31 Ὀκτωβρίου

Share:

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Β΄ Κορ. ε’ 1-10

   1 Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν, οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 2 καὶ γὰρ ἐν τούτῳ στενάζομεν, τὸ οἰκητήριον ἡμῶν τὸ ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθαι ἐπιποθοῦντες, 3 εἴ γε καὶ ἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοὶ εὑρεθησόμεθα. 4 καὶ γὰρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν, βαρούμενοι ἐφ᾿ ᾧ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ᾿ ἐπενδύσασθαι, ἵνα καταποθῇ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς. 5 ὁ δὲ κατεργασάμενος ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο Θεός, ὁ καὶ δοὺς ἡμῖν τὸν ἀῤῥαβῶνα τοῦ Πνεύματος. 6 Θαῤῥοῦντες οὖν πάντοτε καὶ εἰδότες ὅτι ἐνδημοῦντες ἐν τῷ σώματι ἐκδημοῦμεν ἀπὸ τοῦ Κυρίου· 7 διὰ πίστεως γὰρ περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους· 8 θαῤῥοῦμεν δὲ καὶ εὐδοκοῦμεν μᾶλλον ἐκδημῆσαι ἐκ τοῦ σώματος καὶ ἐνδημῆσαι πρὸς τὸν Κύριον. 9 διὸ καὶ φιλοτιμούμεθα, εἴτε ἐνδημοῦντες εἴτε ἐκδημοῦντες, εὐάρεστοι αὐτῷ εἶναι. 10 τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν.

 

Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

   1 Δι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀποκάμνομεν. Διότι γνωρίζομεν καλά, ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος κατοικία τῆς ψυχῆς μας, ποὺ εἶναι κατοικία πρόσκαιρος καὶ διαλύεται εὔκολα σὰν σκηνή, ἤτοι τὸ σῶμα μας, γίνῃ ἐρείπιον ἀπὸ τὰ δεινὰ καὶ διαλυθῇ ἀπὸ τὸν θάνατον, ἔχομεν ὡς ἄλλην οἰκοδομήν, ποὺ μᾶς ἑτοιμάζεται ἀπὸ τὸν Θεόν, τὸ νέον ἀθάνατον σῶμα. Αὐτὸ πλέον θὰ εἶναι σπίτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔκτισαν χεῖρες ἀνθρώπινοι, καὶ θὰ εἶναι αἰώνιον εἰς τοὺς οὐρανούς. 2 Καὶ ἀληθῶς, ὅσον καιρὸν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ φθαρτὸν αὐτὸ σῶμα, στενάζομεν, διότι μὲ πολὺν πόθον ἐπιθυμοῦμεν νὰ φορέσωμεν ἐπάνω μας σὰν ἄλλο ἔνδυμα τὴν μόνιμον κατοικίαν μας, ἡ ὁποία θὰ μᾶς δοθῇ ἀπὸ τὸν οὐρανόν. 3 Καὶ ἐὰν ἀκόμη ὡς ἔνδυμα ἐκλάβωμεν τὸ νέον σῶμα, μιὰ φορὰ ποὺ θὰ φορέσωμεν τὸ ἔνδυμα αὐτό, δὲν θὰ εὑρεθῶμεν γυμνοί, χωρὶς κάποιο σῶμα. 4 Ἡμεῖς δηλαδή, ὅσοι εἴμεθα εἰς τὸ σῶμα αὐτό, ποὺ ὁμοιάζει πρὸς σκηνήν, στενάζομεν σὰν νὰ πιεζώμεθα ἀπὸ κάποιο βαρὺ φόρτωμα. Καὶ στενάζομεν, ὄχι διότι θέλομεν νὰ ἐκδυθῶμεν τὸ σῶμα, ἀλλὰ διότι θέλομεν νὰ ἐνδυθῶμεν ἐπάνω μας τὸ οὐράνιον σῶμα, διὰ νὰ καταποθῇ ἡ θνητότης τοῦ σημερινοῦ μας σώματος ἀπὸ τὴν ἄφθαρτον ζωὴν τοῦ ἄλλου. 5 Εἰς τὴν ἀνθρωπίνην βέβαια δύναμιν εἶναι ἀδύνατον αὐτὸ ποὺ σᾶς λέγω. Ἂλλ’ ἐκεῖνος, ποὺ μᾶς ἔπλασε διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν, ἤτοι διὰ νὰ ἐπενδυθῶμεν τὴν ἀφθαρσίαν, δὲν εἶναι ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μάλιστα ὡς ἀρραβῶνα καὶ ἐπίσημον ὑπόσχεσιν περὶ τοῦ ὅτι θὰ ἀφθαρτισθῶμεν, μᾶς ἔδωκε τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 6 Ἔχομεν λοιπὸν θάρρος πάντοτε καὶ γνωρίζομεν, ὅτι ὅσον καιρὸν μένομεν εἰς τὸ σῶμα, εἴμεθα ξενητευμένοι ἀπὸ τὸν Κύριον. 7 ἑγὼ ξενητευμένοι, ὄχι διότι εἴμεθα χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Κύριον, ἀλλὰ διότι δὲν τὸν βλέπομεν μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος. Διότι τὴν παροῦσαν ζωὴν τὴν περνῶμεν μὲ πίστιν, χωρὶς νὰ βλέπιομεν κατὰ πρόσωπον τὸν Κύριον. 8 Εἴμεθα δὲ γεμᾶτοι θάρρος καὶ ἐπιθυμοῦμεν πολὺ νὰ ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ να μεταβῶμεν διὰ νὰ μείνωμεν μονίμως πλησίον τοῦ Κυρίου. 9 Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ προσπαθοῦμεν μὲ κάθε φιλοτιμίαν, εἴτε εὑρισκόμεθα μέσα εἰς τὸ σῶμα αὐτὸ τὸ φθαρτὸν καὶ ἐνδημοῦμεν εἰς αὐτό, εἴτε ἀποθνήσκομεν καὶ ἀναχωροῦμεν ἀπὸ τὸ σῶμα, νὰ εἴμεθα εὐάρεστοι εἰς αὐτόν. 10 Διότι ὅλοι ἡμεῖς πρέπει νὰ παρουσιασθῶμεν φανεροὶ καὶ ξεσκεπασμένοι ἐμπρὸς εἰς τὸ δικαστικὸν βῆμα τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ ἀπολαύσῃ ὁ καθένάς μας ἐκεῖνα, ποὺ ἔκαμε μὲ τὸ σῶμα, ἀναλόγως τῶν ὅσων ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἶναι τὸ σύνολον τῶν πράξεών του εἴτε κακόν.

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Λκ. η’ 16-21

  16 Οὐδεὶς δὲ λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν σκεύει ἢ ὑποκάτω κλίνης τίθησιν, ἀλλ᾿ ἐπὶ λυχνίας ἐπιτίθησιν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι βλέπωσι τὸ φῶς. 17 οὐ γάρ ἐστι κρυπτὸν ὃ οὐ φανερὸν γενήσεται, οὐδὲ ἀπόκρυφον ὃ οὐ γνωσθήσεται καὶ εἰς φανερὸν ἔλθῃ. 18 βλέπετε οὖν πῶς ἀκούετε· ὃς γὰρ ἐὰν ἔχῃ, δοθήσεται αὐτῷ, καὶ ὃς ἐὰν μὴ ἔχῃ, καὶ ὃ δοκεῖ ἔχειν ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. 19 Παρεγένοντο δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἠδύναντο συντυχεῖν αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον. 20 καὶ ἀπηγγέλη αὐτῷ λεγόντων· ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ἰδεῖν σε θέλοντες. 21 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε πρὸς αὐτούς· μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοί εἰσιν οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτόν.

 

Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

16 Μὲ τὴν διδασκαλίαν μου ἤναψα εἰς τὰς ψυχάς σας φῶς καὶ ἐγίνατε πνευματικοὶ λύχνοι. Κανεὶς δέ, ὅταν ἀνάψῃ λύχνον, δὲν τὸν σκεπάζει μὲ δοχεῖον, οὔτε τὸν τοποθετεῖ κάτω ἀπὸ τὸ κρεββάτι. Ἀλλὰ τὸν βάζει ἐπάνω εἰς τὸν λυχνοστάτην, διὰ νὰ βλέπουν τὸ φῶς ἐκεῖνοι, ποὺ ἐμβαίνουν εἰς τὸ δωμάτιον. 17 Ἔτσι καὶ σεῖς σὰν ἄλλος λύχνος καλὰ τοποθετημένος πρέπει νὰ φωτίζετε τοὺς ἀνθρώπους καὶ αὐτά, ποὺ ἀκούετε τώρα, νὰ μὴ τὰ κρύπτετε, ἀλλὰ νὰ μεταδίδετε ταῦτα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Διότι δὲν ὑπάρχει κρυφόν, τὸ ὀποῖον δὲν θὰ γίνῃ φανερόν· οὔτε μυστικόν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ γίνῃ γνωστὸν καὶ δὲν θὰ φανερωθῇ. Καὶ ἡ διδασκαλία μου λοιπόν, ἀκόμη καὶ ἐὰν σεῖς τὴν κρατήσετε μυστικήν, θὰ φανερωθῇ ἀπὸ ἄλλους καὶ θὰ φωτίσῃ τὸν κόσμον. 18 Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ διδασκαλία μου θὰ γίνῃ φανερά, προσέχετε ! Σεῖς, ποὺ θὰ τὴν διαδώσετε, πῶς τὴν ἀκούετε. Νὰ τὴν ἀκούετε μὲ καθαρὰν καρδίαν καὶ νὰ τὴν κατανοῆτε καὶ νὰ τὴν ἐγκολπώνεσθε, ὥστε νὰ γίνετε τέλειοι διδάσκαλοι τῆς ἀληθείας. Διότι εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἀκούει προθύμως τὴν ἀλήθειαν καὶ κατέχει αὐτήν, θὰ τοῦ δοθῇ μεγαλυτέρα καὶ πλουσιωτέρα γνῶσις καὶ φωτισμὸς τῆς ἀληθείας. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ δὲν κατέχει τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἀφαιρεθῇ καὶ ἐκεῖνος ὁ βαθμὸς τῆς γνώσεως, ποὺ τοῦ φαίνεται, ὅτι κατέχει. 19 Ἦλθον δὲ ἐν τῷ μεταξὺ πρὸς αὐτὸν ἡ μητέρα του καὶ οἱ νομιζόμενοι ἀδελφοί του καὶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὸν πλησιάσουν καὶ νὰ τοῦ ὁμιλήσουν ἕνεκα τῆς συρροῆς τοῦ πλήθους. 20 Καὶ τοῦ ἀνηγγέλθη ἀπὸ μερικούς, ποὺ τοῦ εἶπαν· Ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου στέκονται ἔξω καὶ θέλουν νὰ σὲ ἴδουν. 21 Αὐτὸς δὲ ἀπεκρίθη καὶ τοὺς εἶπε· Μητέρα μου καὶ ἀδελφοί μου εἶναι αὐτοὶ ἐδῶ, ὅσοι ἀκούουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν τηροῦν εἰς τὸν βίον των, χωρὶς νὰ τὸν παραβαίνουν καὶ τὸν ἀθετοῦν.

 

 

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΜΑΧΟΣ

  Στίς 31 Ὀκτωβρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ἐπιμάχου τοῦ Αἰγυπτίου. Καταγόταν ἀπό τήν Αἴγυπτο καί ἀσκήτευε στό Πηλούσιον ὄρος, ταλαιπωροῦσε δέ τόν ἑαυτό του μέ πολλές σκληραγωγίες. Ἐκείνη τήν περίοδο ἔφθασε στήν Ἀλεξάνδρεια ἕνας ἀπάνθρωπος δικαστής, ὀνόματι Ἀπελλιανός. Ἦταν ἀδυσώπητος διώκτης τῶν χριστιανῶν, γι’ αὐτό πολλοί πιστοί ἔφευγαν ἀπό τίς πόλεις και πήγαιναν στήν ἔρημο, φοβούμενοι τά βασανιστήρια. Ὁ Ἐπίμαχος ἔμαθε τί συνέβαινε, γι’ αὐτό ἄφησε τήν ἡσυχία τῆς ἐρήμου καί κινούμενος ἀπό θεῖο ζῆλο, γκρέμισε ἕναν εἰδωλολατρικό βωμό στό κέντρο τῆς Ἀλεξανδρείας. Κατόπιν ὅρμησε κατά τοῦ Ἀπελλιανοῦ, ἀλλά τόν σταμάτησαν οἱ σωματοφύλακες τοῦ τυράννου. Συνελήφθη, τόν κρέμασαν πάνω σέ ξύλο καί τοῦ ξέσκιζαν τίς σάρκες μέ σιδερένια νύχια, τόν ἔτριβαν μέ τραχειές πέτρες καί τέλος τόν ἔριξαν στή φυλακή. Ἐκεῖ βρῆκε τήν εὐκαιρία νά ἐνδυναμώσει τούς φυλακισμένους χριστιανοὐς γιά νά ἀντέξουν τά βασανιστήρια. Καθώς καταξέσκιζαν καί πάλι τό σῶμα τοῦ μάρτυρα, μία κόρη τυφλή ἀπό τό ἕνα μάτι, ἔκλαιγε βλέποντας τίς ταλαιπωρεῖες πού ὑφίστατο ὁ μάρτυρας. Καθώς βασανιζόταν ὁ ἅγιος, πετάχτηκε λίγο αἷμα στό τυφλό μάτι τῆς κόρης και κατά θαυμαστό τρόπο ἔγινε καί πάλι ὑγιές. Τέλος, ἐπειδή ὁ ἅγιος Ἐπίμαχος δέν ἀρνιόταν τήν πίστη του, παρά τά φρικτά βασανιστήρια, δόθηκε ἐντολή νά ἀποκεφαλιστεῖ. Τό ἅγιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε ἀπό τούς χριστιανούς στόν τόπο ὅπου μαρτύρησε. Μετά ἀπό ἀρκετά χρόνια ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τοῦ σκηνώματός του στήν Κωνσταντινούπολη.

 

Ἀπολυτίκιον
(
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.)


   Ὡς γενναῖος ὁπλίτης τοῦ Σωτῆρος Ἐπίμαχε, τῷ ἐχθρῷ στερρῶς συνεπλάκης, συμμαχίᾳ τῆς πίστεως, καὶ τοῦτον ἐτροπώσω Ἀθλητά, βασάνους πολυτρόπους ὑποστάς· διὰ τοῦτο ὡς τοῦ Λόγου σε κοινωνόν, τιμῶμεν ἀνακράζοντες· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Μεγαλυνάριον


   Μάχην συγκροτήσας περιφανῆ, Ἐπίμαχε μάκαρ, ἐναντίον τῶν δυσμενῶν, θείᾳ δυναστείᾳ λαμπρὸν τρόπαιον ἦρας· διὸ τῶν σῶν καμάτων, δρέπεις τὰ ἔπαθλα.

Previous Article

1 Νοεμβρίου

Next Article

30 Ὀκτωβρίου