Τοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κωστάκη
Τί εἶναι τὸ 1821; Μία ἀκόμη χρονολογία; Τὸ 1821 εἶναι ἕνα μεγαλούργημα. Εἶναι ἕνα ἀπ’ μεγάλα θαύματα ποὺ βίωσε ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ καταγράφηκε στὴν ἱστορία τῶν λαῶν. Γιατί ὁ κόσμος εἶδε τοὺς Ἕλληνες, τοὺς σκλάβους, τοὺς ἀνοργάνωτους, τοὺς φτωχούς, τοὺς ἄοπλους νὰ ὑψώνουν τὸ ἀνάστημά τους, καὶ νὰ ἀναμετρῶνται μὲ τὴν πάνοπλη Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία, καὶ νὰ τὴν νικοῦν. Ἔκπληκτος ὁ κόσμος παρακολουθοῦσε -ἀπὸ ἀμέτοχος ἕως ἐχθρικὰ διακείμενος- τὴ συγκλονιστικὴ πάλη τοῦ νέου Δαβὶδ μὲ τὸν πανίσχυρο καὶ μοχθηρὸ Γολιάθ, καὶ νὰ τὸν ταπεινώνει. Εἶδε τὸν μακραίωνα ἁλυσοδεμένο σκλάβο νὰ σπάει τὰ δεσμά του καὶ νὰ ἐλευθερώνεται.
Ὁ ἁγνὸς πατριώτης, ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης ἀπορώντας γιὰ τὸ παράδοξο θαῦμα ρωτάει: Πῶς ἔγινε καὶ «οἱ ξυπόλυτοι καὶ γυμνοί… αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι μὲ τὶς μαχαιροῦλες» καὶ πέτυχαν τὸ κατόρθωμα ποὺ θάμπωσε τὸν κόσμο ὅλο; Καὶ δίνει ὁ ἴδιος τὴν ἀπάντησή του: «Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ…».
Ἐνῷ ὁ Πρωταγωνιστής τοῦ 1821 ὁ γενναῖος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ἐξηγεῖ πῶς καὶ μὲ ποιὰ ἐφόδια ξεκίνησε ὁ ἴδιος ἀπ’ τὴν ἐπαναστατημένη Καλαμάτα γιὰ τὴν Ἀρκαδία: «Ἐγενήκαμε τριακόσιοι, καὶ ἔκοψα εὐθὺς δύο σημαῖες μὲ Σταυρὸ καὶ ἐκίνησα…Κινώντας ἐγώ, εἶχαν μίαν προθυμίαν οἱ Ἕλληνες, ὁπού ὅλοι μὲ τὶς εἰκόνες ἔκαναν δέηση καὶ εὐχαριστίες. Μοῦ ἤρχετο πότε νὰ κλαύσω… ἀπὸ τὴν προθυμίαν ποὺ ἔβλεπα. Ἱερεῖς ἔκαναν δέηση. Εἰς τὸν ποταμὸν τῆς Καλαμάτας ἀνασπασθήκαμε καὶ ἐκινήσαμε».
Ὁ διδάσκαλος τοῦ γένους Κωνσταντῖνος Οἰκονόμου ἀπὸ τὴν Ὀδησσὸ σαλπίζει: «Ἡμᾶς τοὺς νῦν ζῶντας Ἕλληνας, συνεκάλεσεν ὁ Βασιλεὺς τῶν αἰώνων νὰ τινάξωμεν τὰς ἀνομίας καὶ νὰ ἴδωμεν ἐλευθέραν τὴν Ἑλλάδα. Ἐποχὴ μακαρία. Ὁ τύραννος πίπτει. Ὁ Σταυρὸς θριαμβεύει. Τὸ ἔθνος τῶν Ἑλλήνων ἀναγεννᾶται».
Μὲ τέτοια πνευματικὰ ἐφόδια ἔγινε τὸ θαῦμα τοῦ 1821. Ἡ ἐπανάσταση τοῦ 21 ποὺ κατέληξε στὴν ἀνάσταση τοῦ Γένους δὲν εἶναι ἁπλῶς μία ἐθνικὴ ἔκρηξη. Εἶναι ἀντίλαλος ἀπὸ ἄλλες ἱστορικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς τοῦ ἔθνους μας. Δὲν εἶναι, ἀκόμα, μία ὡραιοποιημένη εἰκόνα, ποὺ ταιριάζει στὴν «ἐθνικὴ ματαιοδοξία» ἢ τὸν «σωβινισμό» μας. Εἶναι μία εἰκόνα ὁλοκάθαρη, γεμάτη ἀπὸ ἀλήθεια. Σ’ αὐτὴ θὰ βρεῖς: Ὅλη τὴν ἀντίσταση στὸν σκληρὸ καὶ ἀπάνθρωπο κατακτητή. Ὅλη τὴν ψυχικὴ ἀνάταση τῶν ἀγωνιστῶν. Ὅλη τὴν ἀσχήμια τῆς «δολερῆς διχόνοιας», ποὺ μὲ τὸ ξίφος της ξεπηδάει πάντα μέσα ἀπ’ τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα. Θὰ συναντήσεις ἀκόμα ὅλη τὴν πατριωτικὴ φλόγα. Ὅλους τοὺς πόνους καὶ τὶς συμφορές, τὶς χαρὲς καὶ τὶς νίκες, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀπροσμέτρητες θυσίες αἵματος, πάνω στὸν τεράστιο αὐτὸ βωμὸ τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος.
Ἐδῶ συναντῶνται: ὅλο τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο τῶν ἡρῴων, ποὺ τεντώνονται στὰ μέτρα τῆς μεγάλης ὑπόθεσης, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ μικροψυχία καὶ μικροπρέπεια, τὸ «γεῶδες φρόνημα», ὁ «ἕτερος νόμος», ποὺ κάνει τὸν γίγαντα νᾶνο καὶ τὸν ἥρωα καιροσκόπο.
Εἶναι ἀληθινὸ τὸ 21, καὶ ἀληθινοὶ οἱ ἥρωές του, ὄχι γιατί ἁπλῶς ὑπῆρξαν, ἀλλὰ γιατί δὲν ἔκρυψαν τίποτα ἀπ’ τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματά τους.
Μέσα ἀπὸ τὰ ἀπομνημονεύματά τους αὐτοπαρουσιάζονται ἀμείλικτα αὐτοκατήγοροι, κάτι παρόμοιο, σὰν τοὺς Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δὲν ἀποσιωποῦν, δὲν ἀποκρύπτουν τὴν δυσπιστία, τὶς μικρότητες, τὴ δειλία τους, ὡς μὴ ἀναγεννημένοι ἄνθρωποι. Εἶναι τὸ 21 τὸ μεγάλο βαρέλι μὲ τὸ παλιὸ δυνατὸ κρασί, ἀπόσταγμα τῆς ἐθνικῆς συνείδησης καὶ τῆς ἔνδοξης ἱστορίας αἰώνων καὶ αἰώνων.
Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστές, ποὺ ἤπιαν καὶ μέθυσαν ἀπ’ αὐτὸ τὸ κρασί, ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Νεοέλληνες ἤπιε ποτέ, ἀληθινά, ἀπ’ τὸ ἀθάνατο κρασί τους; Ποιὸς εὐφράνθηκε ἐθνικὰ ἀπ’ τὸ εὐφραντικὸ αὐτὸ ποτό; Ποιὸς «γλέντησε», γιατί εἶναι Ἕλληνας, ἢ γιατί ἦταν Ἕλληνας ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Μακρυγιάννης, ὁ Μπότσαρης, ὁ Κανάρης κ.ἄ.; Ποιὸς ἔφτασε στὴν «ἀφροσύνη» τῆς περηφάνιας, γιατί οἱ «ξυπόλυτοι» ἔφτιαξαν κράτος, γιατί οἱ σκλάβοι ἔγιναν ἀφεντικά, στὸν τόπο τους, γιατί οἱ «ραγιάδες»ἔδωσαν ἀπ’ τὴν «κούπα» τους καὶ ἤπιαν κάποιοι Εὐρωπαῖοι καὶ μέθυσαν κι’ ἐκεῖνοι, καὶ μέσα στὸ μεθύσι τοῦ φιλελληνισμοῦ, ἦρθαν ἐδῶ νὰ πολεμήσουν «στὰ κατσάβραχα» κι’ ἂν λάχει νὰ πεθάνουν; Ποιὸς μπορεῖ νὰ πεῖ πὼς μέθυσε «μὲ τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ 21», ὅπως ἤθελε ὁ Παλαμᾶς, ὅταν τιμώντας τάχα τὴν «ἐθνικὴ ἐπέτειο» μαζεύονται (ὑποκριτικὰ-φαρισαϊκά;) οἱ «ἐπίσημοι» μία φορά τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ὑποστοῦν τὴν σχετικὴ τελετή, ποὺ ὅσο πάει καὶ ἀποδυναμώνεται; Εἶναι αὐτὸ μεθύσι;
Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἐννοήσουμε ὅτι οἱ «πανηγυρικοί» τοῦ δεκάρικου δὲν πρέπει νὰ εἶναι «ἔπεα πτερόεντα»καὶ φολκλορικὲς φιέστες. Οἱ μορφὲς τῶν ἡρῴων νὰ μὴν εἶναι μόνο «χαλκομανίες» γιὰ διακόσμηση τῶν τοίχων. Ἂν κάποτε γίνουμε «γλεύκους» τοῦ 21 «μεμεστωμένοι», τότε ἴσως ζήσουμε μία ἐθνικὴ «ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ».




