ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Γαλ. δ΄ 22-27
22 Γέγραπται γὰρ ὅτι Ἀβραὰμ δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς παιδίσκης καὶ ἕνα ἐκ τῆς ἐλευθέρας. 23 ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἐκ τῆς παιδίσκης κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας διὰ τῆς ἐπαγγελίας. 24 ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα. αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι, μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς δουλείαν γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν Ἄγαρ· 25 τὸ γὰρ Ἄγαρ Σινᾶ ὄρος ἐστὶν ἐν τῇ Ἀραβίᾳ, συστοιχεῖ δὲ τῇ νῦν Ἱερουσαλήμ, δουλεύει δὲ μετὰ τῶν τέκνων αὐτῆς· 26 ἡ δὲ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν. 27 γέγραπται γάρ· εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ῥῆξον καὶ βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
22 Σᾶς κάνω τὴν ἐρώτησιν αὐτήν, διότι ἔχει γραφῆ εἰς τὸν νόμον, ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ἀπέκτησε δύο υἱούς, ἕνα υἱὸν ἀπὸ τὴν δούλην Ἄγαρ καὶ ἕνα υἱὸν ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν Σάρραν. 23 Ἀλλ’ ὁ μὲν υἱός, ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν δούλην, ἐγεννήθη φυσικῶς κατὰ τὸν νόμον τῆς σαρκός, ὁ δὲ υἱός, ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν, ἐγεννήθη δυνάμει ὑποσχέσεως, ποὺ ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἀβραάμ. 24 Αὐτὰ ὅμως ἔχουν ἀλληγορικὴν ἔννοιαν. Δηλαδὴ εἶναι μὲν γεγονότα ἱστορικά, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπροτύπωναν καὶ ἐπροεικόνιζαν γεγονότα καὶ ἀληθείας τῆς Καινῆς Διαθήκης. Διότι αἱ δύο αὐταὶ γυναῖκες, ἡ Ἄγαρ καὶ ἡ Σάρρα, εἶναι τύποι τῶν δύο διαθηκῶν· ἡ μὲν μία διαθήκη εἶναι ἐκείνη, ποῦ ἐδόθη ἀπὸ τὸ ὅρος Σινά, ἡ ὁποία γεννᾷ τέκνα, διὰ νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν δουλείαν, καὶ ἡ ὁποία προτυπώνεται ἀπὸ τὴν Ἄγαρ.25 Προτυπώνεται δὲ ἡ διαθήκη ἐκείνη ἀπὸ τὴν Ἄγαρ, διότι τὸ Σινά, ποὺ καλεῖται καὶ Ἄγαρ, εἶναι ὄρος εἰς τὴν Ἀραβίαν, ὅπου κατοικοῦν οἱ ἀπόγονοι τῆς Ἄγαρ. Ἀντιστοιχεῖ δὲ καὶ προτυπώνει τὴν ἐπίγειον Ἱερουσαλήμ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδόθη ὁ νόμος τοῦ Σινᾶ. Ἡ δὲ ἐπίγειος Ἱερουσαλὴμ εἶναι δούλη μετὰ τῶν κατοίκων της, ὅπως δούλη ἦτο καὶ ἡ Ἄγαρ.26 Ἡ δὲ ἄνω ἐπουράνιος Ἱερουσαλήμ, ἡ θριαμβεύουσα ἐν οὐρανοῖς καὶ ἡ ἐπὶ γῆς στρατευομένη, ἀλλ’ εἰς τοὺς οὐρανοὺς καταλήγουσα Ἐκκλησία εἶναι ἐλευθέρα. Αὐτὴ εἶναι μητέρα ὅλων ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν.27 Εἶναι δὲ μητέρα ὅλων μας, διότι ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν Ἡσαΐαν· Εὐφράνθητι σύ, ὦ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία προτοῦ ἔλθῃ ὁ Χριστὸς καὶ προτοῦ νὰ δοθῇ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἦσο στεῖρα καὶ δὲν ἐγέννας τέκνα. Βγάλε φωνὴν καὶ βόησον μὲ πολλὴν χαράν, σὺ, ποὺ δὲν ἐκοιλοπόνεις· διότι τὰ τέκνα σου, ποὺ ἦσο ἔρημος ἀπὸ ἄνδρα καὶ παιδιά, εἶναι περισσότερα παρὰ τὰ τέκνα τῆς ἐπιγείου Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία ἐγνώριζε τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ἐσχετίζετο μὲ αὐτὸν καὶ παρουσιάζετο ἔτσι ὅτι ἔχει ἄνδρα.
![]()
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Λκ. η΄ 16-21
16 Οὐδεὶς δὲ λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν σκεύει ἢ ὑποκάτω κλίνης τίθησιν, ἀλλ᾿ ἐπὶ λυχνίας ἐπιτίθησιν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι βλέπωσι τὸ φῶς. 17 οὐ γάρ ἐστι κρυπτὸν ὃ οὐ φανερὸν γενήσεται, οὐδὲ ἀπόκρυφον ὃ οὐ γνωσθήσεται καὶ εἰς φανερὸν ἔλθῃ. 18 βλέπετε οὖν πῶς ἀκούετε· ὃς γὰρ ἐὰν ἔχῃ, δοθήσεται αὐτῷ, καὶ ὃς ἐὰν μὴ ἔχῃ, καὶ ὃ δοκεῖ ἔχειν ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. 19 Παρεγένοντο δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἠδύναντο συντυχεῖν αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον. 20 καὶ ἀπηγγέλη αὐτῷ λεγόντων· ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ἰδεῖν σε θέλοντες. 21 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε πρὸς αὐτούς· μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοί εἰσιν οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτόν.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
16 Μὲ τὴν διδασκαλίαν μου ἤναψα εἰς τὰς ψυχάς σας φῶς καὶ ἐγίνατε πνευματικοὶ λύχνοι. Κανεὶς δέ, ὅταν ἀνάψῃ λύχνον, δὲν τὸν σκεπάζει μὲ δοχεῖον, οὔτε τὸν τοποθετεῖ κάτω ἀπὸ τὸ κρεββάτι. Ἀλλὰ τὸν βάζει ἐπάνω εἰς τὸν λυχνοστάτην, διὰ νὰ βλέπουν τὸ φῶς ἐκεῖνοι, ποὺ ἐμβαίνουν εἰς τὸ δωμάτιον. 17 Ἔτσι καὶ σεῖς σὰν ἄλλος λύχνος καλὰ τοποθετημένος πρέπει νὰ φωτίζετε τοὺς ἀνθρώπους καὶ αὐτά, ποὺ ἀκούετε τώρα, νὰ μὴ τὰ κρύπτετε, ἀλλὰ νὰ μεταδίδετε ταῦτα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Διότι δὲν ὑπάρχει κρυφόν, τὸ ὀποῖον δὲν θὰ γίνῃ φανερόν· οὔτε μυστικόν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ γίνῃ γνωστὸν καὶ δὲν θὰ φανερωθῇ. Καὶ ἡ διδασκαλία μου λοιπόν, ἀκόμη καὶ ἐὰν σεῖς τὴν κρατήσετε μυστικήν, θὰ φανερωθῇ ἀπὸ ἄλλους καὶ θὰ φωτίσῃ τὸν κόσμον. 18 Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ διδασκαλία μου θὰ γίνῃ φανερά, προσέχετε ! Σεῖς, ποὺ θὰ τὴν διαδώσετε, πῶς τὴν ἀκούετε. Νὰ τὴν ἀκούετε μὲ καθαρὰν καρδίαν καὶ νὰ τὴν κατανοῆτε καὶ νὰ τὴν ἐγκολπώνεσθε, ὥστε νὰ γίνετε τέλειοι διδάσκαλοι τῆς ἀληθείας. Διότι εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἀκούει προθύμως τὴν ἀλήθειαν καὶ κατέχει αὐτήν, θὰ τοῦ δοθῇ μεγαλυτέρα καὶ πλουσιωτέρα γνῶσις καὶ φωτισμὸς τῆς ἀληθείας. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ δὲν κατέχει τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἀφαιρεθῇ καὶ ἐκεῖνος ὁ βαθμὸς τῆς γνώσεως, ποὺ τοῦ φαίνεται, ὅτι κατέχει. 19 Ἦλθον δὲ ἐν τῷ μεταξὺ πρὸς αὐτὸν ἡ μητέρα του καὶ οἱ νομιζόμενοι ἀδελφοί του καὶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὸν πλησιάσουν καὶ νὰ τοῦ ὁμιλήσουν ἕνεκα τῆς συρροῆς τοῦ πλήθους. 20 Καὶ τοῦ ἀνηγγέλθη ἀπὸ μερικούς, ποὺ τοῦ εἶπαν· Ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου στέκονται ἔξω καὶ θέλουν νὰ σὲ ἴδουν. 21 Αὐτὸς δὲ ἀπεκρίθη καὶ τοὺς εἶπε· Μητέρα μου καὶ ἀδελφοί μου εἶναι αὐτοὶ ἐδῶ, ὅσοι ἀκούουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν τηροῦν εἰς τὸν βίον των, χωρὶς νὰ τὸν παραβαίνουν καὶ τὸν ἀθετοῦν.
![]()
ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
ΑΓΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ – Η ΑΦΟΣΙΩΜΕΝΗ ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Στο πολυπληθές στερέωμα των αγίων γυναικών της Εκκλησίας μας ξεχωρίζει ένα λαμπρό άστρο, το οποίο φωτίζει στους αιώνες και φανερώνει την γυναικεία αξία, την οποία ανήγαγε στη σωστή της διάσταση μόνον ο Χριστιανισμός και καταξίωσε η αγία μας Εκκλησία. Πρόκειται για την αγία Ολυμπιάδα, την ηρωική και αφοσιωμένη διακόνισσα, της οποίας η ζωή και το έργο είναι συνδεδεμένα με τον μέγα ιεράρχη της Εκκλησίας μας τον ιερό Χρυσόστομο και καταδεικνύει το μεγαλείο της κοινωνικής διακονίας.
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 368 από αριστοκράτες και πολύ πλούσιους γονείς. Ο πατέρας της ονομαζόταν Σέλευκος και η μητέρα της Θεοδοσία, η οποία ήταν αδελφή του αγίου Αμφιλοχίου, επισκόπου Ικονίου (344-394). Ο παππούς της Αβλάβιος είχε διατελέσει κυβερνήτης της Ασίας και της Θράκης. Οι εύποροι γονείς της προσπάθησαν να της δώσουν τη μεγαλύτερη δυνατή μόρφωση. Όμως ενωρίς ένοιωσε τη θλίψη στη ζωή της. Παιδί όντας, πέθαναν οι γονείς της και έμεινε ορφανή και απροστάτευτη. Την προστασία της ανάλαβε ο συγγενής της Προκόπιος, ένας βυζαντινός αξιωματούχος, έπαρχος της Κωνσταντινουπόλεως και φίλος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος βρισκόταν, από το 379, στη Βασιλεύουσα για να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα της αρειανικής αιρέσεως. Μέσω του θείου της Προκοπίου συνδέθηκε με τον άγιο Γρηγόριο, τον οποίο αισθάνονταν και τον αποκαλούσε «πατέρα» της. Ο άγιος Γρηγόριος εκτίμησε και αυτός το σεμνό χαρακτήρα της και τα χαρίσματά της και την αγάπησε σαν παιδί του. Μάλιστα αυτή η αγάπη του είναι αποτυπωμένη σε ποίημά του, το οποίο αφιέρωσε στο γάμο της. Μια θαυμάσια ποιητική σύνθεση, η οποία εξυμνεί τη γυναικεία φύση και παρουσιάζει το ιδεώδες της έγγαμης γυναίκας. Αλλά και εκείνη ωφελήθηκε από το μεγάλο άγιο και δεινό θεολόγο Γρηγόριο. Η θεολογία του υπήρξε σταθμός για εκείνη.
Ένας αριστοκράτης νέος, ο Νεβρίδιος, έπαρχος Κωνσταντινουπόλεως, τη ζήτησε σε γάμο. Εκείνη δέχτηκε και παντρεύτηκαν. Όμως μια νέα συμφορά χτύπησε την αριστοκράτισσα Ολυμπιάδα. Λίγο καιρό μετά το γάμο τους, ο Νεβρίδιος αρρώστησε και πέθανε. Η Ολυμπιάδα βιώνει το πρόβλημα της χηρείας. Ο ιστορικός Παλλάδιος αναφέρει πως ήταν τόσο σύντομη η συζυγική της ζωή ώστε «λέγεται αμίαντος κεκοιμήσθαι παρθένος»! Η ομορφιά της, τα πλούτη της και η κοινωνική της θέση την κάνουν αξιοζήλευτη υποψήφια νύφη στην Κωνσταντινούπολη. Εκατοντάδες επιφανείς νέοι την πολιορκούν να δεχτεί να τους παντρευτεί. Όμως εκείνη παραμένει αμετάπειστη στη μνήμη του συζύγου της. Η απάντησή της ήταν σταθερή: «αν ο Θεός ήθελε να ξαναπαντρευτώ δεν θα μου έπαιρνε τον πρώτο σύζυγό μου». Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος (379-395) ασκεί τεράστια πίεση να εξαναγκαστεί να παντρευτεί το συγγενή του Ελπίδιο. Αλλά η Ολυμπιάδα αρνείται κατηγορηματικά, διότι θεώρησε την πρώιμη χηρεία της ως κλήση από το Θεό να υπηρετήσει την Εκκλησία Του και τους πονεμένους ανθρώπους. Ο αυτοκράτορας επιμένει και αρχίζει να ασκεί διώξεις εναντίον της, δημεύοντας μεγάλο μέρος της πατρικής της περιουσίας. Η Ολυμπιάδα του έστειλε επιστολή με βαρυσήμαντη απάντηση και σκωπτική διάθεση. Ο δε Ελπίδιος, τυφλωμένος από το πάθος του έρωτα για εκείνη, της στερεί το δικαίωμα να πηγαίνει στην εκκλησία. Ούτε αυτό το μέτρο την έκανε να αλλάξει γνώμη. Έτσι βλέποντας ο αυτοκράτορας ότι ήταν ανώφελο να προσπαθεί να την πείσει, αλλάζει γνώμη, παύοντας τις διώξεις. Της επέστρεψε την δημευμένη περιουσία της και της υποσχέθηκε ότι δεν θα την ενοχλήσει ξανά.
Η ευσεβής Ολυμπιάδα, ελεύθερη πλέον από κάθε εξαναγκασμό, ρυθμίζει τη ζωή της ανάλογα με τις εσωτερικές της παρορμήσεις. Φλέγεται να αφιερώσει τη ζωή της στην υπηρεσία του Χριστού, στα έργα αγάπης. Πρώτη της ενέργεια να απαλλαγεί από την μέριμνα του πλούτου. Μοιράζει το μεγαλύτερο μέρος της τεράστιας περιουσίας της σε χρυσάφι, πολύτιμους λίθους, ασήμι, έπιπλα, κτήματα και επαύλεις, στην Εκκλησία, με τον όρο να χρησιμοποιηθούν για την ανακούφιση των ενδεών. Ήταν ήδη τριάντα ετών. Το 393 τίθεται στη διάθεση του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεκταρίου (381-397) να εργαστεί στον κοινωνικό τομέα. Ο Νεκτάριος τη χειροτόνησε διακόνισσα και την ενέταξε στον εθελοντικό στρατό της αγάπης των 250 γυναικών, οι οποίες υπηρετούσαν το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας. Τίθεται στις διαταγές των ομαδαρχών και εκτελεί, αυτή η αρχοντοπούλα, με θαυμαστή προθυμία και τις πιο κοπιαστικές και τις πλέον ταπεινές υπηρεσίες. Το 397 πεθαίνει ο Νεκτάριος και στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ανεβαίνει το 398 ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Η Ολυμπιάδα είναι από τα πρόσωπα που θα γίνει στενός συνεργάτης του αγίου αρχιεπισκόπου. Δώρισε την εναπομείνασα περιουσία της και έκτισε μικρή μονή στο κέντρο της Πόλης, δίπλα στην Αγία Σοφία, όπου έμεινε πλέον, συγκεντρώνοντας μια ομάδα πολυπληθών γυναικών τις οποίες έχρισε συνεργάτες της. Μαζί της η Πενταδία, χήρα ενός στρατηγού, η Καρτερία, η Χαλκιδία, κ.α. οι οποίες πλαισίωσαν το έργο του Χρυσοστόμου. Χάρις σ’ αυτή και τις συνεργάτιδές της, συνεχίζεται και επεκτείνεται το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας της Βασιλεύουσας. Αυτή προΐσταται, με τις ευλογίες του Ιωάννη, στο μεγαλειώδες ανθρωπιστικό έργο του. Οι αναξιοπαθούντες όχλοι της Πόλεως σιτίζονται και στεγάζονται από την Εκκλησία, χάρις στη μέριμνα και το έργο εκείνης. Παράλληλα εργάζεται και για την προετοιμασία των πολυπληθών ιεραποστόλων, οι οποίοι στέλνονται από το Χρυσόστομο σε χώρες, που δεν είχε κηρυχτεί το Ευαγγέλιο. Συνδέεται με στενούς πνευματικούς δεσμούς με τον άγιο ιεράρχη. Έγινε ο πατέρας της και εκείνη η κόρη του, η οποία μοιράζεται πια τις ανυπέρβλητες δυσκολίες, τα προβλήματα και κυρίως τις πίκρες και τις διώξεις του από την διεφθαρμένη αριστοκρατία και την εξουσία. Τα βάσανα, οι διώξεις και οι εξορίες του πνευματικού της πατέρα της τρυπούν ως δίστομη ρομφαία την ευαίσθητη καρδιά της. Τα προβλήματα εκείνου γίνονται και δικά της προβλήματα. Εξαντλεί όλες τις δυνατότητές της να αποδείξει την αθωότητα του δασκάλου της και να αποκαλύψει τις σκευωρίες της δαιμονικής βασίλισσας Ευδοξίας, η οποία είχε θέσει ως σκοπό της ζωής της να καταστρέψει τον Ιωάννη. Άλλωστε δεν άργησαν, οι διώκτες του Χρυσοστόμου, να στραφούν και εναντίον της. Κατά την πρώτη εξορία του Ιωάννη (404) επιχειρεί να πάει κοντά του, αλλά συλλαμβάνεται και εξορίζεται στη Νικομήδεια. Κατόπιν τη συκοφαντούν ως ανήθικη. Στη συνέχεια τη σέρνουν στα δικαστήρια με την κατασκευασμένη κατηγορία ότι ευθύνεται για την πυρκαγιά του ναού της Αγίας Σοφίας, η οποία κάηκε από στάση του λαού της Βασιλεύουσας, κατά την πρώτη εξορία του ιερού Χρυσοστόμου. Στο δικαστήριο, με μειλίχιο, αλλά και σοβαρό ύφος απολογείται και προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά της. Μάλιστα δε διστάζει, όταν οι ψευδομάρτυρες αποθρασύνθηκαν, να χρησιμοποιήσει σκωπτικό και ειρωνικό ύφος, προκειμένου να δείξει τον οίκτο της για αυτούς τους τραγικούς ανθρώπους, οι οποίοι, κατ’ αυτήν, δεν ήξεραν τι κάνουν! Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν πολύ οδυνηρό για την ηρωική διακόνισσα. Της επιβλήθηκε βαρύτατο χρηματικό πρόστιμο, το οποίο δεν είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει, διότι δεν είχε πια καθόλου δική της περιουσία.
Την εξόρισαν σε διαφόρους τόπους, χρησιμοποιώντας εξευτελιστικούς τρόπους να τη μειώσουν και να την πικράνουν, επειδή δεν ήθελε κοινωνία με τον μοιχεπιβάτη αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Αρσάκιο. Η όλη κατάσταση επιβαρύνει την υγεία της. Αρρώστησε βαριά. Μόνη της παρηγοριά, η αλληλογραφία της με τον αγαπημένο της πνευματικό πατέρα, το Χρυσόστομο από την εξορία του. Της έστειλε 17 υπέροχες επιστολές, αληθινά διαμάντια ευσέβειας, τρυφερότητας και αγάπης προς εκείνη για την άδολη αφοσίωσή της. Έκτοτε δεν έχουμε πληροφορίες για το υπόλοιπο της ζωής της. Δεν γνωρίζουμε που και πότε έφυγε από τη γήινη ζωή. Προφανώς ακολούθησε το δάσκαλό της στην αιωνιότητα, από πίκρα, λίγο μετά το θάνατο του, το 407. Η μόνη πληροφορία που έχουμε είναι, αυτή του ιστορικού Παλλαδίου, ο οποίος έγραψε το γνωστό σύγγραμμά του στα 408, για τον δάσκαλό του Ιωάννη Χρυσόστομο, αναφέροντας και την Ολυμπιάδα. Σε αυτό εκθειάζει την πίστη της, το ήθος της, τον ηρωισμό της και την αφοσίωση της στον μαρτυρικό αρχιεπίσκοπο και πνευματικό της πατέρα. Η Εκκλησία μας την ανακήρυξε αγία και όρισε να τιμάται η μνήμη της στις 25 Ιουλίου.
Ἀπολυτίκιον
(Ἦχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε.)
Τόν πλοῦτον σκορπίσασα, τόν σόν τελείῳ νοΐ, Χριστῷ ἠκολούθησας δι’ ἐναρέτου ζωῆς, Ὁσία πανεύφημε· σύ γάρ ἐφεπομένη, τῷ σοφῷ Χρυσοστόμῳ, χρύσεον ὤφθης σκεῦος, τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας· διό σε Ὀλυμπιάς, ὁ Κύριος ἐδόξασε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις ἡ Ὁσία Ὀλυμπιάς, ἐναρέτων ἔργων, ὑποτύπωσις ἀληθής· χαίροις ἡ τῶν ἄθλων, καί τῆς ἁγίας δόξης, τῷ θείῳ Χρυσοστόμῳ συγκοινωνήσασα.




