ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Α΄ Κορ. ια΄ 8-28
8 Οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός· 9 καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα. 10 διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυνὴ ἐξουσίαν ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διὰ τοὺς ἀγγέλους. 11 πλὴν οὔτε ἀνὴρ χωρὶς γυναικὸς οὔτε γυνὴ χωρὶς ἀνδρὸς ἐν Κυρίῳ· 12 ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρός, οὕτω καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός, τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ. 13 ἐν ὑμῖν αὐτοῖς κρίνατε· πρέπον ἐστὶ γυναῖκα ἀκατακάλυπτον τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι; 14 ἢ οὐδὲ αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει ὑμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστι, 15 γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ δόξα αὐτῇ ἐστιν; ὅτι ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ. 16 Εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ. 17 Τοῦτο δὲ παραγγέλλων οὐκ ἐπαινῶ, ὅτι οὐκ εἰς τὸ κρεῖττον, ἀλλ’ εἰς τὸ ἧττον συνέρχεσθε. 18 πρῶτον μὲν γὰρ συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν καὶ μέρος τι πιστεύω· 19 δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν. 20 συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἔστι κυριακὸν δεῖπνον φαγεῖν· 21 ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον δεῖπνον προσλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῖν, καὶ ὃς μὲν πεινᾷ, ὃς δὲ μεθύει. 22 μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἢ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε, καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ. 23 Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου, ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε· 24 λάβετε, φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. 25 ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. 26 ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ. 27 ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου. 28 δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω·
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
8 Πράγματι δὲ ὁ ἄνδρας εἶναι ὑπεροχώτερος ἀπὸ τὴν γυναῖκα, διότι δὲν ἔγινεν ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ἀλλ’ ἡ γυναῖκα ἔγινεν ἀπὸ τὸν ἄνδρα. 9 Καὶ ἐπὶ πλέον δὲν ἐκτίσθη ὁ ἄνδρας διὰ νὰ βοηθῇ τὴν γυναῖκα, ἀλλ’ ἡ γυναῖκα ἐπλάσθη πρὸς χάριν καὶ βοήθειαν τοῦ ἀνδρός. 10 Διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυναῖκα ἀπὸ συστολὴν καὶ ἐντροπὴν πρὸς τοὺς ἀγγέλους, ποὺ ἀοράτως εἶναι παρόντες, νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς της κάλυμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμβολον τῆς ἐξουσίας, ποὺ ἔχει ἐπ’ αὐτῆς ὁ ἄνδρας. 11 Πλὴν ὅμως μὴ νομίσετε, ὅτι ἡ ἐξουσία αὐτὴ τοῦ ἀνδρὸς εἶναι ἀπεριόριστος. Διότι μετὰ τὴν δημιουργίαν τῶν πρωτοπλάστων, οὔτε ἄνδρας γεννᾶται χωρὶς γυναῖκα, οὔτε γυναῖκα χωρὶς ἄνδρα, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, ποὺ ὥρισεν ὁ Κύριος. 12 Διότι καθὼς ἡ γυναῖκα προῆλθεν ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἔτσι ἀπὸ τότε καὶ ὁ ἄνδρας γεννᾶται διὰ μέσου τῆς γυναικός, ὅλα δὲ τὰ κτίσματα καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ καὶ ὁ ἄνδρας, ἔχουν τὴν ἀρχήν των καὶ τὴν ὕπαρξίν των ἀπὸ τὸν Θεόν. 13 Ἂς κάμῃ μόνος του καθένας ἀπὸ σᾶς ὀρθὴν καὶ δικαίαν κρίσιν. Εἶναι πρέπον γυναῖκα νὰ προσεύχεται εἰς τὸν Θεόν, χωρὶς νὰ φέρῃ κάλυμμα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς; 14 Ἢ μήπως καὶ αὐτὴ ἡ φύσις, ἡ ὁποία δίδει τὰ μακρυὰ καὶ πολλὰ μαλλιὰ περισσότερον εἰς τὴν γυναῖκα, δὲν σᾶς διδάσκει ὅτι ὁ ἄνδρας μέν, ἐὰν τρέφῃ μαλλιὰ σὰν τὴν γυναῖκα, εἶναι τοῦτο ἐντροπὴ δι’ αὐτόν· 15 ἡ γυναῖκα δέ, ἐὰν τρέφῃ μαλλιά, εἶναι τοῦτο εἰς αὐτὴν στολισμός; Διότι τὰ μακρυὰ μαλλιὰ τῆς ἔχουν δοθῆ σὰν ἕνα φυσικὸν πέπλον. 16 Ἐὰν ὅμως ὕστερα ἀπὸ ὅσα εἴπαμεν, νομίζῃ κανεὶς καὶ φαντάζεται, πῶς ἠμπορεῖ νὰ δημιουργῇ ζητήματα καὶ νὰ γίνεται φιλόνεικος, ἂς γνωρίζῃ οὗτος, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τέτοιαν συνήθειαν, νὰ εἶναι δηλαδὴ κατὰ τὰς ὥρας τῆς λατρείας χωρὶς κάλυμμα ἡ γυναῖκα. Ἀλλ’ οὔτε καὶ αἱ Ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ ἔχουν τέτοιαν συνήθειαν. Ἔρχομαι τώρα εἰς ἄλλην ἀταξίαν σας. 17 Ἡ παραγγελία δὲ αὐτή, ποὺ πρόκειται νὰ σᾶς κάμω, δὲν εἶναι πρὸς ἔπαινόν σας. Διότι συναθροίζεσθε ὄχι διὰ τὸ καλύτερον, διὰ νὰ ὠφελῆτε δηλαδὴ καὶ οἰκοδομῆτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἀλλὰ συναθροίζεσθε διὰ τὸ χειρότερον, δηλαδὴ διὰ νὰ βλάπτεσθε πνευματικῶς. 18 Διότι πρῶτον μέν, ὅταν συναθροίζεσθε εἰς σύναξιν ἐκκλησιαστικήν, ἀκούω ὅτι μεταξύ σας ὑπάρχουν διαιρέσεις φατριαστικοί, καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ ὅσα ἀκούω, τὸ πιστεύω. 19 Τὸ πιστεύω δέ, διότι εἶναι φυσικὸν νὰ ὑπάρχουν μεταξύ σας καὶ διαιρέσεις. Εἶσθε ἄνθρωποι μὲ ἐλαττώματα καὶ ἀδυναμίας καὶ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ ἐκδηλώνωνται αἱ ἀδυναμίαι σας αὐταί, διὰ νὰ γίνουν φανεροὶ μεταξύ σας ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν δοκιμασμένην ἀγάπην, καὶ δὲν παρασύρονται εἰς φατριασμούς, ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους δὲ νὰ διδαχθοῦν καὶ οἰ ἄλλοι. 20 Ὅταν συναθροίζεσθε εἰς τὸν αὐτὸν τόπον τῆς λατρείας μὲ τὰς διαιρέσεις σας αὐτάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φάγετε ἀκατακρίτως καὶ πρὸς ὠφέλειάν σας τὸ δεῖπνον, ποὺ ὁ Κύριος συνέστησε. Τρώγετε δὲ βέβαια δεῖπνον καὶ τώρα, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι βεβήλωσις τοῦ ἱεροῦ δείπνου, ποὺ μᾶς παρέδωκεν ὁ Κύριος. 21 Διότι καθένας σας, χωρὶς νὰ περιμένῃ τοὺς ἄλλους, καὶ μάλιστα τοὺς πτωχοὺς ἐκ τῶν ἀδελφῶν, προλαμβάνει αὐτοὺς εἰς τὸ φαγητὸν καὶ τρώγει μόνος του καὶ χωρὶς αὐτοὺς τὸ ἰδικόν του δεῖπνον. Καὶ ἔτσι συμβαίνει ἄλλος μὲν πτωχότερος νὰ πεινᾷ, ἄλλος δὲ πλουσιώτερος νὰ μεθᾷ. 22 Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ γίνεται αὐτό, οὔτε ὑπάρχει δικαιολογία δι’ αὐτό. Διότι, μήπως δὲν ἔχετε σπίτια διὰ νὰ τρώγετε καὶ νὰ πίνετε; Ἢ καταφρονεῖτε τὴν σύναξιν τῶν πιστῶν, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, καὶ καταντροπιάζετε ἐκείνους, ποὺ δὲν ἔχουν; Τί νὰ σᾶς εἴπω; Νὰ σᾶς ἐπαινέσω δι’ αὐτό; Δὲν σᾶς ἐπαινῶ. 23 Καὶ δὲν σᾶς ἐπαινῶ, διότι ἐγὼ παρέλαβα ἀπὸ τὸν Κύριον τὸ ἐντελῶς ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ κάνετε σεῖς. Παρέλαβα δηλαδὴ ἐκεῖνο, ποὺ σᾶς παρέδωκα· ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς τὴν νύκτα, ποὺ παρεδίδετο, ἔλαβεν ἄρτον καὶ ἀφοῦ ἔκαμε εὐχαριστήριον προσευχήν, ἔκοψε εἰς τεμάχια τὸν ἄρτον καὶ εἶπε: 24 Λάβετε, φάγετε· τοῦτο εἶναι τὸ σῶμα μου, ποὺ θυσιάζεται καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν κόπτεται εἰς κομμάτια πρὸς χάριν σας καὶ πρὸς σωτηρίαν σας. Τοῦτο, ποὺ κάνω τώρα μαζί σας, νὰ τὸ κάνετε συνεχῶς διὰ νὰ ἐνθυμῆσθε μετ’ εὐγνωμοσύνης τὴν θυσίαν τοῦ σταυροῦ, ποὺ τὴν ἐπρόσφερα διὰ νὰ σᾶς σώσω. 25 Ὠσαύτως ἐπῆρε καὶ τὸ ποτήριον, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ δεῖπνον, καὶ εἶπε: Τοῦτο τὸ ποτήριον ἐμπεριέχει τὸ αἷμα μου καὶ εἶναι δι’ αὐτὸ ἡ νέα διαθήκη, ποὺ συνάπτεται καὶ ἐπισφραγίζεται μὲ τὸ αἷμα μου. Νὰ κάνετε τοῦτο πάντοτε διὰ νὰ ἐνθυμῆσθε ἐμὲ καὶ τὴν θυσίαν μου. Καὶ θὰ κάνετε τὴν ἀνάμνησιν αὐτήν, κάθε φορὰ ποὺ θὰ πίνετε ἀπὸ τὸ ἁγιασμένον αὐτὸ ποτήριον. 26 Θὰ κάνετε δὲ μὲ τὸ ἱερὸν αὐτὸ καὶ μυστηριῶδες δεῖπνον τὴν ἀνάμνησιν τοῦ Κυρίου, διότι κάθε φορὰ ποὺ τρώγετε τὸν ἄρτον αὐτὸν καὶ πίνετε τὸ ποτήριον τοῦτο, κηρύττετε καὶ ὁμολογεῖτε δημοσίᾳ μὲ πίστιν καὶ εὐγνωμοσύνην τὸν θάνατον, ποὺ διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων ὑπέστη ὁ Κύριος. Καὶ ἔτσι ἡ ὁμολογία αὐτὴ καὶ ἡ ἀνάμνησις τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου θὰ γίνεται συνεχῶς καὶ ἀδιακόπως, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ Κύριος κατὰ τὴν δευτέραν του παρουσίαν. 27 Ὥστε ὁποιοσδήποτε τρώγει τὸν ἄρτον αὐτὸν καὶ πίνει τὸ ποτήριον τῆς κοινωνίας τοῦ Κυρίου ἀναξίως, θὰ εἶναι ἔνοχος δι’ ἀσέβειαν καὶ βεβήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἀποτολμᾷ εἰς τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου. 28 Ἂς ἐξετάζῃ δὲ κάθε ἄνθρωπος μὲ προσοχὴν τὸν ἑαυτόν του καὶ ἀφοῦ προετοιμασθῇ μὲ τὴν ἐξέτασιν αὐτήν, τότε ἂς τρώγῃ ἀπὸ τὸν καθαγιασμένον ἄρτον καὶ ἂς πίνῃ ἀπὸ τὸ καθαγιασμένον ποτήριον.
![]()
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Μτθ. ις΄ 10-18
10 οὐδὲ τοὺς ἑπτὰ ἄρτους τῶν τετρακισχιλίων καὶ πόσας σπυρίδας ἐλάβετε; 11 πῶς οὐ νοεῖτε ὅτι οὐ περὶ ἄρτων εἶπον ὑμῖν προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων; 12 τότε συνῆκαν ὅτι οὐκ εἶπε προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τοῦ ἄρτου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς διδαχῆς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων. 13 Ἐλθὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Καισαρείας τῆς Φιλίππου ἠρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων· Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; 14 οἱ δὲ εἶπον· Οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἰερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν. 15 λέγει αὐτοῖς· Ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; 16 ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε· Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. 17 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 18 κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
10 Δὲν ἐνθυμεῖσθε οὔτε τοὺς ἑπτὰ ἄρτους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐχόρτασαν αἱ τέσσαρες χιλιάδες, καὶ πόσα μεγάλα κοφίνια ἐπήρατε ἀπὸ τὰ περισσεύματα; 11 Πῶς δὲν καταλαβαίνετε, ὅτι δὲν σᾶς εἶπα διὰ τὸν συνήθη ὑλικὸν ἄρτον, ὅταν σᾶς ἐσύστησα νὰ προσέχετε ἀπὸ τὸ προζύμι τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων; 12 Τότε ἐκατάλαβαν, ὅτι δὲν εἶπε νὰ προσέχουν ἀπὸ τὸ προζύμι, μὲ τὸ ὁποῖον γίνεται ὁ ἄρτος, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν ὑποκρισίαν τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων. 13 Ἀφοῦ δὲ ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη τῆς Καισαρείας, τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει ὁ Φίλιππος, ἠρώτα τοὺς μαθητάς του λέγων· Ποῖος νομίζουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι εἶμαι ἑγώ, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; 14 Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· Ἄλλοι μὲν λέγουν, ὅτι εἶσαι Ἰωάννης ὁ βαπτιστής, ἄλλοι δὲ ὅτι εἶσαι ὁ Ἠλίας, ἄλλοι δὲ ὁ Ἱερεμίας ἢ ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς προφήτας, ποὺ ἀνεστήθη ἐκ νεκρῶν. 15 Λέγει εἰς αὐτούς· Σεῖς δὲ ποῖος λέγετε, ὅτι εἶμαι; 16 Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Σίμων Πέτρος καὶ εἶπε· Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ φυσικὸς καὶ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι νεκρὸς σὰν τὰ εἴδωλα, ἀλλὰ ζῇ παντοτεινά. 17 Καὶ ἀπεκρίθη τότε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε· Μακάριος εἶσαι, Σίμων, υἱὲ τοῦ Ἰωνᾶ, διότι δὲν σοῦ ἐφανέρωσε τὴν ἀλήθειαν τῆς ὀρθῆς πίστεως κανεὶς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὁ Πατήρ μου, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς. 18 Καὶ ἑγὼ δὲ σοῦ λέγω ὅτι σὺ εἶσαι Πέτρος καὶ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἀληθινῆς πίστεως ποὺ ὠμολόγησες, γενόμενος μὲ τὴν ὁμολογίαν σου αὐτὴν ὁ πρῶτος λίθος τῆς πνευματικῆς μου οἰκοδομῆς, θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησίαν μου, ὁ θάνατος δὲ καὶ αἱ ὠργανωμέναι δυνάμεις τοῦ κακοῦ δὲν θὰ ὑπερισχύσουν καὶ δὲν θὰ κατανικήσουν τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι αἰώνιος καὶ ἀθάνατος.

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
Στίς 24 Ἰουλίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν μνήμη τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Ἀθανασίου ἀπό τήν Κίον. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος καταγόταν ἀπό τήν ἐπαρχία τῆς Νίκαιας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἦταν ἔγγαμος, μέ ἀρκετό πλοῦτο, ὥστε νά μή στερεῖται ἡ οἰκογένειά του τά ἀναγκαῖα καί ζοῦσε μέ φόβο Θεοῦ. Ὅταν οἱ Ἀγαρηνοί φορολόγησαν ὑπερβολικά τούς χριστιανούς ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὡς ὁ πιὸ φιλάδελφος καί μεγαλύτερος ἀπό ὅλους τούς χριστιανούς κίνησε ἀγωγή κατά τῶν ντόπιων Τούρκων, γιά νά βοηθήσουν καί αὐτοί τούς χριστιανούς νά πληρώσουν τούς φόρους. Οἱ Ἀγαρηνοί ἐπειδή φοβήθηκαν μήπως καταφέρει ὁ Ἀθανάσιος τόν σκοπό του, ἐπειδή ὁ λόγος του εἶχε δύναμη ἀπέναντι στούς διακαστές, τόν συνέλαβαν καί τόν πῆγαν στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου τόν κατηγόρησαν στόν Βεζύρη ὅτι δῆθεν εἶχε πεῖ ὅτι θά γίνη Τοῦρκος. Ὁ Βεζύρης τόν παρεκίνησε ἔντονα νά ἀλλαξοπιστήση, ὅμως αὐτός ἔμεινε ἀμετακίνητος στήν πίστη του καί γιά αὐτό τόν φυλάκισαν καί γιά ἑξήντα ἡμέρες τόν τυραννοῦσαν χωρίς ἔλεος. Ὅμως ὁ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἔμενε ἀκλόνητος στήν πίστη του. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Βεζύρης τόν παρέδωσε στόν ἔπαρχο καί αὐτός στόν δήμιο, ὁ ὁποῖος τόν ἀποκεφάλισε. Ἔτσι ὁ ἀοίδιμος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἀθανάσιος στίς 24 Ἰουλίου ἡμέρα Κυριακή τό ἔτος 1670 ἀξιώθηκε τῆς οὐρανίου Βασιλείας.




