ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
A‘ Θεσ. γ’ 9-13
9 Τίνα γὰρ εὐχαριστίαν δυνάμεθα τῷ Θεῷ ἀνταποδοῦναι περὶ ὑμῶν ἐπὶ πάσῃ τῇ χαρᾷ ᾗ χαίρομεν δι᾿ ὑμᾶς ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, 10 νυκτὸς καὶ ἡμέρας ὑπερεκπερισσοῦ δεόμενοι εἰς τὸ ἰδεῖν ὑμῶν τὸ πρόσωπον καὶ καταρτίσαι τὰ ὑστερήματα τῆς πίστεως ὑμῶν; 12 Αὐτὸς δὲ ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ ἡμῶν καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς κατευθύναι τὴν ὁδὸν ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς· ὑμᾶς δὲ ὁ Κύριος πλεονάσαι καὶ περισσεύσαι τῇ ἀγάπῃ εἰς ἀλλήλους καὶ εἰς πάντας, καθάπερ καὶ ἡμεῖς εἰς ὑμᾶς, 13 εἰς τὸ στηρίξαι ὑμῶν τὰς καρδίας ἀμέμπτους ἐν ἁγιωσύνῃ ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς ἡμῶν ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων τῶν ἁγίων αὐτοῦ.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
9 Πράγματι δὲ ἡ πίστις σας εἶναι ζωὴ εὐφρόσυνος δι’ ἠμᾶς. Διότι ποίαν εὐχαριστίαν δυνάμεθα νὰ ἀνταποδώσωμεν εἰς τὸν Θεόν διὰ σᾶς, ὅλην τὴν χαράν, ποὺ χαίρομεν ἐξ αἰτίας σας ἐμπρὸς εἰς τὸν Θεόν, τοῦ ὁποίου δῶρον εἶναι ἡ προκοπή σας καὶ ὁ στηριγμός σας εἰς τὴν πίστιν; 10 Καὶ αὐτὸν νύκτα καὶ ἡμέραν παρακαλοῦμεν θερμῶς νὰ μᾶς κατευοδώσῃ διὰ νὰ ἴδωμεν τὸ πρόσωπόν σας καὶ νὰ τελειοποιήσωμεν τὰς ἐλλείψεις τῆς πίστεώς σας. 11 Εἴθε δὲ ὁ Θεὸς καὶ πατήρ μας καὶ ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστὸς νὰ ἀπομακρύνῃ κάθε ἐμπόδιον ἀπὸ τὸν δρόμον μας καὶ νὰ διευκολύνῃ τὸ ταξίδιον μας πρὸς σᾶς. 12 Εἰς σᾶς δὲ εἴθε νὰ δώσῃ ὁ Κύριος μὲ τὸ παραπάνω καὶ νὰ περισσεύσῃ τὴν ἀγάπην ἀναμεταξύ σας καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς καὶ ἡμεῖς τὴν ἔχομεν πρὸς σᾶς. 13 Καὶ ἔτσι νὰ στηρίξῃ τὰς καρδίας σας, ὥστε νὰ εἶσθε ἄμεμπτοι, ἁγιασμένοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ πατρός μας κατὰ τὴν ἔνδοξον παρουσίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁπότε θὰ ἔλθῃ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους του.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Λκ. ιδ΄ 25-35
25 Συνεπορεύοντο δὲ αὐτῷ ὄχλοι πολλοί. καὶ στραφεὶς εἶπε πρὸς αὐτούς· 26 εἴ τις ἔρχεται πρός με καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα ἑαυτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητὴς εἶναι. 27 καὶ ὅστις οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν ἑαυτοῦ καὶ ἔρχεται ὀπίσω μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής. 28 τίς γὰρ ἐξ ὑμῶν, θέλων πύργον οἰκοδομῆσαι, οὐχὶ πρῶτον καθίσας ψηφίζει τὴν δαπάνην, εἰ ἔχει τὰ πρὸς ἀπαρτισμόν; 29 ἵνα μήποτε, θέντος αὐτοῦ θεμέλιον καὶ μὴ ἰσχύσαντος ἐκτελέσαι, πάντες οἱ θεωροῦντες ἄρξωνται αὐτῷ ἐμπαίζειν, 30 λέγοντες ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἤρξατο οἰκοδομεῖν καὶ οὐκ ἴσχυσεν ἐκτελέσαι; 31 ἢ τίς βασιλεύς, πορευόμενος συμβαλεῖν ἑτέρῳ βασιλεῖ εἰς πόλεμον, οὐχὶ πρῶτον καθίσας βουλεύεται εἰ δυνατός ἐστιν ἐν δέκα χιλιάσιν ἀπαντῆσαι τῷ μετὰ εἴκοσι χιλιάδων ἐρχομένῳ ἐπ᾿ αὐτόν; 32 εἰ δὲ μήγε, ἔτι πόῤῥω αὐτοῦ ὄντος πρεσβείαν ἀποστείλας ἐρωτᾷ τὰ πρὸς εἰρήνην. 33 οὕτως οὖν πᾶς ἐξ ὑμῶν, ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής. 34 Καλὸν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀρτυθήσεται; 35 οὔτε εἰς γῆν οὔτε εἰς κοπρίαν εὔθετόν ἐστιν· ἔξω βάλλουσιν αὐτό. ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
25 Ἐπήγαιναν δὲ μαζί του πολλὰ πλήθη λαοῦ καὶ ἀφοῦ πρὸς στιγμὴν ἐσταμάτησε, ἔστρεψε πρὸς αὐτοὺς καὶ τοὺς εἶπε· Καλὰ μὲ ἀκολουθεῖτε τώρα καὶ θέλετε νὰ εἶσθε μαθηταί μου καὶ φίλοι μου. Μάθετε ὅμως αὐτά, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα διὰ κάθε γνήσιον ἀκόλουθόν μου. 26 Ἐὰν κανεὶς ἔρχεται μαζί μου, καὶ δὲν μισῇ τὸν πατέρα του καὶ τὴν μητέρα του καὶ τὴν γυναῖκα του καὶ τοὺς ἀδελφούς του καὶ τὰς ἀδελφάς του, ἐφ’ ὅσον αὐτοὶ τοῦ γίνονται ἐμπόδιον εἰς τὸ νὰ μὲ ἀκολουθῇ, ἀκόμη δὲ ἐὰν δὲν μισῇ καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν του, ἐφ’ ὅσον ὁ φόβος του νὰ χάσῃ τὴν ζωήν του τοῦ γίνεται αἰτία νὰ μὲ ἀρνηθῇ, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου. 27 Καὶ ὅποιος δὲν παίρνει ἐπάνω του τὸν σταυρόν του, καὶ μὲ ἄλλας λέξεις, ὅποιος δὲν λαμβάνει τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποστῇ καὶ θάνατον σταυρικὸν καὶ ἐπονείδιστον δι΄ ἐμὲ καὶ δὲν ἔρχεται μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ὀπίσω μου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου. 28 Ἐξετάσατε καλὰ τὸν ἑαυτόν σας καὶ ἀφοῦ σκεφθῆτε, ἐὰν ἠμπορῆτε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὰς θυσίας αὐτάς, ἀποφασίσατε τότε νὰ μὲ ἀκολουθήσετε. Μελετήσατε τὸ πρᾶγμα, ἂν μὴ περισσότερον, τουλάχιστον ὅσον καὶ οἱ μελετῶντες νὰ ἀναλάβουν ἐγκοσμίους ἐπιχείρησεις δαπανηρὰς ἢ ἐπικινδύνους. Διότι ποῖος ἀπὸ σᾶς, ποὺ θέλει νὰ κτίσῃ σπίτι ἐφωδιασμένον μὲ πύργον, δὲν κάθεται πρῶτον νὰ λογαριάσῃ τὴν δαπάνην, ὥστε νὰ πεισθῇ, ἐὰν ἔχῃ τὰ χρήματα, ποὺ θὰ χρειασθοῦν διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον; 29 Ἔτσι κάθε φρόνιμος λογαριάζει, διὰ νὰ μὴ τοῦ συμβῇ, ὥστε ἀφοῦ βάλῃ αὐτὸς θεμέλιον καὶ δὲν μπορέσῃ νὰ τελειώσῃ τὸν πύργον, νὰ ἀρχίσουν νὰ τὸν ἐμπαίζουν ὅλοι, ὅσοι θὰ βλέπουν, ὅτι τὸ ἔργον ἔμεινεν ἀτελείωτον, 30 λέγοντες ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἤρχισε νὰ οἰκοδομῇ καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τελειώσῃ τὴν οἰκοδομήν. Οἰκοδομὴν πνευματικήν, αἰωνίαν καὶ ἀκατάλυτον καλεῖσθε νὰ κτίσετε καὶ σεῖς, ἐὰν γίνετε μαθηταί μου. Εἶσθε λοιπὸν ἀποφασισμένοι νὰ ὑποστῆτε δι’ αὐτὴν θυσίας καὶ νὰ μὴ ἀφήσετε τὸ ἔργον ἀτελείωτον 31 Ἀλλὰ καὶ πόλεμον ὡς στρατιώτης ἰδικός μου καλεῖτε νὰ διεξαγάγῃ κάθε μαθητής μου. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν προτοῦ συγκαταριθμηθῇ εἰς τὴν παράταξίν μου, ἂς τὸ σκεφθῇ καλά. Διότι ποῖος βασιλεύς, ποὺ πηγαίνει νὰ συγκρουσθῇ καὶ νὰ πολεμίσῃ μὲ ἄλλον βασιλέα, δὲν κάθεται πρῶτα νὰ σκεφθῇ καὶ λογαριάσῃ, ἐὰν ἔχῃ τὴν δύναμιν μὲ δέκα χιλιάδας νὰ συναντήσῃ καὶ ἀποκρούσῃ ἐκεῖνον, ποὺ ἔρχεται ἐναντίον του μὲ εἴκοσι χιλιάδας; 32 Καὶ ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸς νὰ τὸν ἀντικρούσῃ, ἐνόσῳ εἶναι ἀκόμη μακρὰν ὁ βασιλεὺς οὗτος, στέλλει ἀνθρώπους, ποὺ μεσιτεύσουν ὡς ἀντιπρόσωποί του, καὶ ζητεῖ διαπραγματεύσεις δι’ εἰρήνην. 33 Ἔτσι λοιπὸν καθένας ἀπὸ σᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν κάνει ἐκ μέρους του τὸν λογαριασμόν του καὶ δὲν ἀπαρνεῖται ὅλα τὰ ὑπάρχοτά του, καὶ φυσικοὺς δηλαδὴ δεσμοὺς καὶ πλοῦτον καὶ ἀπολαύσεις καὶ τὴν ζωήν του αὐτήν, δὲν δύναται νὰ εἶναι μαθητής μου. 34 Καλὸν εἶναι νὰ γίνῃ κανεὶς μαθητής μου καὶ νὰ καταστῇ ἅλας πνευματικόν, τὸ ὁποῖον προλαμβάνει τὴν ἠθικὴν σαπίλα καὶ ἐξυγιαίνει τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἅλας χάσῃ τὴν δύναμίν του, μὲ τί θὰ ἀρτυθῇ, ὥστε νὰ γίνῃ πάλιν χρήσιμον; 35 Δὲν εἶναι κατάλληλον καὶ χρήσιμον οὔτε εἰς τὴν γῆν νὰ ριφθῇ καὶ νὰ προστεθῇ εἰς αὐτὴν ὡς χῶμα ἀβλαβὲς καὶ παραγωγικόν, οὔτε νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς λίπασμα. Τὸ ρίπτουν ἔξω ὡς ἄχρηστον. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αὐτιὰ πνευματικὰ καὶ πραγματικὸν ἐνδιαφέρον, ὥστε νὰ ἀκούῃ καὶ νὰ ἐγκολποῦται αὐτὰ ποὺ λέγω, ἂς τὰ ἀκούῃ. Καὶ ἂς μαθαίνῃ ὅτι καὶ καθένας ἀπὸ τοὺς μαθητάς μου, ποὺ δὲν θὰ ἀπαρνηθῇ τὸν ἑαυτόν του καὶ ὅλους τοὺς ἐπιγείους του δεσμούς, γίνεται ἅλας ἄχρηστον, ποὺ πρέπει νὰ πεταχθῇ ἔξω καὶ νὰ καταπατηθῇ ἀπὸ ὅλους.

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
ΑΓΙΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ
Στίς 18 Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ρωμανοῦ. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ, τό 303. Κάποτε ὁ ἔπαρχος Ἀσκληπιάδης θέλησε νά μπεῖ στόν ναό τῶν εἰδώλων. Παρακινούμενος ἀπό θεῖο ζῆλο, ὁ ἅγιος τοῦ ἔλεγε ὅτι τά εἴδωλα δέν εἶναι θεοί. Γιά αύτή του τήν ὁμολογία τόν ἔδειραν στό στόμα, τόν κρέμασαν καί τόν ξέσχισαν. Τότε ζητᾶ ὁ ἅγιος Ρωμανός νά φέρουν ἕνα μικρό παιδί, γιά νά ἐλέγξει ἀκόμα περισσότερο τόν ἔπαρχο. Πράγματι στήν ἐρώτηση τοῦ ἐπάρχου, σέ ποιόν θεό πιστεύει, τό νήπιο ἀποκρίθηκε ὅτι στόν Θεό τῶν χριστιανῶν. Ἔδειραν τό παιδί, παρούσης τῆς μητέρας του, ὅταν δέ δίψασε καί ζήτησε νερό, ἡ εὐσεβής μητέρα του τό συμβούλευσε νά μήν πιεῖ ἀπό τό πρόσκαιρο καί φθαρτό νερό, ἀλλά νά ὑπομείνει γιά νά πάει νά πιεῖ ἀπό τό ζωντανό καί ἄφθαρτο νερό τῆς μακαριότητας. Ἐπειδή τό νήπιο ἔλεγχε τόν τύραννο, τό ξαναέδειραν, τό ἀποκεφάλισαν κι ἔτσι ἔλαβε τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Κατόπιν ἔκοψαν τήν γλώσσα τοῦ ἁγίου Ρωμανοῦ, ἀλλά παραδόξως ὁ ἅγιος ἐξακολουθοῦσε νά μιλᾶ ἀνεμπόδιστα. Τό θαύμα αὐτό ἀκούστηκε καί στόν αὐτοκράτορα Μαξιμιανό, γι’ αὐτό διέταξε κι ἔπνιξαν τόν ἅγιο μέσα στήν φυλακή. Με αὐτόν τόν τρόπο ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο τόν ἀμάραντο στέφανο τῆς ἀθλήσεως.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Δυὰς ἡ εὐκλεής, τῶν κλεινῶν Ἀθλοφόρων, ἐδόξασε λαμπρῶς, τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ὁ Πλάτων ὁ ἔνδοξος, Ρωμανὸς τε ὁ ἔνθεος, ἐναθλήσαντες, καὶ τὸν ἐχθρὸν καθελόντες, ὅθεν πάντοτε, ὑπὲρ ἠμῶν δυσωπούσι, τὸν μόνον Φιλάνθρωπον.
Μεγαλυνάριον
Πλάτος εὐσεβείας διατρανοῖ, Πλάτων ὁ θεόφρων, τῇ στενώσει τῶν αἰκισμῶν, πίστεως δέ ρώμην, ὁ Ρωμανός ἐκλάμπει, καί ἄμφω τό τοῦ Λόγου πάθος δοξάζουσιν.




