 Καὶ τὴν ὥρα ποὺ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του ἔλεγαν διὰ τὸ ἱερόν, ὅτι εἶναι στολισμένον μὲ ὡραίους λίθους καὶ ἀφιερώματα, εἶπεν· 6 Αὐτὰ ποὺ βλέπετε, θὰ ἔλθουν ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ μείνῃ πέτρα ἐπάνω εἰς πέτραν, ποὺ νὰ μὴ κρημνισθῇ. 7 Τὸν ἠρώτησαν δὲ καὶ εἶπαν· Διδάσκαλε, πότε λοιπὸν θὰ γίνουν αἱ καταστροφαὶ αὐταί; Καὶ ποῖον εἶναι τὸ σημάδι ποὺ θὰ φανῇ, ὅταν πρόκειται νὰ γίνουν αὐτά; 8 Αὐτὸς δὲ εἶπε· Προσέχετε νὰ μὴ παραπλανηθῆτε ἀπὸ κανένα. Καὶ σᾶς συνιστῶ νὰ προσέχετε, διότι πολλοὶ θὰ ἔλθουν, ποὺ θὰ διεκδικοῦν καὶ θὰ οἰκειοποιοῦνται τὸ ὄνομά μου καὶ θὰ λέγουν· ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας, καὶ ὁ καιρός, ποὺ θὰ γίνουν αὐτά, ἐπλησίασε. Προσέξατε λοιπὸν νὰ μὴ τοὺς ἀκολουθήσετε ὡς μαθηταὶ καὶ ὀπαδοί των.
10 Καὶ μετὰ μικρὰν διακοπὴν τοὺς εἶπε τότε· Θὰ σηκωθῇ τὸ ἓν ἔθνος κατὰ τοῦ ἅλλου ἔθνους καὶ τὸ ἓν βασίλειον θὰ σηκωθῇ κατὰ τοῦ ἅλλου βασιλείου. 11 Καὶ θὰ γίνουν σεισμοὶ μεγάλοι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καὶ πεῖνες καὶ ἐπιδημίαι μολυσματικοὶ καὶ φαινόμενα, ποὺ θὰ προκαλοῦν φόβον, καὶ σημεῖα ἀπὸ τὸν ἔναστρον οὐρανὸν μεγάλα.
20 Σχετικῶς δὲ μὲ τὴν καταστροφὴν τῶν κτιρίων αὐτῶν, ποὺ σᾶς εἶπα εἰς τὴν ἀρχήν, μάθετε, ὅτι ὅταν ἴδετε νὰ περικυκλώνεται ἡ Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ στρατεύματα, τότε νὰ ξεύρετε, ὅτι ἐπλησίασεν ἡ ἐρήμωσίς της. 21 Τότε αὐτοί, ποὺ θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἂς φεύγουν εἰς τὰ ὅρη, καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ θὰ εὑρίσκωνται ἐν μέσῳ τῆς πόλεως Ἱερουσαλήμ, ἂς φεύγουν ἔξω εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, καὶ ὅσοι θὰ εἶναι εἰς τὰ χωράφια, ἂς μὴ ἐμβαίνουν εἰς τὴν πόλιν. 22 Διότι αἱ ἡμέραι αὐταὶ εἶναι ἡμέραι θείας ἐκδικήσεως καὶ τιμωρίας, διὰ νὰ ἐπαληθεύσουν καὶ πραγματοποιηθοῦν ὅλα ὄσα ἔχουν γραφῆ ἀπὸ τοὺς προφήτας περὶ καταστροφῆς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς πρωτευούσης αὐτοῦ. 23 Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰς ἐγκύους καὶ εἰς ἐκείνας, ποὺ θὰ θηλάζουν μικρὰ παιδιὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας. Διότι θὰ εἶναι δυστυχία καὶ στέρησις μεγάλη ἐπὶ τῆς γῆς καὶ θὰ εἶναι ὀργὴ κατὰ τοῦ λαοῦ τούτου τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ. Αἱ ἔγκυοι λοιπὸν καὶ αἱ θηλάζουσαι, ἐνῷ θὰ δυσκολεύωνται νὰ τρέξουν καὶ νὰ σωθοῦν, δὲν θὰ εὑρίσκουν εὔκολα καὶ τὰ μέσα πρὸς στηριγμὸν καὶ ἐνδυνάμωσιν τοῦ ὀργανισμοῦ των. 24 Καὶ θὰ πέσουν σφαζόμενοι μὲ τὴν κόψιν τῆς μαχαίρας καὶ θὰ μεταφερθοῦν αἰχμάλωτοι πρὸς πώλησιν εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ ἡ Ἱερουσαλὴμ θὰ ἑξακολουθῇ νὰ καταπατῆται ἀπὸ ἐθνικούς, μέχρις ὅτου συμπληρωθοῦν οἱ χρόνοι τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ ἐναντίον τοῦ Ἰσραήλ, κατὰ τοὺς ὁποίους τὰ ἔθνη θὰ κατέχουν ἀποκλειστικῶς τὰ προνόμιά του, ὁπότε μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν εἰς Χριστὸν ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ ὁ Ἰσραὴλ θὰ ἐπιστροφῇ καὶ θὰ σωθῇ.

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΓΕΜΕΛΛΟΣ
Στίς 10 Δεκεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τήν μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος Γέμελλου τοῦ πολυάθλου. Ἔζησε στούς χρόνους τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτου, τό 361 καί καταγόταν ἀπό τήν Ἄγκυρα. Κάποτε πέρασε ἀπό τήν Ἄγκυρα ὁ Ἰουλιανός· στάθηκε τότε μπροστά του ὁ ἅγιος καί τόν κατεπλήγωνε μέ ἔνθεα λόγια. Ὁ βασιλιάς ἄναψε ἀπό τόν θυμό του, πρόσταξε νά δέσουν στόν ἅγιο Γέμελλο πυρωμένη, σιδερένια ζώνη καί μέ αὐτήν νά καίγεται τόσο δυνατά, ὥστε ἡ σάρκα του ἔρεε κάτω στην γῆ καί γέμισε τόν τόπο. Κατόπιν τόν πρόσταξε νά ἀκολουθεῖ τόν ἀσεβῆ αὐτοκράτορα. Ὅταν ὁ ἀποστάτης ἔφθασε στήν Ἔδεσσα ξάπλωσαν τόν μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ καί τόν πλήγωναν μέ κοφτερά ξύλα, τόν κρέμασαν καί τόν κατατρυποῦσαν μέ πυρωμένα σίδερα.
Ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ καταφρονοῦσε ὅμως τά βάσανα καί ὕβριζε τόν βασιλιά, γι’ αὐτό τόν ἔβαλαν σέ πυρωμένο τηγάνι γεμᾶτο ἀπό λάδι, ρητίνη καί λίπος ἐνῶ συγχρόνως τόν ἔδερναν μέ σιδερένια ραβδιά, τά ὁποία ἐπιπλέον εἶχαν ἀκίδες. Μέ θαυματουργικό ὅμως τρόπο ἔπεσε ραγδαία βροχή, πού ἔσβησε τήν φωτιά κι ὁ ἅγιος ἔμεινε ἀβλαβής. Τότε ὁ ἀποστάτης ἐξεπλάγη, ἀλλά ἀντί νά συνετισθεῖ, διέταξε νά μπήξουν καρφιά στήν κεφαλή τοῦ μάρτυρος. Τόν ἔριξαν στό ἔδαφος, τόν κρέμασαν καί τόν ἔγδαραν ὁλόκληρο σάν νά ἦταν πρόβατο. Κατά παράδοξο τρόπο, παρά τά ἀφόρητα βάσανα, μποροῦσε καί μιλοῦσε μέ τούς παρεστῶτες. Κατά θεία οἰκονομία βρέθηκε ἕνας ἱερέας, ὁ ὁποῖος τόν βάπτισε. Ἀπό τήν κολυμβήθρα βγῆκε ἐντελῶς ὑγιής ὁ ἅγιος, χωρίς κανένα σημάδι ἤ πληγή στό σῶμα του. Τότε ἀκούσθηκε φωνή ἐξ οὐρανοῦ λέγουσα “Μακάριος εἶσαι Γέμελλε, διότι πολλά ἐκοπίασας”. Μαθαίνοντας αὐτά ὁ παραβάτης, κρέμασε τόν ἅγιο σέ σταυρό καί τοῦ κάρφωσε τά χέρια καί τά πόδια. Κρεμασμένος προσευχήθηκε ὁ μακάριος καί παρέδωσε τό πνεῦμα του στά χέρια τοῦ Κυρίου. Τό δέ τίμιο σῶμα του τό κατέβασαν κρυφά Χριστιανοί καί τό ἐνταφίασαν σέ ἐπίσημο τόπο.




