Φύσις καὶ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τοὺς Ἕλληνας Πατέρας – 2ον

Share:

Τοῦ κ. Εὐλαλίου Θωμαΐδη, Θεολόγου

ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΜΕΡΟΣ

Γνωμικὸν θέλημα καὶ ἀναγκαιότης εἰς τοὺς Ἕλληνας Πατέρας

  Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐπιλέγει ἐλευθέρως, τουλάχιστον στὸ χριστιανισμό, μεταξὺ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, καθότι ἡ μόνη πραγματικότητα εἶναι τὸ ἀγαθό, δηλαδὴ ὁ Τριαδικὸς Θεός.  Ὁποιαδήποτε προσπάθεια ἐπιλογῆς σημαίνει τὴ χρήση τοῦ γνωμικοῦ ἢ ἀτομικοῦ του θελήματος.  Ὁ ἄνθρωπος, δηλαδή, δὲ γεμίζει τὴν «οὐδέτερη» φύση του, διὰ τῆς χρήσεως τοῦ γνωμικοῦ του θελήματος, μὲ κακίες ἢ μὲ ἀρετές, διότι ἡ ἴδια ἡ φύση εἶναι δημιουργημένη ὡς κάτι τὸ ἀγαθό, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὅπως δείχτηκε στὸ πρῶτο μέρος τοῦ ἄρθρου, εἶναι ἐκ φύσεως ἀγαθὸς[11]. Ἑπομένως, διὰ τῆς μετοχῆς τῶν ὄντων στὸ εἶναι, τὸ ὁποῖο εἶναι ἐκ φύσεως ἀγαθό, τὰ κτίσματα μετέχουν κατ’ ἐνέργειαν τῆς ἀκτίστου θείας πραγματικότητας. Ὁ καθ. Νικόλαος Ξιώνης παρατηρεῖ ὅτι ἡ κατὰ νόμον, δηλαδὴ ἡ κατὰ φύσιν, χρήση τῶν φυσικῶν παθῶν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν κοινωνία μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, δείχνοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν ἀγαθὸ τρόπο ὕπαρξης τῆς ἐλλόγου κτιστῆς φύσεως[12]. Παρατηρεῖται, λοιπόν, τὸ γεγονὸς πὼς ἡ ἀγαθότητα εἶναι φυσικὸ ἰδίωμα καὶ ἀποδεικνύεται τοιουτοτρόπως τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ φύση δὲ δηλώνει κάποια ἀναγκαιότητα, καθὼς αὐτὴ δημιουργεῖται ἀγαθὴ διὰ τῆς θείας δημιουργικῆς δυνάμεως.  Συν­επῶς, ἡ ἄποψη ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ φύση ὑποτάσσεται στὴν ὁρμέμφυτη ἀναγκαιότητα, δὲν εὐσταθεῖ σὲ καμία περίπτωση, διότι ἡ φύση δὲν εἶναι ἁμαρτωλὴ καὶ οὔτε ἀναγκάζει ἕνα ὂν νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, διότι αὐτὴ θέλει νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὑπάρχει. Ἀντίθετη ἄποψη φαίνεται νὰ ἔχει ὁ καθ. Χρῆστος Γιανναρᾶς, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει ὅτι τὸ Ρωμ. 7, 23 («Βλέπω ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου») εἶναι μία ἀπὸ τὶς πολλὲς ἐνδείξεις τοῦ βιβλικοῦ περσοναλισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει διάσπαρτα σὲ ὅλα τὰ χριστιανικὰ κείμενα, καθότι διὰ τοῦ χωρίου αὐτοῦ δηλώνεται ἀπερίφραστα τὸ γεγονὸς τῆς ἀναγκαιότητας τῆς κτιστῆς, ἀλόγου καὶ ἐλλόγου, φύσεως. Πιὸ συγκεκριμένα, ὁ προαναφερθεὶς καθηγητής, ἑρμηνεύοντας τὸ ἀνωτέρω χωρίο τῆς Καινῆς Διαθήκης, σημειώνει ὅτι «ἡ φυσικὴ ἀνάγκη γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῆς ἀτομικότητας ἀντιστρατεύεται ἢ καὶ δεσμεύει τὴν προσωπικὴ ἐλευθερία καὶ ἑτερότητα, ποὺ μόνο ὡς ἀγάπη μπορεῖ νὰ πραγματωθεῖ, πέρα ἀπὸ κάθε φυσικὸ καθορισμὸ καὶ ἀναγκαιότητα.  Ἡ ἐλευθερία τοῦ προσώπου δὲν ἀναιρεῖται, μόνο ἀλλοιώνεται καὶ μεταβάλλεται σὲ ἀντιθετικὴ διάσταση μὲ τὴ φύση, σὲ ἀδιάκοπη διπολικὴ ἀντιθετικὴ φορά, βιώνεται σὰν τραγικὸς διχασμὸς τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης»[13].

  Σύμφωνα, ὅμως, μὲ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης, τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀντιτάσσεται καὶ ἐναντιώνεται στὸν νόμο τοῦ ἄκτιστου Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ ἴδια ἡ φύση. Τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν προαιρετικὴ καὶ τὴ διανοητικὴ δύναμη τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑπακούει ἐλευθέρως καὶ πειθήνια τὸ θέλημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης δύναται καὶ νὰ Τοῦ ἐναντιώνεται, λόγω τῆς κακῆς καὶ ἄρα ἰδιοτελοῦς χρήσης τοῦ φυσικοῦ αὐτεξουσίου. Τὸ φρόνημα, ὅπως ἀναλύεται ἀπὸ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο, δὲ μπορεῖ νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴ σημασία τῆς λέξεως «φρονεῖν», καθὼς τὸ ρῆμα «φρονῶ» σημαίνει καὶ ταυτίζεται ἐννοιολογικὰ καὶ σημασιολογικὰ μὲ τὸ ρῆμα «νοῶ»[14]. Τοῦτο, ἀκολούθως, σημαίνει ὅτι τὸ σαρκικὸ φρόνημα εἶναι ἀπότοκο καὶ προϊὸν τῆς νοητικῆς, καὶ πιὸ συγκεκριμένα τῆς προαιρετικῆς διαδικασίας, δηλονότι τῆς ἑκούσιας γνωμικῆς – προσωπικῆς, ἀρνήσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲ μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν ὁποία δημιούργησε φύσει καλὴ ὁ Θεός.  Ἔτσι, γίνεται ἀντιληπτὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ σαρκικὸ φρόνημα δὲν εἶναι μία ἔμφυτη καὶ ὁρμέμφυτη φυσικὴ ἀναγκαιότητα, ἡ ὁποία εἶναι ἀπόρροια καὶ λογικὴ συνέπεια τῆς κτιστότητας καὶ τῆς ὑλικότητας τοῦ ἀνθρώπου.  Ἐὰν τὸ σαρκικὸ φρόνημα εἶναι ἔμφυτο στὸν ἄνθρωπο, τότε θὰ πρέπει νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὴν ἴδια τὴν κακία, πρᾶγμα ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε τὴν ὀρθόδοξη θεολογία στὴν ἀποδοχὴ μανιχαϊστικῶν ἀντιλήψεων, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὁποιαδήποτε θεώρηση τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος ὡς κατὰ φύσιν ὑπάρχοντος ἐντὸς τῆς ἀνθρωπότητας, θὰ ὁδηγοῦσε ἀναπόφευκτα στὴν ἀποδοχὴ τῆς κοσμοθεωρίας τοῦ δυϊσμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται ὅτι ὑφίσταται μεταξὺ τῆς ὕλης καὶ τοῦ πνεύματος. Πρόκειται γιὰ δύο διαφορετικοὺς κόσμους, οἱ ὁποῖοι συγκρούονται ἀενάως μεταξύ τους, λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι τὰ τοῦ πνεύματος θέλουν καὶ ὀρέγονται τὰ τοῦ πνεύματος καὶ τὰ τοῦ σώματος θέλουν καὶ ὀρέγονται τὰ τοῦ σώματος.  Τὸ πνεῦμα ἐμποδίζεται πρὸς τὴν ἄνοδο τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, ἐξαιτίας τῶν ὑλικῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ σώματος.  Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ δυαρχία ἀπορρίπτεται διαρρήδην ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν πατερικὴ γραμματεία.

  Ἐπιπλέον, οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦν τὴν ἁμαρτία ὡς ἀποτέλεσμα τῆς διαστροφῆς τοῦ νοὸς καὶ ὄχι ὡς τὴ σωματικότητα, δηλαδὴ τὴν ὑλικότητα[15]. Ὡς ἐκ τούτου, τὸ σαρκικὸ φρόνημα συνδέεται μὲ τὴν προαίρεση, δηλαδὴ μὲ τὸ γνωμικὸ θέλημα, καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση.  Στὴν πραγματικότητα, τὸ σαρκικὸ φρόνημα εἶναι τὸ νὰ ἐπιθυμεῖ ὁ γνωμικὰ θέλων, δηλαδὴ ὁ ἰδιοτελὴς καὶ διεστραμμένος νοῦς, τὰ μὴ ὄντα καὶ νὰ ἀποστρέφεται τὰ ὄντα[16].

  Ἔτσι, καθίσταται σαφὲς ὅτι τὸ γνωμικὸ θέλημα, τὸ ὁποῖο ἑρμηνεύεται ὡς παράχρηση καὶ διαστροφὴ τοῦ φυσικοῦ θελήματος, εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο εἰσάγει τὴν ἀναγκαιότητα στὸ μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο, λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι αὐτὸ μερίζει τὴν κοινὴ ἀνθρώπινη φυσικὴ ἐλευθερία καὶ βούληση, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο φαίνεται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη καθημερινῶν διλημμάτων, τριλημμάτων καὶ γενικὰ μυριάδων πολυλημμάτων.  Αὐτὴ ἡ ἀπειρότητα τῶν ἐπιλογῶν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ λήθη τοῦ Θεοῦ, καθὼς τὸν ἐγκλωβίζει στὴν παροῦσα φάση τῆς μεταπτωτικῆς, δηλαδὴ τῆς χωροχρονικῆς ὑλώδους, ζωῆς.  Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ τὰ ἀνωτέρω, ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐκδηλώνεται μὲ τὸ γνωμικὸ θέλημα, διότι ἡ γνώμη, τὸ γνωμικὸ θέλημα καὶ ἡ προαίρεση δηλώνουν ἄγνοια, διαστροφὴ καὶ ἀντικατάσταση τῆς ἤδη ὑπάρχουσας πραγματικότητας μὲ τὴ φαντασία, δηλαδὴ μὲ μία θεώρηση τῆς πραγματικότητας, τὴν ὁποία θὰ ἐπιθυμοῦσε ὁ φορέας τοῦ γνωμικοῦ θελήματος νὰ ὑπάρχει, δίχως, ὅμως, αὐτὴ νὰ ὑφίσταται πραγματικά.  Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἡ ἄπειρη δυνατότητα πραγματώσεως πολλῶν διαφορετικῶν ἐπιλογῶν ἐντὸς τοῦ ροώδους χρόνου καὶ τοῦ περιγραπτοῦ τόπου, ἀλλὰ εἶναι ἡ ἑκούσια ἄρνηση ὁποιασδήποτε ἐπιλογῆς, διαφοροποίησης καὶ αὐτονομίας ἔναντι τοῦ Θεοῦ[17]. Ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία εἶναι ἡ ἄρνηση ὁποιασδήποτε ἐπιλογῆς, ὄχι βεβαίως μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ ἄνθρωπος θὰ ὑποκύπτει ἀνεξετάστως στοὺς ἠθικοὺς κανόνες καὶ στὶς πεπερασμένες ἀντιλήψεις διαφόρων πολιτικῶν, ἠθικῶν, κοινωνικῶν, ἀνθρωπιστικῶν καὶ θρησκευτικῶν συστημάτων, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπεμπόλησης τοῦ κοσμικοῦ – σαρκικοῦ φρονήματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο κατορθώνεται μονάχα διὰ τῆς τηρήσεως τῶν θείων ἐντολῶν.

Σημειώσεις;

[11] ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Διάλογος πρὸς Πύρρον, PG 91, 308D: «Ἡμεῖς μέν γάρ ἁπλῶς φύσει καλοῦ φυσικῶς ἔχομεν τήν ὄρεξιν· τοῦ δέ πῶς καλοῦ πεῖραν διά ζητήσεως καί βουλῆς. Καί διά τοῦτο ἐφ᾿ ἡμῶν καί γνώμη προσφυῶς λέγεται, τρόπος οὖσα χρήσεως, οὐ λόγος φύσεως· ἐπεί καί ἀπειράκις μετέβαλεν ἡ φύσις».  Βλ. ἐπίσης Γ. Καραλής, Ἡ μωρία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ σοφία τοῦ ἀνθρώπου. Διαδρομές μεταξύ Θεολογίας καὶ πνεύματος τῆς ἐποχῆς, ἐκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 2017, σελ. 247 – 294. [12] Ν. Ξιώνης, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅτι καὶ Θεὸς καὶ ἐκ Θεοῦ κατὰ φύσιν, ἐκδόσεις Ἔννοια, Ἀθήνα 2018, σελ. 275. [13] Χρ. Γιανναρᾶς, Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἤθους, ἐκδόσεις Ἴκαρος, Ἀθήνα 2002, σελ. 28. [14] ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Πρός τά Ἀπολλιναρίου Ἀντιρρητικός, PG 45, 1137BC: «ὁ τοίνυν λέγων ἄνθρωπον εἶναι τὸν προσειλημμένον, ἔμψυχον δὲ τοῦτον διδοὺς οὐδὲν ἕτερον ἢ καὶ νοητὴν αὐτῷ προσεμαρτύρησε δύναμιν, ὅπερ ἴδιον τῆς ἀνθρωπίνης ἐστὶ ψυχῆς, ἐξ αὐτῶν, ὧν παρέ­θετο ἡμῖν, τῶν τοῦ ἀποστόλου ῥημάτων· ὁ γὰρ εἰπὼν ὅτι Τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς ἔχθρα εἰς Θεόν (τῷ γὰρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται) τῆς προαιρετικῆς τε καὶ διανοητικῆς δυνάμεως ἐναργῆ τὰ ἰδιώματα λέγει· τὸ γὰρ ἐπιπειθῶς ἢ ἀντιτύπως πρὸς τὸν νόμον ἔχειν προαιρέσεως ἴδιον αὐτό τε τὸ τοῦ φρονήματος ὄνομα οὐκ ἄν τις τῆς κατὰ τὸ φρονεῖν ἐνεργείας ἀποχωρίσειε. τὸ δὲ φρονεῖν ταὐτὸν εἶναι τῷ νοεῖν οὐδ’ ἂν τῶν κομιδῇ τις νηπιαζόντων ἀντείποι· ὅ τε ἀντιστρατευόμενος καὶ αἰχμαλωτίζων πῶς ἂν τῆς ἐνεργείας τοῦ νοεῖν ἀμοιρήσειεν; οὐ γὰρ τὸ πρὸς τὰ φαῦλα κινεῖ­σθαι τοῖς κακοῖς τὴν προαίρεσιν ἀπόδειξις τοῦ μὴ εἶναι νοῦν ἐν ἐκείνοις ἐστίν, ἀλλὰ καλῆς μὲν διανοίας ἐκτός εἰσι, νοοῦσι δὲ ὅμως· ἐπεὶ καὶ τὸν ὄφιν ἐκεῖ­νον, ὃν δὴ τῆς κακίας ἀρχηγὸν καὶ εὑρετὴν παρὰ τῶν γραφῶν ἐδιδάχθημεν, οὐκ ἀνόητον εἶναί φησιν ὁ θεόπνευστος λόγος, πλεί­ονα τῶν ἄλλων προσμαρτυρῶν τούτῳ τὴν φρονιμότητα». [15] Ν. Ματσούκας, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Α’.Εἰσαγωγὴ στὴ θεολογικὴ γνωσιολογία, {φιλοσοφικὴ καὶ θεολογικὴ βιβλιοθήκη – 2}, ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 87-100 καὶ τοῦ Ἰδίου, Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς-Βυζαντινῆς-Δυ­τικοευρωπαϊκῆς. Μὲ σύντομη εἰσαγωγὴ στὴ Φιλοσοφία, {φιλοσοφικὴ καὶ θεολογικὴ βιβλιοθήκη – 47}, ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 367 – 381. [16] Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Λόγος κατὰ Ἑλλήνων, PG 25, 9Β – 12Α. [17] Γ. Παναγόπουλος, Ὀρθόδοξο δόγμα καὶ Θεολογικὸς ἐκσυγχρονισμός, Σύγχρονα θεολογικὰ ρεύματα στὴν Ἑλλάδα, ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθήνα 2017, σελ. 177 – 179.

Previous Article

Τό ἑλληνικό Σϋνταγμα, ὁ προφήτης Ἀμώς καί ὁ κυρίαρχος λαός

Next Article

Τὰ περὶ τοῦ Θεοῦ ἐρωτήματα