Γράφει ὁ Δρ. Μιοντρὰγκ Μ. Πέτροβιτς, Ἐπιστημονικὸς Σύμβουλος εἰς τὸ Ἱστορικὸν Ἰνστιτοῦτον τῆς Σερβικῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν καὶ Τεχνῶν
Ὁ ἐπίσκοπος Μπάτσκας, Δρ. Εἰρηναῖος, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Πατριάρχη Πορφυρίου, ἐνεργεῖ μὲ παρόμοιο τρόπο μὲ τὸν Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖο. Αὐτοὶ διαλύουν τὴν ἑνότητα καὶ τὴ συμφωνία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μὲ τόμους περὶ αὐτοκεφαλίας.
Μέχρι τώρα, ἔχουν διατυπωθεῖ πολλὲς κριτικὲς μὲ τὸ δίκιο τους, σχετικὰ μὲ τὴν ἵδρυση τῆς λεγομένης «Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας» καὶ τὴ χορήγηση τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας ἀπὸ τὴ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Πρόκειται γιὰ μία δημιουργία, ποὺ οὐσιαστικὰ προέκυψε ἀπὸ τὶς πιέσεις τῶν κρατικῶν ἀρχῶν καὶ τὶς μὴ κανονικὲς ἐνέργειες ὁρισμένων ἐκκλησιαστικῶν φυσιογνωμιῶν. Ἀπαιτήθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ὑποταχθεῖ. Θὰ γραφτοῦν πολλὰ ἀκόμα γι’ αὐτό, μέχρι νὰ ἀποκοποῦν τὰ σάπια θεμέλια, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀνεπιτυχὲς ἀπὸ ἐκκλησιαστικὴ-ἱστορική, ἐθνολογικὴ καὶ κανονικὴ ἄποψη.
Ἡ μὴ κανονικὴ φύση καὶ οἱ ἐπιζήμιες συνέπειες τοῦ Τόμου τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας σχετικὰ μὲ τὴν Αὐτοκεφαλία τῆς «Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας – Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Ὀχρίδας» μὲ ὁδήγησαν νὰ γράψω καὶ νὰ δημοσιεύσω ἕνα κείμενο μὲ τίτλο «Ἐπιζήμιοι οἱ τόμοι Αὐτοκεφαλίας», πρῶτα στὴν ἱστοσελίδα «Стање ствари» (Κατάσταση τῶν Πραγμάτων) στὶς 30 Σεπτεμβρίου 2022, στὴ συνέχεια στὴν ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος» στὶς 10 Μαρτίου 2023, καὶ τελικά, στὰ «Ἐπιλεγμένα Ἔργα μου» σὲ ἕξι τόμους, Βιβλίο Δεύτερο, «Σπυρίδων τοῦ Πὲτς IV Σέρβος Πατριάρχης (1379-1389)», Βελιγράδι 2023, σελ. 153-160.
Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Βασιλείου τῶν Σέρβων, Κροατῶν καὶ Σλοβένων, ἡ ἐπικράτεια τῆς σημερινῆς «Δημοκρατίας τῆς Βόρειας Μακεδονίας» ὀνομαζόταν Νότια Σερβία ἢ Παλαιὰ Σερβία, ἢ Βαρδὰρ Μπανοβίνα. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει «Μακεδονία» ἢ «Μακεδόνες» ἐντὸς τῆς σύνθεσης τοῦ Βασιλείου τῆς Γιουγκοσλαβίας. Αὐτοί, ὡς «Μακεδόνες», δὲν εἶναι ἀκόμη κἄν μοναχοὶ στὸν Ἄθω. Ἀνάμεσα στοὺς μοναχοὺς ἀπὸ αὐτὲς τὶς περιοχές, ὑπάρχουν κυρίως Σέρβοι καὶ λιγότεροι Βούλγαροι. Ὡς λαὸς – «Μακεδόνες», δὲν ἀναφέρονταν προηγουμένως. Γιὰ παράδειγμα, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς τουρκοκρατίας τὸν 16ο αἰώνα, τὰ δικαιοδοσιακὰ σύνορα τῆς Ἀχρίδος ἐπεκτάθηκαν σημαντικὰ εἰς βάρος τοῦ Πατριαρχείου τοῦ Πὲτς καὶ τὸ ὄνομα ἐπεκτάθηκε ἐπίσης: «Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Πρώτης Ἰουστινιανῆς καὶ ὅλων τῶν Βουλγάρων καὶ Σέρβων, βορείων καὶ ἄλλων περιοχῶν, καὶ Ἑλλήνων». Συνεπῶς, στὰ σύνορα τοῦ Βασιλείου τῆς Γιουγκοσλαβίας, Σκόπια, Ἀχρίδα, Μπίτολα (Μοναστήρι), Στίπ, Πρίλεπ, Στρούμιτσα, Τέτοβο, καὶ ἄλλες πόλεις τῆς σημερινῆς «Δημοκρατίας τῆς Βόρειας Μακεδονίας» – ὅλες ἦταν ὑπὸ τὴ δικαιοδοσία τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Σὲ ἐκείνη τὴν ἐπικράτεια, οἱ Σέρβοι μεσαιωνικοὶ κυβερνῆτες καὶ εὐγενεῖς ἔκτιζαν πολλὰ μοναστήρια καὶ ἐκκλησίες, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ὑπερβαίνει τὸν τεράστιο ἀριθμὸ τῶν Σερβικῶν ἱερῶν στὸ Κόσσοβο καὶ στὰ Μετόχια. Ὑπῆρχαν ἐπίσης ναοὶ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Βυζαντινῆς κυριαρχίας. Αὐτὸς ὁ παράγοντας καὶ ἄλλοι λόγοι ἐπηρέασαν τὸν ἔντονο ἀνταγωνισμὸ μεταξὺ Σέρβων καὶ Ἑλλήνων, ἰδιαίτερα τὸν 19ο αἰώνα, κρίνοντας ἀπὸ τὸ ἀρχειακὸ ὑλικό.
Τὰ Σκόπια ἦταν ἡ Σερβικὴ πρωτεύουσα, ὅπου στὶς 16 Ἀπριλίου 1346, ὁ Στέφανος Ντουσάν, βασιλιὰς τῆς Σερβίας (1331-1346) καὶ αὐτοκράτορας (1346-1355), ἐστέφθη ὡς αὐτοκράτορας. Ἡ Ἀχρίδα ἦταν ἕνα σημαντικὸ θρησκευτικὸ κέντρο στὸ Βασίλειο τῆς Γιουγκοσλαβίας. Κάποτε, ἐκεῖ ἦταν ὁ ἐπίσκοπος Νικόλαος, τώρα γνωστὸς ὡς Ἅγιος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς) τῆς Ζίτσας, ποὺ δίδασκε θεολογία στὴ διάσημη Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Μπίτολα.
Μὲ τὴ δημιουργία τῆς κομμουνιστικῆς Γιουγκοσλαβίας ὑπὸ τὸν Τίτο, ἡ κατάσταση ἄλλαξε θεμελιωδῶς. Ἡ Νότια Σερβία ἔγινε «Λαϊκὴ Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας». Οἱ ἐπισκόποι, ὅπως ὁ Ἰωσὴφ (Τσβιγκόβιτς), Μητροπολίτης Σκοπίων, καὶ ὁ Βικέντιε (Προδάνοβ) Ἐπίσκοπος Ζλετόβο-Στρουμίτσα, ἀργότερα Πατριάρχης Σερβίας, καὶ ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς κληρικῶν τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἐκδιώχθηκαν στὴ «Λαϊκὴ Δημοκρατία τῆς Σερβίας», κυρίως ὑπὸ τὴν πίεση τῶν Βουλγάρων, μὲ ἀπαγόρευση ἐπιστροφῆς. Τὰ Σερβικὰ ἐπίθετα μετατράπηκαν μαζικὰ σὲ Βουλγαρικὰ καὶ «Μακεδονικά». Ὡς ἀπόδειξη ὅτι εἶναι ἐκ σερβικῆς καταγωγῆς, ὑπάρχει ἡ ἑορτὴ ἑνὸς συγκεκριμένου ἁγίου ὡς προστάτου τῆς οἰκογένειας – ἡ «σλάβα», ποὺ ἔχουν μόνο οἱ Σέρβοι σὲ ὁλόκληρο τὸν Ὀρθόδοξο κόσμο.
Σὲ τέτοιες συνθῆκες δημιουργεῖται ἡ «Μακεδονικὴ» ἐθνότητα, ἡ ὁποία, προκειμένου νὰ ἑδραιώσει τὴν ἐθνικὴ συνείδηση, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχει τὴ δική της ἐκκλησία. Γεννήθηκε τότε ἡ ἰδέα τῆς σύγκλησης καὶ ὁ ρόλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς-ἐθνικῆς συνέλευσης, ποὺ θὰ ἀποτελοῦσε τὸ ἔμβρυο τῆς δημιουργίας τῆς «Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας».
Ἡ πρώτη ἐκκλησιαστικὴ-ἐθνικὴ συνέλευση πραγματοποιήθηκε τὸ 1945 στὰ Σκόπια, ὅταν ἱδρύθηκε ἡ «Ἐπιτροπὴ πρωτοβουλίας γιὰ τὴν Ὀργάνωση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴ Μακεδονία». Συμμετεῖχαν 300 ἀντιπρόσωποι τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ. Τότε ἀποφασίστηκε νὰ ἀνανεωθεῖ ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀχρίδος ὡς «Μακεδονικὴ» Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία. Ὁ κλῆρος θὰ ἔπρεπε νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸν «Μακεδονικὸ» λαό. Ὁ ἐπικεφαλῆς ἱεράρχης θὰ ἔπρεπε νὰ ὀνομάζεται Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος, καὶ ἡ ἐκκλησία νὰ ὀνομαζόταν «Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀχρίδος τοῦ Κλήμεντος». Μία ἀναφορὰ ὅλων αὐτῶν διαβάστηκε στὴν ἐκκλησιαστικὴ-ἐθνικὴ συνέλευση ἀπὸ τὸν θεολόγο Λ. Ἀρσὸβ ἀπὸ τὸ Κουμάνοβο.
Στὴν ἐκκλησιαστικὴ-ἐθνικὴ συνέλευση στὴν Ἀχρίδα, στὶς 6 Ὀκτωβρίου 1958, ἀποφασίστηκε ὅτι ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδος θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχει τὸν τίτλο: «Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος καὶ Σκοπίων καὶ Μητροπολίτης Μακεδονίας».
Ποτὲ πρὶν τὸ τέλος τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀχρίδος δὲν ἦταν «Μακεδονική». Ἱδρύθηκε τὸ 535 ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ Α’ (527-565) ὡς Βυζαντινός, ἢ Ρωμαϊκός, ἐκκλησιαστικὸς θεσμός. Ἦταν, ἑπομένως, αὐτοκέφαλη ἐκκλησία τῶν Ρωμαίων, δηλαδὴ τῶν Ἑλλήνων, Βυζαντινῶν. Ὅταν ἔγινε μέρος τοῦ βουλγαρικοῦ βασιλείου, ὀνομαζόταν «Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ὀχρίδας καὶ πάσης Βουλγαρίας», καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας ὑπαγόταν περιστασιακὰ ὄχι μόνο ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας. Παλαιότερα, κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα, τοῦ πρώτου Σέρβου Ἀρχιεπισκόπου, οἱ ἐπισκοπές της, ὅπως ἡ Πρίζρενη, ἡ Ράσκα, ἡ Λίπιαν, ἡ Νίς, ἀποτέλεσαν δικαιοδοσία τοῦ Σέρβου Ἀρχιεπισκόπου – Ζίτσας καὶ Πέτς.
Ἡ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀντιστάθηκε στὶς κρατικὲς ἀρχὲς ἕως τὸ 1959 προκειμένου νὰ ἀναγνωρίσει τὴν «Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» ὡς αὐτοκέφαλη. Οἱ πιέσεις ἦταν ἔντονες καὶ ἀγωνιώδεις. Ἡ ἀκλόνητη στάση τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὑποχωροῦσε λόγῳ τοῦ ρόλου τῆς «Ἕνωσης Συλλόγων τοῦ Ὀρθόδοξου Κλήρου» τῆς Γιουγκοσλαβίας (Ὁμοσπονδιακὴ Λαϊκὴ Δημοκρατία τῆς Γιουγκοσλαβίας), ἡ ὁποία ἔβλεπε εὐνοϊκὰ τὴ δημιουργία «Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας». Συγκεκριμένα, ἐνισχυόταν ἀπροκάλυπτα ἡ προσπάθεια τῶν κομμουνιστικῶν ἀρχῶν σὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Γιὰ παράδειγμα, μεταφέρω ἐδῶ τὸ περιεχόμενο ἑνὸς μυστικοῦ ἀρχειακοῦ ἐγγράφου ἀπὸ τὰ Ἀρχεῖα τῆς Γιουγκοσλαβίας μὲ ὑπογραφὴ Α.J. 144, 41-365, ἡμερομηνίας «Βελιγράδι, 13 Ἰουλίου 1959». Ἐκεῖ, ὁ πρόεδρος τῆς «Ἕνωσης Συλλόγων τοῦ Ὀρθόδοξου Κλήρου», Πρωτοπρεσβύτερος Μιλὰν Ν. Σμιλιανίτς, γράφει στὸν Μπόμπι (Ντομπρίβογιε Ραντοσάβλιεβιτς), τὸν πρόεδρο τῆς Κρατικῆς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὶς Σχέσεις μὲ τὶς Θρησκευτικὲς Κοινότητες:
«Ἀγαπητὲ φίλε Μπόμπι,
Ὅπως μάθαμε, τὸ ζήτημα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν Λαϊκὴ Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας ἔχει ἐπιλυθεῖ ὁριστικὰ μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ διατηρεῖται ἡ ἑνότητα μὲ τὴ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐνῶ ἔχουν ἱκανοποιηθεῖ οἱ νόμιμες ἀπαιτήσεις τῶν Ὀρθοδόξων Μακεδόνων, ἐπιτρέποντάς τους νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἐθνική τους ταυτότητα μέσῳ τῆς δικῆς τους ἐκκλησίας. Ἐνημερωνόμαστε ἐπίσης ὅτι ἀναμένεται νὰ ὁλοκληρωθεῖ αὐτὸ τὸ ζήτημα σὲ λίγες ἡμέρες μὲ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Πατριάρχη στὰ Σκόπια καὶ τὴν χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου Μπίτολα, Ἀρχιμανδρίτη Κλήμη.
Γνωρίζουμε πολὺ καλὰ ὅτι αὐτὸ δὲν ἦταν μόνο ἕνα πρόβλημα ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς ἀλλὰ καί, σὲ εὐρύτερο βαθμό, ζήτημα κρατικῆς πολιτικῆς.
Εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους, καὶ ἰδιαίτερα σὲ ἐμένα, πόσο πολὺ προσέφερες προσωπικὰ στὴν εὐνοϊκὴ ἐπίλυση αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἑπομένως, ἐκ μέρους μου καὶ ὅλων τῶν συναδέλφων μου, σὲ συγχαίρω θερμὰ γιὰ τὶς ἐπιτυχίες καὶ σοῦ εὔχομαι καλὴ ὑγεία καὶ δύναμη, ὥστε νὰ συνεχίσεις νὰ ἐργάζεσαι γιὰ τὸ καλὸ τῆς πατρίδας μας καὶ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.
Θερμοὶ χαιρετισμοὶ σὲ ἐσένα καὶ τὴν οἰκογένειά σου,
Ὁ φίλος καὶ θαυμαστής σου Πρωτοπρεσβύτερος Μιλὰν Ν. Σμιλιανὶτς»
Τὸ 1959, ὑπὸ τὴν πίεση ἀπὸ τοὺς ἐπικρατοῦντες κομμουνιστές, ἡ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χορήγησε αὐτονομία στὴ «Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι θὰ παραμείνει σὲ κανονικὴ ἑνότητα μὲ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, δηλαδὴ τὴ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὡστόσο, οἱ πιέσεις γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς αὐτοκεφαλίας δὲν ἔλαβαν τέλος. Στὴν ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Ἐπισκοπικῆς Συνόδου τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, μὲ τὸν ἀριθμὸ 4/Κατ. 10 τῆς 24ης/Νοεμβρίου 1967, μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρεται:
– Ἡ Ἱερὰ Ἐπισκοπικὴ Σύνοδος τῆς Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, μὲ τὸ αἴτημα ἀριθμ. 226, ἡμερομηνίας 3 Δεκεμβρίου 1966, «ἀπαιτεῖ τὴ χορήγηση αὐτοκεφαλίας στὴ Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»
– Ὅτι «τὸ αἴτημα… γιὰ τὴ χορήγηση αὐτονομίας στὴν Μακεδονικὴ ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ γίνει δεκτὸ»
– Ὅτι καταδικάζεται ὁ «ἀντικανονικὸς τρόπος δράσης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὑπὲρ τῆς αὐτοκεφαλίας»
– Ὅτι ὁ ἐπικεφαλῆς αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας «ἔχει παραβιάσει τὸν ἐπισκοπικό του ὅρκο – νὰ διατηρεῖ τὴν κανονικὴ ἑνότητα μὲ τὴ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», καὶ ὅτι «ἔχει ξεκινήσει μία ἀνεύθυνη ἐνέργεια ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἑνότητας… μία ἐνέργεια ἀντίθετη μὲ τοὺς βασικοὺς κανόνες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας»
– Ὅτι στὶς 18 Νοεμβρίου 1966, ὁ Μητροπολίτης Δοσίθεος δήλωσε: «Ἀποφασίσαμε νὰ ζητήσουμε αὐτοκεφαλία ἀπὸ τὴ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἔχουμε ὑποβάλει αὐτὴν τὴν ἀπόφαση στὸ Ἐκτελεστικὸ Συμβούλιο τῆς Μακεδονίας. Ἀφιέρωσε μία συνεδρίαση γιὰ αὐτὸ καὶ μᾶς ἐνημέρωσε ὅτι εἴμαστε σὲ λάθος δρόμο, ὅταν ἀναζητοῦμε αὐτοκεφαλία τῆς ἐκκλησίας»
– Ὅτι ἡ Ἱερὰ Ἐπισκοπικὴ Σύνοδος τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, σὲ ἐκείνη τὴν περίπτωση, παραθέτει τὸν 30ὸ Ἀποστολικὸ Κανόνα: Ἐὰν κάποιος ἐπίσκοπος καταφεύγει στὶς κοσμικὲς ἀρχές, γιὰ νὰ ἀποκτήσει Ἐκκλησία μέσῳ αὐτῶν, ἂς ἀποβληθεῖ [καθαίρεση καὶ ἀφορισμός], καὶ ὅσοι συνασπίζονται μαζί του ἐπίσης. «Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀποστολικὸς Κανόνας λέξη πρὸς λέξη ἐπαναλαμβάνεται στὸν Κανόνα 3 τῆς Ἕβδομης Οἰκουμενικῆς Συνόδου»
– Ὅτι «ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀποδεικνύει ὅτι ἡ μοναδικὴ νόμιμη ἁρμόδια ἀρχὴ γιὰ τὴν κήρυξη τῆς αὐτοκεφαλίας εἶναι ἡ θέληση τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας, ἐνῶ αὐτοκεφαλίες ὁρισμένων αὐτοκέφαλων ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες προέκυψαν μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, ἀντίθετα μὲ τὴ θέληση τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας, δὲν ἀναγνωρίστηκαν ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες, ἀλλὰ καταδικάστηκαν ἀπὸ αὐτὲς ὡς σχισματικές».
– Ὅτι «Ἡ Ἱερὰ Συνόδος τῆς Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν ἀρχὴ τῆς ἐνέργειάς της μὲ ἡμερομηνία 3 Δεκεμβρίου 1966, ἀπειλεῖ τὴν Ἱερὰ Ἐπισκοπικὴ Συνόδο καὶ τὴ Συνόδο τῆς ‘ἀδελφῆς’ Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὅτι θὰ θέσει τὸ ζήτημα τῆς Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἐνώπιον τῆς Μητροπολιτικῆς Ἐκκλησιαστικῆς – Λαϊκῆς Συνέλευσης, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ‘ἁρμόδια νὰ λάβει οὐσιαστικὴ ἀπόφαση σὲ αὐτὸ τὸ οὐσιῶδες ζήτημα τῆς Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας’, καὶ γιὰ νὰ ἐκφοβίσει περαιτέρω, προσθέτει ὅτι ἔχει ἤδη ξεκινήσει τὶς ἀπαραίτητες προετοιμασίες γιὰ τὴ σύγκληση μίας τέτοιας συνέλευσης»
– Ὅτι «Ἡ Μακεδονικὴ Ἐκκλησία ἐπαναλαμβάνει μὲ πιὸ αὐστηρὴ μορφή, μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς ὑπαινιγμοῦ, ἀπειλώντας ὅτι, ἂν ἡ Ἱερὰ Ἐπισκοπικὴ Σύνοδος τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δὲν ἐγκρίνει τὴν αὐτοκεφαλία, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Μακεδονικῆς Ἐκκλησίας θὰ συγκαλέσει μία Ἐκκλησιαστικὴ – Λαϊκὴ Συνέλευση τῆς Μακεδονικῆς Ἐκκλησίας μὲ πρόταση νὰ ἀνακηρύξει αὐτὴ αὐτοκεφαλία γιὰ τὴν Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»
– Ὅτι «Τὸ κύριο ἐμπόδιο στὴν αὐτοκεφαλία εἶναι ὁ τρόπος δράσης τῆς τρέχουσας ἐπισκοπικῆς σύνθεσης τῆς Μακεδονικῆς Ἐκκλησίας, ἡ πλήρης παράβλεψη καὶ ἀγνόηση τῶν κανόνων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ ἡ παραβίαση τοῦ ἐπισκοπικοῦ ὅρκου ἀπὸ τὸν ἐπικεφαλῆς αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, ὁ νῦν ἡγέτης τῆς κίνησης γιὰ τὸν χωρισμὸ τῆς Μακεδονικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴ Μητέρα Ἐκκλησία, ὁ πρώην ἐπιτετραμμένος ἐπίσκοπος τοῦ Πατριάρχη, μὲ ἐπίγνωση παραβίασε τὸν ὅρκο του, τὸν ὁποῖο ἔδωσε στὶς 10 Ἰουλίου 1951, κατὰ τὴν ἐπισκοπική του χειροτονία ὡς ἐπίσκοπος τῆς Τοπλικῆς» (καὶ ἀκολουθεῖ τὸ κείμενο τοῦ ὅρκου).
Στὸ συμπέρασμα τῆς ἀναφερόμενης ἀπόφασης τῆς Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀναφέρεται: «Ἂν αὐτὴ (δηλαδή, ἡ αὐτόνομη Μακεδονικὴ Ἐκκλησία) ἀντίθετα πρὸς τοὺς Κανόνες μὲ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ – Λαϊκὴ Συνέλευσή της κηρύξει ἑαυτὴν αὐτοκέφαλη, θὰ θεωρηθεῖ, τόσο ἀπὸ τὴ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅσο καὶ ἀπὸ ἄλλες Ὀρθόδοξες αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ὡς σχισματικὸς θρησκευτικὸς ὀργανισμὸς καί, ὡς τέτοιος, ἀποφασίστηκε νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ αὐτές».
Ἀνεξαρτήτως αὐτῆς τῆς ἀπόφασης τῆς Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἡ αὐτόνομη «Μακεδονικὴ Ἐκκλησία» τὸ 1967, σὲ μία ἐκκλησιαστικὴ-λαϊκὴ συνέλευση, ἀντικανονικά, αὐθαίρετα καὶ ἐξαιρετικὰ ἀπερίσκεπτα ἀνακήρυξε τὸν ἑαυτό της αὐτοκέφαλο, ὑπογραμμίζοντας μόνιμα τὸ ὄνομα πού, μὲ ἐξήγηση στὴ μακεδονικὴ γλώσσα, κυριολεκτικὰ ἀναφέρει: «Ἡ Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία – Ἀρχιεπισκοπὴ Ὀχρίδας στὴν τακτικὴ ἐτήσια συνεδρίαση τῆς Ἀρχιεπισκοπικῆς Ἐκκλησιαστικῆς-Λαϊκῆς Συνέλευσης ἐπιβεβαίωσε τὴ θέση ὅτι δὲν θὰ ἀλλάξει τὸ ὄνομα τῆς Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κράτους».
Αὐτὸ τὸ ἴδιο ὄνομα συμπεριλήφθηκε ἔτσι στὸν Τόμο, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χορήγησε αὐτοκεφαλία στὴ «Μακεδονικὴ Ἐκκλησία». Τὸ ὄνομα τοῦ κράτους ἄλλαξε ἀπὸ τὴ Συμφωνία τῶν Πρεσπῶν σὲ «Βόρεια Μακεδονία», ἐνῶ τὸ ὄνομα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τοὺς «Μακεδόνες» θὰ παραμείνει ἀναλλοίωτο γιὰ πάντα. Καὶ ἀκριβῶς ἕνα τέτοιο ὄνομα προκαλεῖ βαθιὲς διαφωνίες μεταξὺ τῶν αὐτοκέφαλων τοπικῶν ἐκκλησιῶν. Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐξαιρεῖ τὴν ἀναφορὰ στὴ λέξη «Μακεδονία» καὶ τὸ ἐπίθετο «Μακεδονική», ἂν καὶ ὑποδέχεται θερμὰ καὶ συχνὰ ἐκπροσώπους ἀπὸ τὴν κυβέρνηση τῶν Σκοπίων καθὼς καὶ ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα ἀπὸ ἐκεῖ. Ἀποδέχεται μόνο τὸ ὄνομα «Ἀρχιεπισκοπὴ Ὀχρίδας». Ἡ Βουλγαρικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποδέχεται τὸ ὄνομα «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Βόρειας Μακεδονίας». Κάποιοι, ἐκ νέου, προτείνουν τὸ ὄνομα «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων», καὶ οὕτω καθεξῆς.
Τὸ ἴδιο τὸ ὄνομα, ἑπομένως, ὅπως εἶναι, ἢ ὅπως ἐπιβάλλεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ Σκόπια καὶ παρουσιάζεται στὸν Τόμο τῆς αὐτοκεφαλίας, φαίνεται ἀσυνάρτητο καὶ δὲν ἀντιστοιχεῖ στὴν ἱστορία, στὴν κανονικὴ πρακτικὴ καὶ στὴν παράδοση τῆς ὀργάνωσης στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὡστόσο, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, γιὰ τὸν λαὸ τῆς «Βόρειας Μακεδονίας», τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ὁ τίτλος τῆς Ἐκκλησίας διατηρεῖ τὸ παλιὸ ὄνομα τοῦ κράτους.
Ἡ Συμφωνία τῶν Πρεσπῶν εἶναι προάγγελος τοῦ Τόμου τῆς αὐτοκεφαλίας. Καὶ τὰ δύο ἐπιβλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀμερικανικὴ διοίκηση, ἡ ὁποία στοχεύει στὸ νὰ διαλύσει τὴν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν, ὅπως ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὶς συνέπειες ποὺ προκαλεῖ ὁ Τόμος γιὰ τὴν «Οὐκρανικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» ἀπὸ τὸν αὐθαίρετο Πατριάρχη Βαρθολομαῖο τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἡ διαίρεση τῶν αὐτοκέφαλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν θὰ συνεχιστεῖ. Ἡ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βιαστικὰ καὶ ἀπερίσκεπτα ἀποσύνδεσε περιοχὲς ἀπὸ τὴ σύνθεσή της, ὅπου εἶχε ἀνοικοδομήσει μοναστήρια καὶ ἐκκλησίες γιὰ αἰῶνες, παραχωρώντας τες γιὰ πάντα σὲ ἐκείνους πού, μεταξὺ ὅλων τῶν αὐτοκέφαλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, γιὰ ὁλόκληρα 55 χρόνια (1967-2022), θεωροῦνταν σχισματικοί. Αὐτοὶ ποὺ τῆς προκάλεσαν τὰ μεγαλύτερα προβλήματα μὲ τὴ βοήθεια τῶν κρατικῶν ἀρχῶν. Ἡ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βιάστηκε νὰ δημοσιεύσει, λίγο μετὰ τὴν ἔκδοση τοῦ Τόμου τῆς αὐτοκεφαλίας, στὸ ὀπισθόφυλλο τοῦ περιοδικοῦ «Светосавско звонце» (Svetosavsko zvonce) ἀρ. 9/2023, ἕνα χάρτη τῶν ἐπισκοπῶν της χωρὶς ἐπισκοπὲς στὴν ἐπικράτεια τῆς «Δημοκρατίας τῆς Βόρειας Μακεδονίας». Ἂς μὴ ἐνεργήσει μὲ παρόμοιο τρόπο μὲ τὶς ἐπισκοπές της στὸ Μαυροβούνιο καὶ ἀλλοῦ – Βοσνία-Ἐρζεγοβίνη, Σλοβενία, Εὐρώπη, Ἀμερική, Αὐστραλία – ἐπειδὴ ὑπάρχει ἔλλειψη συνειδητῆς ἐκκλησιαστικῆς-κανονικῆς διοίκησης τῆς Ἐκκλησίας.
Τὶς μοιραῖες συνέπειες τοῦ Τόμου αὐτοκεφαλίας γιὰ τὴ «Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία – Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Ὀχρίδας», ὁ ἐπίσκοπος Εἰρηναῖος (Μπούλοβιτς) προσπαθεῖ νὰ τὶς παρουσιάσει ὡς κάτι καλὸ καὶ χρήσιμο. Σχετικὰ μὲ αὐτό, δημοσιεύθηκε ἄρθρο του στὴν ἐφημερίδα “Ὀρθόδοξος Τύπος” ἀρ. 2407, ἡμερομηνίας 1ης Ἰουλίου 2022, σελ. 1 καὶ 6. Μὲ δημαγωγικό, κηρυκτικὸ τρόπο, ἀλλὰ καὶ ἀδιαμαρτύρητα, ἐκ μέρους τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, προσπαθεῖ μάταια νὰ δικαιολογήσει τὸν Τόμο αὐτοκεφαλίας. Ἔκανε τὸ ἴδιο σὲ συνέντευξη, ὅπου εἶπε: «Ἡ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διατήρησε, δὲν πούλησε καὶ δὲν παρέδωσε τὰ ἱερὰ τῶν Νεμάνια», ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν «Печату» (Pechat) – τὴν ἐφημερίδα τῆς ἐλεύθερης Σερβίας, ἀρ. 744, ἡμερομηνίας 30 Δεκεμβρίου 2022 (σελ. 7-16). Ἐκεῖ λέει ὅτι τὰ «ἱερὰ τῶν Νεμάνια» δόθηκαν στὴ «μακεδονικὴ» ἐκκλησία «γιὰ χρήση», κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι ἀξιοθρήνητο. Ἡ ἔκταση τῆς χειραγώγησης καὶ ἀναλήθειας στὰ ἄρθρα του (στὰ σερβικὰ καὶ τὰ ἑλληνικὰ) φαίνεται στὸ ἄρθρο «Ἐπιζήμιοι οἱ Τόμοι Αὐτοκεφαλίας» (στὰ σερβικὰ καὶ τὰ ἑλληνικά). Προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλλει ἐξουσιαστικὰ τὴ «δική του ἀλήθεια» ἐκ μέρους τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Πατριάρχη Πορφύριου, τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ πνευματικός του ὁδηγός. Γιὰ νὰ πείσει τοὺς Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀφελεῖς, νὰ πιστέψουν τὴν ἱστορία του, ἀναφέρει στὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τὸ ἑξῆς ἐδάφιο (Ἰωάννη 8,32): «Θὰ γνωρίσετε τὴν ἀλήθεια, καὶ ἡ ἀλήθεια θὰ σᾶς ἐλευθερώσει». Τοὺς δίνει νὰ καταλάβουν ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι αὐτὸ ποὺ γράφει.
Ὁ ἐπίσκοπος Μπάτσκας Εἰρηναῖος παρουσιάζει ἀναλήθειες, ὅταν λέει ὅτι ἡ «Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» πρόσθεσε τὸν ὅρο «Ἀρχιεπισκοπὴ Ὀχρίδας» μόλις τὸ 2002, ὅταν ἡ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἵδρυσε καὶ κατέστησε τὴν «Αὐτόνομη Ἀρχιεπισκοπὴ Ὀχρίδας» ὑπὸ τὴ δικαιοδοσία της.
Ἀνωτέρω ἀναφέρεται ἀπὸ πότε ὁ ὅρος «Ἀρχιεπισκοπὴ Ὀχρίδας» εἶναι ἀναπόσπαστο τμῆμα τοῦ ὀνόματος «Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Οἱ φράσεις του «Δὲν ὑπάρχει Ὀχρίδα, εἶναι τόσο ἁπλό», ποὺ δυστυχῶς ὁ «Ὀρθόδοξος Τύπος» χρησιμοποίησε γιὰ τὸν τίτλο τοῦ ἄρθρου του, εἶναι ἐπίσης ἀναληθεῖς. Αὐτὸ τὸ ὄνομα ὑπῆρχε, λοιπόν, ἐδῶ καὶ αἰῶνες καί, ὡς τέτοιο, δὲν περιλαμβάνεται τυχαῖα στὸν Τόμο τῆς αὐτοκεφαλίας, πίσω ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ ὁποίου, στὴν πραγματικότητα, παρουσιάζεται μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη Πορφυρίου. Δὲν τὸ ἔπραξε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων, ὅπως ὁρισμένοι ἐπίσκοποι παραδέχονται ὁμολογώντας ὅτι ὁ Τόμος ἐπιβλήθηκε ἐνάντια στὴ θέλησή τους καὶ ὅτι ἔχουν μείνει ἑπομένως ἔκπληκτοι.
Ὁ Τόμος τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιὰ τὴν αὐτοκεφαλία τῆς «Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας – Ἀρχιεπισκοπὴ Ὀχρίδας» ἐπέτυχε κάτι ποὺ ἀκόμη καὶ οἱ κομμουνιστικὲς ἀρχές, παρὰ τὶς πολλὲς πιέσεις στὴν Ἐκκλησία, ἀπέτυχαν νὰ ἐπιτύχουν. Ὡστόσο, παραμένει τὸ οὐσιῶδες ἐρώτημα: πῶς θὰ τοποθετηθοῦν οἱ τοπικὲς αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ἔναντι αὐτοῦ τοῦ πλαισίου τῆς αὐτοκεφαλίας καὶ ἐὰν ποτὲ θὰ ἐπιτευχθεῖ ὁμόφωνη συναίνεση γιὰ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
Μάταια προσπαθεῖ ὁ ἐπίσκοπος Εἰρηναῖος τῆς Μπάτσκα νὰ δικαιολογήσει τὸ περιεχόμενο τοῦ χορηγηθέντος Τόμου αὐτοκεφαλίας, διότι εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετο πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴ-κανονική, πατερικὴ διδασκαλία, πρακτικὴ καὶ σὲ προηγούμενες ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ὄνομα «Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία – Ἀρχιεπισκοπὴ Ὀχρίδας». Ὅπως: «ὅ,τι ξεκινᾶ μὲ ἀνάρμοστο τρόπο ὁδηγεῖ σὲ ἀνάρμοστο τέλος», σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ποὺ ἀναφέρεται στὸν Κανόνα 19 τῆς Ἕβδομης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787 μ.Χ.).
Τὸ περιεχόμενο τοῦ Τόμου αὐτοκεφαλίας εἶναι ἀντίθετο πρός:
– τὶς πράξεις τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὁ ὁποῖος δὲν διέλυσε τὴ Σερβικὴ Ἐκκλησία, ἀλλὰ τὴ διατήρησε καὶ τὴ διεύρυνε.
– τὴν ἀκλόνητη, κανονικὴ στάση τοῦ Ἁγίου Σάββα, ποὺ ἀκολούθησε ὁ Πατριάρχης Γαβριὴλ (Δόζιτς), ὁ ὁποῖος, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία στὴ Γερμανία, δὲν ἐπέτρεψε τὸν διαμελισμὸ τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Στὸ κλιμάκιο ἀπὸ τὴ «Μακεδονία», τὸ ὁποῖο ἦλθε στὸ Βελιγράδι, γιὰ νὰ ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τὴ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ νὰ δημιουργήσει τὴν «Μακεδονικὴ Ἐκκλησία», ἀπάντησε: «Ὅσο ζῶ, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Σάββα δὲν θὰ διαιρεθεῖ. Θὰ προτιμούσαμε νὰ χάσουμε τὰ κεφάλια μας παρὰ νὰ ὑποκύψουμε στὴν παράνομη πίεσή σας. Δὲν φοβόμαστε γιὰ τὴ στάση μας, τὴν ὁποία θέλουμε νὰ ὑποστηρίξουμε μέχρι τέλους, ὅπως δὲν φοβηθήκαμε οὔτε ὅταν ὁ Χίτλερ κρατοῦσε ἕνα μαχαίρι στὸ λαιμὸ τοῦ λαοῦ μας» (Μνῆμες τοῦ Σερβικοῦ Πατριάρχη Γαβριήλ, Ι, Παρίσι 1974, σ. 17).
– τὴν ἀδιαπραγμάτευτη κανονικὴ θέση τοῦ Πατριάρχη Βικέντιου (Προδάνοβ) στὴν ἄρνησή του νὰ δημιουργήσει «Μακεδονικὴ Ἐκκλησία», τὴν ὁποία πλήρωσε μὲ τὴ ζωή του τὸ 1958.
– τὰ καταδικαστικὰ λόγια, σὰν κατάρες, τῶν Ἁγίων Νικολάου (Βελιμίροβιτς) τῆς Ζίτσας καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς κατὰ αὐτῶν ποὺ θέλουν νὰ ἱδρύσουν «Μακεδονικὴ Ἐκκλησία».
– τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τοῦ 1967 ποὺ ἀπορρίπτει κατηγορηματικὰ τὸ αἴτημα τῆς «Μακεδονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας» γιὰ αὐτοκεφαλία.
– τὴν κανονικὴ κατάσταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἰωάννη Ἀχρίδος, στὸν ὁποῖο ἐκδόθηκε ἡ Ἐπιβεβαίωση (Ἀρ. 172, 24 Μαΐου 2005) ποὺ δηλώνει ὅτι ἐκλέχθηκε «ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος καὶ Μητροπολίτης Σκοπίων, Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Ἐπισκοπικῆς Συνόδου τῆς αὐτόνομης Ὀρθοδόξου Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδος καὶ Ἀρχηγός της… Ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος καὶ Μητροπολίτης Σκοπίων, κύριος Ἰωάννης, εἶναι ὁ κανονικὸς καὶ νόμιμος ἐπικεφαλῆς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδος, τῆς αὐτόνομης Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἐντὸς τοῦ Σερβικοῦ Πατριαρχείου καὶ ὅλοι πρέπει νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν καὶ νὰ τὸν σεβαστοῦν».
– τὴν ἐκκλησιαστικὴ-κανονικὴ διδασκαλία γιὰ τὸ πῶς ἱδρύεται μία αὐτοκέφαλη ἐκκλησία καὶ πῶς ἀντιμετωπίζονται οἱ σχισματικοί.
– τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ «Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» λαμβάνει αὐτοκεφαλία χωρὶς μετάνοια γιὰ τὸ σχίσμα καὶ ἄλλα.
Ὁ ἐπίσκοπος Μπάτσκας Εἰρηναῖος, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Πατριάρχη Πορφυρίου, ἐνεργεῖ παρόμοια μὲ τὸν Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινούπολης, Βαρθολομαῖο. Μέσῳ τῶν Τόμων αὐτοκεφαλίας, ὑπονομεύουν τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ὁμόνοια τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, εἰσάγοντας διχόνοια καὶ δυσαρμονία, ὁδηγώντας σὲ ἀναστάτωση, αὐθαιρεσία καὶ διαιρέσεις, ποὺ ἐκδηλώνονται ὡς κατάσταση μὴ ἰσοτιμίας σὲ θέματα, ὅπως ἡ εὐχαριστιακὴ κοινωνία μεταξὺ τοῦ κλήρου ἐν γένει, μὲ αὐτοὺς στοὺς ὁποίους ἔχει χορηγηθεῖ ὁ Τόμος αὐτοκεφαλίας. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν, γιὰ παράδειγμα, ἔχουν ἐγκρίνει ἐπίσημα τὴν εὐχαριστία μὲ τὸν κλῆρο τῆς «Βόρειας Μακεδονίας», τὴν ὁποία κάποιοι Μητροπολίτες, ὅπως ὁ Σεραφεὶμ Πειραιῶς, δὲν ἀποδέχονται. Σχεδὸν τακτικά, ἐκπρόσωποι τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας παραβρίσκονται σὲ τέτοιες λειτουργίες, ἰδίως στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅλα αὐτὰ ἐμποδίζουν περαιτέρω τὴ σύγκληση Πανορθόδοξης Συνόδου, ἡ ὁποία, γιὰ χάρη ὁμόνοιας καὶ ἑνότητας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πρέπει νὰ ἀκυρώσει τοὺς τόμους γιὰ τὴν «Οὐκρανικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» καὶ τὴν «Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία – Ἀρχιεπισκοπὴ Ὀχρίδας».
Ἀπὸ τὰ προαναφερθέντα, δὲν εἶναι δύσκολο νὰ συμπεράνει κανεὶς ὅτι δύο ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα κακὰ δημιουργοῦν σύγχυση στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν εὐαγγελική της ἀποστολή. Τὸ πρῶτο κακὸ εἶναι ὅταν ὁ «πρῶτος», ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁποιοσδήποτε κληρικὸς τοποθετεῖται πάνω ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, αὐθαίρετα καὶ ἀντικανονικὰ λαμβάνοντας ἀποφάσεις γιὰ σημαντικὰ θέματα τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἄλλο κακὸ εἶναι, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ὑπηρετεῖ κοσμικὲς δυνάμεις καὶ πολιτικούς. Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ παραδείγματα αὐτοῦ εἶναι ἡ μνημόνευση τῆς «Ἐξέγερσης τοῦ Ἴλιντεν» (1903) στὴν Μονὴ Πρόχορ Πτσίνισκι στὸ Ἴλιντεν (τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς τοῦ Ἁγίου Προφήτη Ἠλία) στὶς 2 Αὐγούστου 2023, ὅπου συνῆλθαν: ὁ Ἐπίσκοπος Βρανίας Παχώμιος, ὁ Πρόεδρος τῆς Σερβίας Ἀλεξάνταρ Βούτσιτς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς «Βόρειας Μακεδονίας» Στέβο Πεντάροφσκι, γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὴ χαρὰ ὄχι μόνο ἀλλὰ καὶ λόγῳ τοῦ Τόμου αὐτοκεφαλίας. Κατὰ τὴν εὐκαιρία αὐτή, ὁ Ἀλεξάνταρ Βούτσιτς εὐχαρίστησε δημοσίως τὴ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ τὴν «ἱστορικὴ ἀπόφαση» νὰ χορηγήσει αὐτὸν τὸν Τόμο στὴν «Μακεδονικὴ Ἐκκλησία». Ἀπὸ τὴν ἀρχή, λοιπόν, τῆς ἵδρυσης ἐκείνης τῆς ἐκκλησίας ἕως τὴ χορήγηση τοῦ Τόμου γιὰ τὴν αὐτοκεφαλία της, ἡ «χείρ» τῶν κρατικῶν-πολιτικῶν ἡγετῶν εἶναι συνεχῶς παροῦσα, τόσο ἀπὸ τὰ Σκόπια ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ Βελιγράδι.
Ἂν ἡ «Μακεδονικὴ Ἐκκλησία» καὶ ἡ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς Μητέρα Ἐκκλησία, εἶχαν πρῶτα ἐπιλύσει τὸ ζήτημα τοῦ σχίσματος ἢ τῆς μετάνοιας μὲ κανονικὸ τρόπο, καὶ ἂν εἶχαν ἐξετάσει ποιὸ ὄνομα θὰ ἦταν γενικὰ ἀποδεκτὸ γιὰ τὴ νέα αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, δὲν θὰ ὑπῆρχαν ἀντιρρήσεις.




