ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Β΄ Κορ. ε’ 10-15
10 Tοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν. 11 Εἰδότες οὖν τὸν φόβον τοῦ Κυρίου ἀνθρώπους πείθομεν, Θεῷ δὲ πεφανερώμεθα, ἐλπίζω δὲ καὶ ἐν ταῖς συνειδήσεσιν ὑμῶν πεφανερῶσθαι. 12 οὐ γὰρ πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνομεν ὑμῖν, ἀλλὰ ἀφορμὴν διδόντες ὑμῖν καυχήματος ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα ἔχητε πρὸς τοὺς ἐν προσώπῳ καυχωμένους καὶ οὐ καρδίᾳ. 13 εἴτε γὰρ ἐξέστημεν, Θεῷ, εἴτε σωφρονοῦμεν, ὑμῖν. 14 ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς, 15 κρίναντας τοῦτο, ὅτι εἰ εἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἄρα οἱ πάντες ἀπέθανον· καὶ ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
10 Διότι ὅλοι ἡμεῖς πρέπει νὰ παρουσιασθῶμεν φανεροὶ καὶ ξεσκεπασμένοι ἐμπρὸς εἰς τὸ δικαστικὸν βῆμα τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ ἀπολαύσῃ ὁ καθένάς μας ἐκεῖνα, ποὺ ἔκαμε μὲ τὸ σῶμα, ἀναλόγως τῶν ὅσων ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἶναι τὸ σύνολον τῶν πράξεών του εἴτε κακόν. 11 Ἐπειδὴ λοιπὸν γνωρίζομεν τὸν φόβον τοῦ Κυρίου, ποὺ ἐμπνέει τὸ δικαστήριόν του αὐτό, ἐπιχειροῦμεν νὰ πείσωμεν περὶ τῆς εἰλικρινείας μας τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ δὲν μᾶς ξεύρουν, εἴμεθα ὅμως φανεροὶ καὶ ξεσκεπασμένοι ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, ἐλπίζω δέ, ὅτι ἔχομεν φανερωθῇ καὶ εἰς τὰς συνειδήσεις σας. 12 Διότι δὲν συσταίνομεν πάλιν τοὺς ἑαυτούς μας εἰς σᾶς, ἀλλὰ μὲ αὐτά, ποὺ γράφομεν, σᾶς δίδομεν ἀφορμὴν νὰ καυχάσθε δι’ ἠμᾶς τοὺς διδασκάλους σας καὶ νὰ ἔχετε θὰ λέγετε πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καυχῶνται διὰ πλεονεκτήματα ἐξωτερικὰ καὶ ὄχι δι’ ἐσωτερικὰ προσόντα τῆς καρδίας. 13 Ἡμεῖς ὅμως κάθε τι ποὺ πράττομεν, τὸ κάνομεν μὲ εἰλικρίνειαν καὶ χωρὶς ἰδιοτέλειαν καὶ συμφεροντολογίαν. Καὶ εἴτε ἐκαταντήσαμεν εἰς τρέλλαν ἐπαινοῦντες τοὺς ἑαυτούς μας, πράττομεν τοῦτο πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ, διότι ἀποβλέπομεν εἰς τὸ νὰ μὴ μειωθῇ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀποστόλου καὶ ἐμποδισθῇ ἡ πρόοδος τοῦ εὐαγγελίου. Εἴτε μέτρια καὶ ταπεινὰ λέγομεν διὰ τοὺς ἑαυτούς μας, τὰ λέγομεν διὰ τὴν ἰδικήν σας ὠφέλειαν, διὰ νὰ διδάσκεσθε δηλαδὴ καὶ μὲ τὸ παράδειγμά μας τὴν ταπεινοφροσύνην. 14 Καὶ ἔχομεν τὰ ἀνιδιοτελῆ αὐτὰ ἐλατήρια, διότι ἡ ἀγάπη, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν εἰς ἡμᾶς ὁ Χριστός, μᾶς σφίγγει ὅλους μαζὶ καὶ μᾶς συγκροτεῖ προσκολλημένους εἰς αὐτόν. Καὶ κρατούμεθα προσκολλημένοι εἰς αὐτόν, διότι μὲ φωτισμένην κρίσιν ἐσχηματίσαμεν πεποίθησιν περὶ τούτου, ὅτι δηλαδή, ἐὰν ἕνας ὁ Χριστὸς ἀπέθανε δι’ ὅλους ὡς ἀντιπρόσωπός των, ἄρα ὅλοι ἀπέθανον ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Χριστοῦ. 15 Καὶ ἀπέθανε δι’ ὅλους ὁ Χριστός, ὥστε ὅσοι εὑρίσκονται εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν νὰ μὴ ζοῦν πλέον διὰ τὸν ἑαυτόν τους, ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε καὶ ἀνέστη ὑπὲρ αὐτῶν, πράττοντες πάντοτε τὰ ἀρεστὰ εἰς αὐτόν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Μρ. α΄ 9-15
9 Καὶ ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ Ἰωάννου εἰς τὸν Ἰορδάνην. 10 καὶ εὐθέως ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδε σχιζομένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ᾿ αὐτόν· 11 καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν· σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ ηὐδόκησα. 12 Καὶ εὐθέως τὸ Πνεῦμα αὐτὸν ἐκβάλλει εἰς τὴν ἔρημον· 13 καὶ ἦν ἐκεῖ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἡμέρας τεσσαράκοντα πειραζόμενος ὑπὸ τοῦ σατανᾶ, καὶ ἦν μετὰ τῶν θηρίων, καὶ οἱ ἄγγελοι διηκόνουν αὐτῷ. 14 Μετὰ δὲ τὸ παραδοθῆναι Ἰωάννην ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν Γαλιλαίαν κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ 15 καὶ λέγων ὅτι πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ· μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
9 Καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας συνέβη νὰ ἔλθῃ ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαῖας. Καὶ ἐβαπτίσθη ἀπὸ τὸν Ἰωάννην εἰς τὸν Ἰορδάνην ποταμόν. 10 Καὶ ὅταν ἀνέβαινεν ἀπὸ τὸ νερὸν τοῦ ποταμοῦ, ἀμέσως τὴν αὐτὴν στιγμὴν εἶδε νὰ σχίζωνται οἱ οὐρανοὶ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον νὰ καταβαίνῃ σὰν περιστερὰ καὶ νὰ ἔρχεται ἐπάνω του. 11 Καὶ ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ἡ ὁποία ἔλεγε· Σὺ εἶσαι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπημένος, εἰς τὸν ὁποῖον εὐηρεστήθην, διότι καὶ ὡς ἄνθρωπος ἀπολύτως ἀναμάρτητος μοῦ ἤρεσες καὶ μὲ εὐχαρίστησες εἰς ὅλα. 12 Καὶ ἀμέσως μετὰ τὸ βάπτισμά του τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ παρακίνησιν ἐσωτερικὴν τὸν ἔβγαλεν εἰς τὴν ἔρημον. 13 Καὶ ἐκεῖ εἰς τὴν ἔρημον ἐπειράζετο ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας ἀπὸ τὸν σατανᾶν, ποὺ ματαίως ἐζήτει νὰ τὸν ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὰς ἀφωσιωμένας πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὸ καθῆκον σκέψεις καὶ μελέτας του. Καὶ ἦτο ἐκεῖ κατάμονος μὲ μόνην συντροφιὰν τὰ θηρία τῆς έρήμου. Ἀοράτως ὅμως τὸν ἐσυντρόφευαν οἱ ἄγγελοι, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν νίκην του κατὰ τοῦ σατανᾶ παρουσιάσθησαν καὶ τὸν ὑπηρέτουν. 14 Ἀφοῦ δὲ παρεδόθη ὁ Ἰωάννης ὑπό του βασιλέως Ἀντίπα εἰς φυλακήν, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν Γαλιλαίαν καὶ ἐκήρυττε τὸ χαρμόσυνον μήνυμα, ὅτι θὰ ἤρχετο μετ’ ὀλίγον καὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἡ οὐράνιος βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 15 Καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἔχει συμπληρωθῇ πλέον ὁ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὡρισμένος χρόνος διὰ τὸν ἐρχομὸν τοῦ Μεσσίου καὶ ἐπλησίασαν αἱ ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Μεσσίας μὲ τὴν νέαν πνευματικήν, ἁγίαν καὶ οὐρανίαν ζωήν, ἡ ὁποία θὰ μεταδίδεται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ του, θὰ θεμελιώσῃ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Μετανοεῖτε λοιπὸν καὶ πιστεύετε εἰς τὸ χαρμόσυνον μήνυμα, ὅτι ὁ Μεσσίας ἦλθε καὶ δεχθῆτε αὐτὸν ὡς σωτῆρα σας καὶ λυτρωτήν.

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΑΝΗ
Στίς 17 Αὐγούστου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τήν μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων αὐταδέλφων Παύλου καί Ἰουλιανῆς. Ἔζησαν κατά τούς χρόνους τοῦ Αὐρηλιανοῦ, τό 270 στήν Πτολεμαΐδα καί ἦταν κατά σάρκα ἀδελφοί. Μεγάλωσαν σέ εὐλαβή οἰκογένεια καί ὁ Παῦλος γνώριζε σέ τέτοιο βαθμό τίς θεῖες Γραφές, ὥστε μποροῦσε μέ εὐκολία καί ἐτοιμότητα νά ἀποστομώνει τούς κατήγορους τοῦ χριστιανισμοῦ, συγχρόνως δέ ἦταν θερμός κήρυκας τῆς Θείας Οἰκονομίας. Μαθαίνοντας ὅτι ὁ Αὐρηλιανός θά πήγαινε στήν Πτολεμαΐδα, παρήγγειλε στήν ἀδελφή του Ἰουλιανή νά παραμείνει μεγαλόψυχη καί νά ἀντιμετωπίσει μέ θάρρος καί προθυμία τούς ἐπερχομένους πειρασμούς. Ὁ ἴδιος σημείωσε τόν τύπο τοῦ τιμίου Σταυροῦ στό σῶμα του, γιά νά παρασταθεῖ ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ. Βλέποντάς τον οἱ εἰδωλολάτρες τόν ἔφεραν στόν βασιλιά· ὁμολόγησε τήν πίστη του στόν Χριστό, ἐλέγχοντάς συγχρόνως τόν ἄρχοντα γιά τήν μάταια πίστη του στά εἴδωλα. Τότε τόν κρέμασαν, τόν ξέσχισαν καί τόν ἔβαλαν μαζί μέ τήν ἀδελφή του σέ λέβητα γεμάτο μέ καυτή πίσσα, τά ἀδέλφια ὅμως, χάριτι θείᾳ, φυλάχθηκαν ἀβλαβή. Κατόπιν τούς ἔβαλαν πάνω σέ πυρωμένο, σιδερένιο κρεββάτι καί τούς ἔδειραν. Οἱ δήμιοι Κοδράτος καί Ἀκάκιος τούς συμπόνεσαν, τούς περιποιήθηκαν, γι’ αὐτό μαρτύρησαν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ μετά ἀπό διαταγή τοῦ βασιλιᾶ.
Ἔπειτα ἔβαλαν τούς ἁγίους φυλακή δεμένους μέ βαριές, σιδερένιες ἁλυσίδες, ἄγγελος Κυρίου ὅμως τούς ἐλευθέρωσε καί τούς ἔδωσε νά φᾶνε ἄρτο, μέ τόν ὁποῖο ἐνδυναμώθηκαν εὐχαριστῶντας τόν Θεό. Τούς ἔφεραν πάλι μπροστά στόν βασιλιά κι ἐπειδή ἔμειναν στέρεοι στήν πίστη τους, τούς ξαναέδειραν. Ἕνας δήμιος, ὁ Στρατόνικος, λυπήθηκε τήν Ἰουλιανή, διότι ἡ κόρη τόν παρακινοῦσε νά μήν λυπᾶται καί νά ἐκτελέσει τίς διαταγές τοῦ βασιλιᾶ. Τόν μέν Στρατόνικο τόν ἀποκεφάλισαν, τούς δέ ἁγίους τούς ἔκλεισαν σέ σάκο μέ φίδια καί ἄλλα φαρμακερά ἑρπετά, ἀπό τά ὁποία καί πάλι δέν ἔπαθαν τίποτα. Τότε ὁ βασιλιάς πρόσταξε τέσσερις στρατιῶτες νά δείρουν τόν ἅγιο Παῦλο μέ ἀγκαθωτά ραβδιά, τήν δέ ἁγία Ἰουλιανή ἔβαλαν σέ πορνεῖο. Ἄγγελος Κυρίου ὅμως τύφλωσε ὅσους προσπάθησαν νά τήν ἀτιμάσουν· ἡ ἁγία Ἰουλιανή τούς λυπήθηκε καί μετά ἀπό προσευχή τούς θεράπευσε. Ἀργότερα, ἔβαλαν τά ἀδέλφια μέσα σέ λάκκο γεμάτο φωτιά καί συγχρόνως τά λιθοβολοῦσαν. Τότε ἕνα φωτεινό σύννεφο πῆγε πάνω ἀπό τόν βασιλιά κι ἔριξε πάνω του πύρινη βροχή. Ὁ βασιλιάς φοβισμένος ἔβγαλε τούς ἁγίους ἀπό τόν λάκκο, ἀλλά ἀργότερα διέταξε νά τούς δέσουν σέ ξύλο καί νά τούς κατακαίουν μέ ἀναμμένες λαμπάδες. Τέλος πρόσταξε νά τούς ἀποκεφαλίσουν καί μετά ἀπό αὐτά τά ὑπεράνθρωπα κατορθώματα ἔλαβαν οἱ ἅγιοι τούς ἀφθάρτους στεφάνους τῆς ἀθλήσεως.




