Τοῦ κ. Γεωργίου Κούβελα, Συνταξιούχου Δικηγόρου παρ᾽ Ἀρείῳ Πάγῳ
καὶ Σ.τ.Ε. Ἐπιτίμου Προέδρου τῆς Ἐθνικῆς Φοιτητικῆς Ἑνώσεως Κυπρίων
3ον
Στὴν μάχη ἐκείνη ἔπεσαν μαχόμενοι ἡρωϊκὰ ὁ Καπετὰν Χάψας (ὡς ἄλλος Λεωνίδας ἤ Ἀθ. Διάκος) καὶ τὰ παλικάρια του. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ οἱ μαχητὲς ποὺ διασώθηκαν, ὅπως καὶ πλῆθος ἀπὸ γυναικόπαιδα ὑποχώρησαν καὶ πῆγαν στὴν Κασσάνδρα. Οἱ πρόκριτοι καὶ οἱ καπεταναῖοι (οἱ Ἰωάννης Χατζηχριστοδούλου, ὁ Ἀναγνώστης Γεωργίου, ὁ Ἰωάννου, ὁ Μιχαλάκης, ὁ καπ. Μανώλης Ἰωάννου, ὁ καπ. Γ. Καμπούρης, ὁ καπ. Ἰ. Γεωργίου, ὁ καπ. Κ. Καρατάσιος, ὁ καπ. Ἀθ. Κάψας, καί ἄλλοι) προέβλεψαν πὼς ὁ Μπαϊρὰμ πασάς μὲ τὸ πολυάριθμο ἀσκέρι του θὰ ἐπιτίθονταν καὶ στὴν Κασσάνδρα. Καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἔσκαψαν τὸ χαντάκι, γιὰ νὰ ἀποτελέσει ἕνα σοβαρὸ ἐμπόδιο στὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ… Ἡ παράδοση ἔχει διασώσει τὴν μεγαλειώδη ἀντοχὴ τῶν ἀγωνιστῶν καὶ τὴν τεράστια δυσκολία ποὺ συνάντησε ἐκεῖ ὁ ἐχθρὸς μὲ τὸ Δημῶδες, ποὺ λέει: Ἰφτὰ πασάδις πολιμοῦν τὴν ἔρμη τὴν Κασσάνδρα. Κανένας δὲν τὴν πάτισι, κανένας δὲν τὴν πήρι. Λουμποὺτ πασάς τὴν πάτησι, Λουμποὺτ πασάς τὴν πήρι… Ἡ παράδοση λέει:
Τ᾽ ἔχεις καημένε κόρακα καὶ σκούζεις καὶ φωνάζεις, / μὴν ἐδιψᾶς γιὰ αἵματα, μὴν ἐδιψᾶς γιὰ λάσια; / Πέρασε ἀπ᾽ τὰ Κύψελα κι ἀπ᾽ τὴν ἀπάνω Χώρα, / καὶ σύρε στὸ Παλαίκαστρο. / Ἐκεῖ ᾽ναι τὰ αἵματα, ἐκεῖ ᾽ναι καὶ τὰ λάσια. / Καὶ τὸ ἄλλο: / Κακό μεγάλο ἔγινε στὴ Χρούσω τῆς Παλλήνης, / κακὸ μεγάλο ἔγινε, καταστροφὴ μεγάλη, / κλαῖγαν μανάδες γιὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ γιὰ μάνες.
Ἀσφαλῶς δὲν διασώθηκαν μόνο αὐτά, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα, ποὺ δὲν χωροῦν στὸν περιορισμένο αὐτὸ χῶρο. Δεκατρία χωριὰ καὶ δεκαέξι μετόχια λεηλατήθηκαν καὶ στὴ συνέχεια κάηκε ὁλοσχερῶς ἡ Κασσάνδρα. Ὁ ἐχθρὸς, ὅπου εὕρισκε ζωντανοὺς, τοὺς σκότωνε, ἂν ἦταν ἄρρωστοι καὶ ὑπερήλικες, ἂν ἦταν ὅμως νέοι ἤ νέες τοὺς αἰχμαλώτιζε. Δὲν σεβάστηκαν οὔτε τὶς Ἐκκλησίες. Ἔκαψαν τὴν Ἐκκλησία τῆς Βάλτας, τῆς Καλάνδρας καὶ τοῦ Πολύχρονου μαζὶ μὲ τοὺς κατοίκους τῶν χωριῶν, ποὺ εἶχαν μπεῖ στὴν Ἐκκλησία, ἐλπίζοντας νὰ σωθοῦν. Ὅσοι κάτοικοι σώθηκαν, πῆγαν στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὰ νησιὰ τῶν Βόρειων Σποράδων, στὴν Εὔβοια καὶ στὴν Ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα. Τὸ ὁλοκαύτωμα εἶχε ὁλοκληρωθεῖ. Γιὰ μῆνες καπνοὶ ἀνέβαιναν στὸν οὐρανό της ἀπὸ τὰ καμένα, ὡς θυμίαμα γιὰ τὴ θυσία τῶν κατοίκων της, καὶ γιὰ χρόνια τὰ μόνα ζωντανὰ ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ ἦταν τὰ κοράκια, οἱ σαῦρες καὶ τὰ φίδια. Ἡ ὄμορφη καὶ εὔφορη Κασσάνδρα ἔμεινε ἀκαλλιέργητη καὶ ἔρημη γιὰ ἕξι περίπου χρόνια!…
14. Ὁ λόγιος Γυμνασιάρχης Παναγιώτης Γ. Στάμου στὸ πόνημά του μὲ τίτλο «Ἡ ἡρωϊκὴ Κασσάνδρα ἀνὰ τοὺς Αἰῶνες» ἀναφέρει τὰ πιὸ κάτω γιὰ τὶς Βαρβαρότητες τοῦ τυράννου καὶ γιὰ τὴν Πίστη τῶν Ἐπαναστατημένων Ἑλλήνων στὰ Ἰδανικὰ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς Πατρίδας:
Οἱ Τοῦρκοι «ἔσφαξαν καὶ ἠνδραπόδισαν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἡσύχους κατοίκους, ἐξ ὧν διεσώθησαν μόνον ὅσοι ηὐτύχησαν νὰ ἐπιβῶσιν εἴς τινα παρευρεθέντα πλοῖα τῆς Σκιάθου καὶ τῆς Σκοπέλου καὶ κατέκαυσαν ὅλα σχεδὸν τὰ χωρία. Δεκακισχίλιοι ὑπελογίσθησαν οἱ φονευθέντες ἄνδρες καὶ γυναῖκες πάσης ἡλικίας». Ἡ λαϊκὴ μοῦσα διελάλησε τὴν καταστροφὴν εἰς τὴν παραλίαν διὰ τῶν ἑξῆς:
Κακὸ μεγάλο ἔγινε στὴ Χρούσου τῆς Παλλήνης.
Κακὸ μεγάλο ἔγινε καταστροφὴ μεγάλη.
Κλαίγαν᾽ οἱ μάνες γιὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ γιὰ μάνες.
Τὴν ἑκατόμβην τῆς Κασσάνδρας ὑπὲρ τῆς Ἐλευθερίας κατὰ τὴν πρώτην μόνον ἡμέραν τῆς Ἁλώσεως ὁμολογεῖ καὶ ὁ Τοῦρκος Ἀρχιστράτηγος Ἀβδοὺλ Ἀμποὺδ δι᾽ ἀναφορᾶς αὐτοῦ ὑπὸ ἡμ. 14 Νοεμβρίου 1821 πρὸς τὸν μουτεσερίφην (Νομάρχην) τῆς Θεσ/νίκης, ἐν ᾗ, πρὸς τοῖς ἄλλοις, γράφει: «Πλέον τῶν χιλίων διεπεράσθησαν διὰ τῶν ξιφῶν τῶν νικητῶν μουσουλμάνων ἑξακόσιαι δὲ περίπου γυναῖκες καὶ ἄνδρες ἐξανδραποδισθέντες ἐδέθησαν μὲ ἁλύσεις». Οἱ Τοῦρκοι, ἀφοῦ ἐξέλιπε πᾶσα ἀντίστασις καὶ ἀνεχώρησαν τὰ πλοῖα κατάφορτα Ἑλλήνων, συνεκέντρωσαν τοὺς αἰχμαλώτους κυρίως γυναικόπαιδα εἰς χωρίον τι παρὰ τὴν παραλίαν Τορωναίου καὶ ὑπὸ συκομορέαν ἐξέθεσαν αὐτὰ εἰς πώλησιν ἀντὶ δέκα γροσίων ἕκαστον εἰς τοὺς μετ᾽ αὐτῶν ἑβραίους καὶ ἄλλους. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ χωρίον τοῦτο μετωνομάσθη ἔκτοτε εἰς Παζαράκι. Αἱ μὴ πωληθεῖσαι ὑπὲρ ἑπτακόσιαι γυναῖκες, αἱ ἀνωτέρω μνημονευόμεναι, μετεφέρθησαν ἁλυσόδετοι εἰς Θεσσαλονίκην, ἔνθα ἄλλαι μὲν ἐνεκλείσθησαν εἰς φυλακάς, ἄλλαι δὲ ἐπωλήθησαν ἀντὶ εὐτελεστάτου τιμήματος».
Γιὰ τὴν Πίστη ὅλου τοῦ Λαοῦ στὴν Ὀρθοδοξία καὶ στὴν Πατρίδα ἀναφέρει τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: Ὁ Ἀντώνιος Χατζηχριστοδούλου μετὰ τῆς μητρός του, τῆς συζύγου του καὶ τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς Γαρυφαλλιᾶς ἀπεβιβάσθησαν μετὰ περιπετειώδη πλοῦν εἰς τὴν Αἴγιναν. Ἡ Γαρυφαλλιὰ εἶχε μικρὸν υἱόν, Γιαννιὸν ὀνομαζόμενον, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸν πανικὸν τῆς φυγῆς καὶ τῆς ἐπιβιβάσεως εἰς τὰ πλοῖα ἀπώλεσε. Περίλυπος, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν Αἴγιναν, περιείρχετο τὰς ὁμάδας τῶν προσφύγων καὶ τὰς οἰκίας γηγενῶν τῶν φιλοξενούντων αὐτοὺς ἐρωτῶσα, ὡς ἄλλη Δήμητρα, διὰ τὸν υἱόν της. Ἡμέραν τινὰ περιερχομένη τὰς ὁδοὺς τῆς Αἰγίνης διὰ τὴν ἐν λόγῳ αἰτίαν, ἤκουσεν ἐντὸς οἰκίας γνώριμον παιδικὴν φωνήν. Εἰσέρχεται ἐντὸς καὶ μετὰ καταφανοῦς ἐκπλήξεως καὶ συγκινήσεως βλέπει τὸν υἱόν της καθήμενον εἰς τὴν τράπεζαν φαγητοῦ ἐν τῷ μέσῳ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας ἐκείνης καὶ ἀρνούμενον νὰ φάγῃ κρέας, καίτοι εἶχε παρέλθει ἡ περίοδος τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων καὶ λέγοντα “ἡ μάνα μου θὰ μὲ μεταλάβῃ πρῶτα καὶ μετὰ θὰ φάω κρέας”». Δεῖγμα καὶ τοῦτο τῆς θρησκευτικότητος, μεθ᾽ ἧς ἀνέτρεφον τὰ τέκνα των αἱ ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγὸν ἑλληνικαὶ οἰκογένειαι, καὶ ἡ Κασσάνδρα ὡς καὶ τῆς ἐντόνου ἐπιδράσεως τῶν θρησκευτικῶν ἡμῶν παραδόσεων εἰς τὴν ζωὴν τῶν τότε ὁμογενῶν ἡμῶν. Ὦ αἱ εὐλογημέναι αὐταὶ παραδόσεις καὶ τὰ θέσμια τῆς Ἐκκλησίας μας, αἱ ὁποῖαι ἀχωρίστως συνδεδεμέναι μὲ τὴν ἀτομικήν, οἰκογενειακὴν καὶ κοινωνικὴν ὑπόστασιν ἡμῶν ἱκάνωσαν ἡμᾶς νὰ διέλθωμεν «διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος» (Ψαλμ. 65, 12) ἐπὶ πεντακόσια ἔτη καὶ νὰ ἐξέλθωμεν εἰς ἀναψυχήν! Αὐταὶ διαφύλαξαν τὴν Ἐθνικὴν ἡμῶν Συνείδησιν καί «ἐν μέσαις ἀκάνθαις τῆς εὐσεβείας τὸ ρόδον». Πόσον ζημιοῖ ἡμᾶς ἡ χαλάρωσις τῶν ὡραίων αὐτῶν Παραδόσεων, ἥτις ἐσχάτως παρατηρεῖται! Πῶς θὰ ἀνθέξωμεν, ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, ὁ Θεὸς διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἐπιτρέψῃ νὰ περιπέσωμεν εἰς νέα δεινὰ μὲ τοιαύτην πνευματικὴν ἀποψίλωσιν;
Ὅλος ὁ λαὸς τῆς Κασσανδρείας ἔγινε Ὁλοκαύτωμα. Ὅλη ἡ Ἱερὴ Γῆ της κατακάηκε. Τὸ Δημοτικὸ Τραγούδι ὑμνεῖ τὶς Γενναῖες καὶ τοὺς Γενναίους Κασσανδρινούς. Τὶς Γενναῖες τὶς ἐκπροσωπεῖ ἡ Ἀναστασία:
Ἑφτὰ Πασιάδες πολεμοῦν / Τὴν ἔρημη Κασσάντρα· / κανένας δὲν τὴν πάτησε, / κανένας δὲν τὴν πῆρε. / Λουμποὺτ Πασιάς τὴν πάτησε / Λουμποὺτ Πασιάς τὴν πῆρε. / Πῆραν ἄσπρα, πῆραν φλουριά, / πῆραν κάρρα γρόσια· / πῆραν καὶ τὴν Ἀναστασιὰ / τὸ ἄνθος τῆς Κασσάντρας. / Πέντ᾽ ἀρβανίτες τὴν κρατοῦν / Καὶ τρεῖς τὴν ἐξετάζουν. / Κόρη μ᾽ τούρκα γίνεσαι / Τοῦρκο ἄντρα νὰ πάρης; / Κάλλιο τὄχω τὸ αἷμά μου / Τὴ γῆ νὰ κοκκινήσῃ / Παρὰ νὰ ἰδῶ τὰ μάτια μου / Τοῦρκος νὰ τὰ φιλήσῃ. / Τοὺς Γενναίους τοὺς ἐκπροσωπεῖ ὁ Κάψας: / Ἕνας λεβέντης ἕνα παλληκάρι / εἶν᾽ ὄμορφο σὰν ἐλάφι. / Κάψας εἶναι τ᾽ ὄνομά του. / Κάψας εἶν᾽ τὸ παλληκάρι. / Χαλκιδικὴ τὄχει ἁγνὸ καμάρι, / γιατὶ μὲ λύσσα πολεμᾷ / τὰ τούρκικα σκυλιά. / Ἔχει στήθια λιονταριοῦ / δύναμι στὰ χέρια καὶ τὰ πόδια. / ἔχει μάτι ἀητοῦ / κι᾽ ὄμορφα μαλλιά. / Ἔχει σπαθιὰ ἀτσάλινα / ἀτσάλινα καριοφύλλια. / Κάψας δοξάζει τὴ Ρωμηὰ / καὶ τὸν τρέμει ἡ Τουρκιά. / Κασσανδρινὸς Κάψας ἀρχηγὸς / πολεμάει μοναχὸς / μὲ τὴν ἀμέτρητη Τουρκιά.




