Τι δεν κατανοούν οι Προτεστάντες από την Ορθοδοξία (14)
Η ιδιοσυγκρασία των λουθηρανών αιρετικών δοξασιών
Στα προηγούμενα άρθρα έχουμε επισημάνει πολλά στοιχεία της ιδιομορφίας του προσώπου του Λουθήρου και της διδασκαλίας του, τα οποία αποτελούν μια σαφή τοποθέτηση από ορθόδοξης πλευράς επάνω στη συμπυκνωμένη διατύπωση που παρέθεσε ο καθηγητής Μπέγζος σχετικά με το πρόσωπο του Λουθήρου: «Ούτε αιρετικός, ούτε άγιος». Ένα πρόσωπο προφανώς που παρουσιάζει τον εαυτό του ως θεόπνευστο και εν ονόματι αυτής της θεοπνευστίας – ενός νέου αλάθητου που εκτοπίζει το παπικό αλάθητο και καταλαμβάνει έπειτα τη θέση του – καταργεί την παράδοση της Εκκλησίας ως φορέα της Αποκαλύψεως του Θεού, αλλοιώνει την Τριαδολογία, Χριστολογία, Εκκλησιολογία, Θεολογική Ανθρωπολογία, Μυστηριολογία, Εικονογραφία και Σωτηριολογία[1] δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως αιρετικός. Άλλωστε αυτό δεν αποτελεί δική μας θέση, αλλά είναι ρητή θέση των Αγίων της Εκκλησίας μας (Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Άγιος Αθανάσιος Πάριος, Άγιος Νεκτάριος κ.ά.), ιδίως δε του Αγίου των ημερών μας, του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ο οποίος με μοναδικό τρόπο, όπως είδαμε από την αρχή της σειράς των άρθρων μας, φανερώνει και αναδεικνύει την προοδευτική αλλοτρίωση του δυτικού «χριστιανισμού».
Στα επόμενα άρθρα θέλουμε να δείξουμε περαιτέρω τη συσχέτιση των αιρετικών θεολογικών θέσεων του Λουθήρου τόσο με τη ψυχολογία του – όπως και όσο γίνεται αυτή εμφανής μέσα από τα έργα του και μέσα από τις μαρτυρίες του ιδίου και συγχρόνων του – όσο και με τις εθνικές και εσχατολογικές του πεποιθήσεις. Για την ψυχολογία του κάναμε ήδη λόγο σχετικά με το βίωμα του πύργου και τη αίσθηση της απελευθέρωσης και ελευθερίας που του παρείχε. Οι εθνικές και εσχατολογικές του πεποιθήσεις επίσης αποδεικνύονται καθοριστικές για τη διαμόρφωση των θεολογικών του πεποιθήσεων. Το βίωμα του πύργου του παρέχει τη βεβαιότητα για την προφητική του αποστολή. Αφού ο Λούθηρος με αυτή την αγιοπνευματική εμπειρία, όπως παρουσιάζεται από τον ίδιο, απελευθερώθηκε, είναι ανάγκη, αυτό το τόσο παραδείσιο και καθοριστικό για την δική του προσωπικότητα βίωμα να γίνει κτήμα όλων των Γερμανών. Ο Λούθηρος θεωρεί τον εαυτό του Γερμανό θεολόγο. Γι’ αυτό και ο αγώνας του, η γερμανική γλώσσα να μετατραπεί σε αυθεντική γλώσσα της Αγίας Γραφής. Ιδίως το γερμανικό έθνος στενάζει σύμφωνα με τον Θεολόγο της Βιτεμβέργης κάτω από το ζυγό του Παπισμού. Η παροχή του αυτοκρατορικού στέμματος στους Γερμανούς φανερώνει την τακτική του Πάπα για την υποταγή των Γερμανών. Έτσι ο Λούθηρος αποβλέπει στην απελευθέρωσή τους και ταυτίζεται συχνά μαζί τους με την έκφραση «εμείς οι Γερμανοί». To 1531 αυτοχαρακτηρίζεται ως γερμανικός προφήτης που κηρύττει στους αγαπημένους του Γερμανούς το καθαρό Ευαγγέλιο. Ο Θεός τους παρέχει αυτή την τιμή και εκείνοι οφείλουν να αποδειχθούν αντάξιοι αυτής της τιμής, με το να πολεμήσουν τον αντίχριστο της Ρώμης και τους βοηθούς του, στους οποίους εντάσσεται και ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε΄. Διότι με τη δίαιτα της Αυγούστας (1530) αποδείχθηκε η εναντίωσή του στον Θεό, η καταπάτηση των όρκων και των συμβάσεών του. Εντελώς αντίθετα ο Λούθηρος επιδιώκει «τη σωτηρία και τη μακαριότητα των Γερμανών»[2].
Το όλο φάσμα των τοποθετήσεων του Λουθήρου στο ζήτημα της ελευθερίας των Γερμανών σχετίζεται άμεσα και με την εσχατολογική προοπτική του δικού του έργου, στην οποία ήδη κάναμε αναφορά σε προηγούμενο άρθρο. Η τελική φανέρωση του Πάπα ως Αντιχρίστου με την έκδοση της παπικής Βούλας Exsurge Domine (15 Ιουνίου 1520) – απειλεί τον Λούθηρο με αφορισμό εάν δεν ανακαλέσει τις αιρετικές θέσεις του σε διάστημα 60 ημερών – επιβεβαιώνει τον τότε ήδη πασίγνωστο θεολόγο της Βιτεμβέργης για την έναρξη της εσχατολογικής εποχής του κόσμου. Γι’ αυτό από εκεί και έπειτα, αρχής γενομένης με το σύγγραμμα «Προς τους χριστιανούς ευγενείς γερμανικού γένους για τη βελτίωση της χριστιανοσύνης» (τέλη Ιουνίου του 1520), με όλα τα μέσα που διαθέτει πολεμάει αυτόν τον εσχατολογικό Αντίχριστο που ταυτίζεται με τον «άνθρωπο της ανομίας», τον «υιό της απωλείας» ο οποίος θα καθίσει στο ναό του Θεού και θα υποδείξει τον εαυτό του ως θεό (Β΄ Θεσσ. 2,3ε. και Δαν. 11,36). Η μάχη αυτή αποτελεί το επίκεντρο της δικής του αποστολής ως εσχατολογικού προφήτη του Χριστού[3].
[1] Βλ. το πολύ κατατοπιστικό άρθρο του καθηγητή Δμητρίου Τσελεγγίδη με τίτλο: «Η θεολογική ταυτότητα του Προτεσταντισμού».
[2] Για την ταύτιση αυτή του Λουθήρου με τους Γερμανούς βλ. το άρθρο του Georg Schmidt με τίτλο «Luthers Reformation und die Deutsche Freiheit» στον τόμο: Luther und die Deutschen. Begleitband zur Nationalen Sonderausstellung auf der Wartburg 4. Mai-5. November 2017, Eisenach 2017, σ. 36.
[3] Βλ. σχετικά το άρθρο του Thomas Kaufmann με τίτλο «Wider Papst, Türken und Juden. Luthers Feindbilder und ihre Nachwirkungen» στον τόμο: Luther und die Deutschen. Begleitband zur Nationalen Sonderausstellung auf der Wartburg 4. Mai-5. November 2017, Eisenach 2017, σ. 170-171.



