ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

Ὅταν ἐνεργῆ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ

  «Θεὶς δὲ τὰ γόνατα ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιμήθη» (Πράξ. ζ΄, 60). (: Ἀφοῦ δὲ ἐγονάτισεν, ἔκραξε μὲ μεγάλην φωνήν, ποὺ ἠκούσθη καὶ ἀπὸ τοὺς φονεῖς του καὶ εἶπε· Κύριε, μὴ λογαριάσῃς εἰς αὐτοὺς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Καὶ ἀφοῦ εἶπε τοῦτο, ἀπέθανε τὸν εἰρηνικὸν ὕπνον τοῦ θανάτου).

Τί ἀγάπη εἶναι αὐτή! Τὸ ἴδιο δὲν εἶναι μὲ τὸ «ἄφες αὐτοῖς οὐ γὰρ οἴδασι τὶ ποιοῦσι» (Λουκ. 23, 34). Τὸ πιὸ ἀξιόλογο κριτήριο ποὺ διακρίνει τὸν ὀρθόδοξο χριστιανὸ εἶναι ἡ ἀγάπη.

  • Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπισημαίνει:

  «Ἂν τὸ “νὰ μείνουμε στὸ Θεὸ” ἐξαρτᾶται ἀπ’ τὴν ἀγάπη, ἡ δὲ ἀγάπη ἀπ’ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν καὶ ἡ ἐντολὴ εἶναι, “νὰ ἀγαπᾶ­με ὁ ἕνας τὸν ἄλλον”, τὸ νὰ μείνουμε κοντὰ στὸ Θεὸ ἐξαρτᾶται ἀπ’ τὴν ἀγάπη τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἄλλον. Καὶ δὲν μιλάει ἁπλὰ γιὰ ἀγάπη, ἀλλὰ δείχνει καὶ τὸν τρόπο: “Καθὼς σᾶς ἀγάπησα ἐγώ”».

  • Λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης:

«Νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι ὅπως ὁ Τριαδικὸς Θεός. Ὅπως ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι μία ὕπαρξη, ἔτσι πρέπει νὰ εἴμαστε κι ἐμεῖς ἑνωμένοι σὰν ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας νοῦς, μία θέληση, μία καρδιά, μία καλωσύνη, χωρὶς τὴν παραμικρὴ κοινωνία μὲ τὸ κακό».

Καὶ συμπληρώνει ὁ Ἅγιος: «Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ ἑνώνεται μαζί Του, κατὰ φυσικὴ συνέπεια ἀγαπᾶ καὶ τὸν πλησίον καὶ ἑνώνεται μαζί του. Γιατί ὁ πλησίον εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ».

Καὶ ὅπως ἔλεγε ὁ Ἠλίας Μηνιάτης γιὰ τὸν παράδεισο: «Παράδεισε δὲν μπορῶ νὰ σὲ καταλάβω, ἀλλὰ μπορῶ νὰ σὲ ἀποκτήσω». Ἔτσι καὶ μεῖς. Δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ τὴν ἀποκτήσουμε.

  • Στὸ Γεροντικὸν ἀναφέρεται τί γίνεται, ὅταν λείπη ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅταν ἐπανέρχεται.

  «Δύο γέροντες, οἱ ὁποῖοι ἀσκήτευαν σὲ διαφορετικὰ μέρη, εἶχαν κάποτε ψυχρανθῆ. Ὁ ὑποτακτικὸς τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δύο γέροντες, τὸ πληροφορήθηκε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ προσευχόταν στὸ Θεό, νὰ τὸν φωτίση γιὰ τὸ τί πρέπει νὰ κάνη, ὥστε νὰ ἀποκαταστήση αὐτὴν τὴν ψυχρότητα. Μία μέρα λοιπόν, στὴ σκήτη κάποιος προσκυνητής, τοὺς πῆγε σῦκα. Ὁ ὑποτακτικὸς παρέλαβε τὰ σῦκα, σκέφτηκε ὅμως νὰ τὰ κρύψη ἀπὸ τὸν γέροντά του. Καὶ ὅταν ἔγινε ἕνα πανηγύρι κοντὰ στὴν σκήτη τοῦ ἄλλου γέροντα, ζήτησε τὴν εὐλογία ἀπὸ τὸν γέροντά του, νὰ παρευρεθῆ ἐκεῖ. Τοῦ ἔδωσε τὴν ἄδεια ὁ γέροντας. Ὁ ὑποτακτικὸς γνώριζε, ὅτι λίγο πρὶν τὴν πανήγυρη, βρίσκονταν ἡ σκήτη τοῦ γέροντος ἐκείνου. Ἔτσι ἀντὶ νὰ πάη στὸ πανηγύρι, πῆγε στὴν σκήτη. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν γέροντα, ὁ ὁποῖος τὸν φιλοξένησε. Καὶ τοῦ λέει ὁ ὑποτακτικός. Ἐγὼ εἶμαι ὁ ὑποτακτικὸς τοῦ τάδε γέροντα καὶ θέλησα νὰ σᾶς γνωρίσω, διότι ὁ γέροντας μοῦ λέει τὰ καλύτερα λόγια γιὰ ἐσᾶς καὶ ὅτι ἐσένα ἔπρεπε νὰ εἶχα ἐγὼ γιὰ γέροντα καὶ ὄχι ἐκεῖνον. Τὰ λόγια αὐτά, μοῦ ἔκαναν πολὺ ἐντύπωση καὶ θέλησα νὰ συνδυάσω τὴν ἐπίσκεψή μου στὸ πανηγύρι, μὲ τὸ νὰ ἔρθω καὶ ἀπὸ ἐδῶ, γιὰ νὰ πάρω τὴν εὐλογία σας. Μάλιστα ὁ γέροντάς μου, μοῦ ἔδωσε καὶ αὐτὰ τὰ σῦκα, νὰ σᾶς τὰ δώσω (τοῦ ἔδωσε τὰ μισὰ σῦκα). Ἄφωνος ὁ γέροντας!!! Ἄρχισε νὰ τὸν ἐλέγχη ἡ συνείδησή του, γιὰ τὸ ὅτι εἶχε κακοὺς λογισμοὺς γιὰ τὸν γέροντα τοῦ ὑποτακτικοῦ.

  Ἐπέστρεψε ὁ ὑποτακτικὸς στὴ σκήτη καὶ βρίσκει τὸν γέροντά του καὶ τοῦ λέει: Γέροντα, ἔχω ἕνα παράπονο ἀπὸ σένα. Κρύβεις τὶς ἀρετές σου! Ποιὲς ἀρετὲς ἔχω, ρώτησε ὁ γέροντας. Νά, λέει ὁ ὑποτακτικός, στὸ πανηγύρι συνάντησα τὸν τάδε γέροντα καὶ μοῦ εἶπε πολλὰ πράγματα γιὰ σένα. Μίλησε γιὰ τὶς ἀρετές σου καὶ μάλιστα μοῦ εἶπε νὰ σοῦ δώσω καὶ αὐτὰ τὰ σῦκα (τοῦ ἔδωσε τὰ ἄλλα μισά). Κόκκαλο ὁ γέροντάς του!!! Ἄρχισε καὶ αὐτὸς νὰ ἔχη τύψεις καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται στὸ Θεό, ὥστε νὰ τοῦ δοθῆ ἡ εὐκαιρία νὰ συναντηθοῦν κάποτε μὲ τὸν γέροντα αὐτὸν καὶ νὰ βάλη μετάνοια. Ἔτσι οἰκονόμησε ὁ Θεός, μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ νὰ γίνη ἕνα ἄλλο πανηγύρι σὲ ἐκείνη τὴν περιοχὴ καὶ νὰ πᾶνε καὶ οἱ δύο γέροντες. Καὶ ὅταν συναντήθηκαν οἱ δυό τους, ἀγκαλιαστήκανε, ἀσπαστήκανε καὶ ἔβαλε μετάνοια ὁ ἕνας στὸν ἄλλο.

Μὲ αὐτὸ τὸν ἀθῶο πονηρὸ τρόπο, ποὺ ὅμως βγάζει ἀγαθὸ ἀποτέλεσμα, μπόρεσε ὁ ὑποτακτικὸς νὰ τοὺς συμφιλιώση τοὺς γέροντες. Ἐμεῖς ἔχουμε κάνει ποτὲ κανένα τέτοιο συμβιβασμό; Τὸ ὅτι σήμερα ὑπάρχουν πολλὲς παρεξηγήσεις μεταξὺ ἀνθρώπων γιὰ πολλὰ ἔτη, ὀφείλεται καὶ στὸ ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ νὰ παίξουν ἕνα τέτοιο συμβιβαστικὸ ρόλο».

  • Τὰ τελευταῖα χρόνια, σὲ ἱερὸ Ναὸ βορείων προαστείων, ὅπου λειτουργοῦσε ἕνας Ἅγιος Γέροντας, σεβάσμιος, συνέβη τὸ ἑξῆς γεγονός. Σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ τοῦ ἔστειλαν μὲ μετάθεση κάποιον ἄλλον ἱερέα, ὁ ὁποῖος εἶχε πολὺ δύσκολο χαρακτήρα. Ἀπὸ τότε ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Γέροντα ἔγινε ὑπερβολικὰ δύσ­κολη. Ἀκόμη καὶ στὶς θεῖες Λειτουργίες ὁ πόλεμος ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ νέος ἱερέας ἦταν ἀνυπόφορος. Κάποια στιγμὴ ἐπαναστάτησαν οἱ ἐνορίτες καὶ τὰ πνευματικά του παιδιὰ καὶ χωρὶς νὰ ἐνημερώσουν τὸν Γέροντά τους, ἐπειδὴ ἤξεραν ὅτι ἂν τὸν ἐνημέρωναν δὲν θὰ τοὺς ἄφηνε νὰ τὸ κάνουν αὐτό, μάζεψαν ὑπογραφές, γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὸν δύσκολο ἱερέα. Τελικὰ τὸ ἔμαθε ὁ Ἅγιος Γέροντας, τοὺς ἐπέπληξε πολὺ καὶ τοὺς εἶπε γιὰ δύο λόγους δὲν πρέπει νὰ γίνη αὐτό. «Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι, ὅτι ἄν τὸν πᾶνε σὲ ἄλλη ἐνορία, εἶναι σὰν νὰ τοὺς τὸν φορτώνουμε ἐμεῖς καὶ ἔτσι γλυτώνουμε ἀπὸ τὴν δύσκολη αὐτὴ κατάσταση· ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ τὸν ἀγαπήσουμε καὶ ὁ Κύριος τὸν ἀναλαμβάνει. Ἐμεῖς νὰ προσπαθήσουμε νὰ τὸν κερδίσουμε».

  Πράγματι μετὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα ἄρχισε ὁ δύσκολος ἱερέας μὲ τὴν χάρη τοῦ Κυρίου καὶ προφανῶς μὲ τὶς προσ­ευχὲς τοῦ Ἁγίου Γέροντα νὰ βελτιώνεται ὁ χαρακτήρας του καὶ νὰ ἀνεβαίνη πνευματικά, ποὺ θαύμασαν ὅλοι οἱ ἐνορίτες.

Τὸ συγκλονιστικὸ ὅμως εἶναι ὅτι, ὅταν ὁ ἅγιος Γέροντας ἀσθένησε, ὁ νέος ἱερέας μὲ μεγάλη ἀνησυχία ἔλεγε, νὰ ζήση ὁ Γέροντας, νὰ μὴ πεθάνη, χωρὶς αὐτὸν δὲν μπορῶ, εἶναι ὁ προστάτης μου.

Πῶς ἀλλοιώνει τὸν ἄνθρωπο ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ! Πράγματι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ βελτιώσουμε τὸν χαρακτήρα μας μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴ δικαιολογοῦμε τὶς πράξεις μας. Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὅτι «ὅποιος δικαιολογεῖ τὸν ἑαυτό του, εἶναι σὰν νὰ ἔχη πνευματικὸ τὸν διάβολο, διότι ἔτσι δὲν ὑπάρχει μετάνοια». Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τόνιζε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, εἶναι αἰώνια εὐτυχία.

  Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ