Τοῦ κ. Δημητρίου Χρυσοχοΐδη
Ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου καὶ τῆς ἀνάκλησης στὴ μνήμη μας τῶν δεινῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ τρόπου ποὺ στάθηκε ἔναντι αὐτῆς τῆς ἱστορικῆς δοκιμασίας ὁ λαός μας, ὁ πόλεμος καὶ ὅσα συμβαίνουν στὴν Παλαιστίνη γεννοῦν ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὸν ρόλο τῆς Ἑλλάδος στὴν περιοχή. Οἱ ἐν λόγῳ (καὶ ὄχι μόνο) ἱστορικὲς ἐμπειρίες καὶ μνῆμες ποὺ διαμόρφωσαν καὶ ἀνέδειξαν τὸν βαθύτερο χαρακτήρα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν θὰ ἔπρεπε, διὰ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ καὶ δημοκρατικοῦ πολιτικοῦ συστήματος, νὰ θέτουν τὸ πλαίσιο τῆς ὑψηλῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς χώρας μας; Τιμᾶ ἆραγε ἡ στάση ποὺ κρατᾶμε ἔναντι τῆς βιαιότητας τοῦ πολέμου στὴν Παλαιστίνη καὶ στὸν Λίβανο, τὶς θυσίες καὶ τοὺς ἀγῶνες τῶν ἡρώων τοῦ σαράντα; Ἔχει σημασία, σὲ θεσμικό ἐπίπεδο, ὁ λαὸς καὶ αὐτὰ ποὺ θέλει νὰ πεῖ γιὰ τὴν Κυβέρνηση καὶ τὸ πολιτικὸ σύστημα ἐν γένει; Ἡ ἀρχὴ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, δηλαδὴ ἡ καλούμενη καὶ ὡς φωνὴ τοῦ λαοῦ ἀπὸ τοὺς συνταγματολόγους, δὲν ἀποτελεῖ θεμελιώδη ἀρχὴ τοῦ ἑλληνικοῦ συντάγματος;
Ὁ σκοπὸς ποὺ γράφονται αὐτὲς οἱ γραμμὲς δὲν εἶναι, γιὰ νὰ ἀπαντηθοῦν “ῥητορικὰ” ἐρωτήματα, οὔτε βεβαίως γιὰ νὰ ἐπηρεάσουν καὶ ἐν τέλει νὰ ὁδηγήσουν σὲ κάποιου εἴδους ἀλλαγὴ πολιτικῆς. Πρέπει, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν σφαῖρα τῶν ψευδαισθήσεων, ἂν ἐπιθυμοῦμε τουλάχιστον νὰ ἀντιληφθοῦμε τί πραγματικὰ συμβαίνει στὸ σπίτι καὶ στὴν γειτονιά μας. Ἡ ἐποχή μας εἶναι μία μετα‒κοινωνικὴ ἐποχὴ, ἢ καλύτερα μία μετα‒συλλογικὴ ἐποχή. Κείμενα σὰν αὐτὸ, λόγοι καὶ ἡ ὅποια ἐπιχειρηματολογία δὲν ἔχουν τὴν δύναμη νὰ προκαλέσουν τέτοιου εἴδους ἀλλαγές. Τὰ κοινωνικὰ ἀντανακλαστικὰ ποὺ θὰ συνέβαλλαν σὲ αὐτὸ, ἀσκῶντας πίεση στὴν πολιτικὴ ἐξουσία, ἁπλῶς δὲν ὑφίστανται, διότι δὲν ὑπάρχει κοινωνία μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ζωντανοῦ συλλογικοῦ ὀργανισμοῦ. Οἱ αἰτίες εἶναι, λίγο ἔως πολὺ, γνωστὲς σὲ ὅλους μας. Ἕνα εἶναι σίγουρο· στὶς ἡμέρες μας βιώνουμε τὶς συνέπειες τῆς ὁλοκληρωτικῆς κατάρρευσης κάθε ἀξιακοῦ πυλώνα ποὺ κρατοῦσε στὴ ζωὴ τὴν συλλογικότητα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἡ παραλυσία γιὰ τὴν ὁποία ἔγραφε ὁ Μακρυγιάννης εἶναι ἐδῶ.
Θέλοντας νὰ τονίσει τίς εὐθύνες ποὺ ἔχει ἐκεῖνος ποὺ βρίσκεται στὴν ἡγεσία, ὁ ἑλληνικὸς λαός, μὲ τὴν σοφία του, κάνει λόγο γιὰ τὸ ψάρι ποὺ βρωμάει ἀπὸ τὸ κεφάλι. Τὸ διάτρητο τοῦ πολιτικοῦ συστήματος, κυρίως ὡς πρὸς τὴν ἔξωθεν ἐπιῤῥοὴ, ἔχει καταδικάσει τὴν Πατρίδα μας σὲ ἀνθελληνικὴ διακυβέρνηση ἀπὸ τὴν δολοφονία τοῦ Καποδίστρια μέχρι σήμερα, ἀλλὰ παράλληλα ἔχει στερήσει καὶ ἀπὸ τὸν κόσμο τὶς εὐεργεσίες μιᾶς αὐθεντικὰ ἑλληνικῆς καὶ ὀρθόδοξης πολιτικῆς καὶ διπλωματίας. Ὅποτε ‒καὶ ἂν‒ ἐπιτρέψει ὁ Θεός, ἡ ὅποια λύση στὸ πρόβλημα ποὺ ἀντιμετωπίζει, καθ’ ὅλη τὴν ἱστορική του διαδρομὴ στὴν νεώτερη ἐποχή, ὁ Ἑλληνισμὸς, δὲν μπορεῖ νὰ μὴ περιλαμβάνει τὴν πτώση αὐτοῦ τοῦ καταστρεπτικοῦ καθεστῶτος γιὰ τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ἐπιβίωσή του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ γενικότερο καλὸ τοῦ κόσμου. Πιὸ εὔκολα πραγματοποιήσιμη νὰ θεωροῦμε, εἶχε πεῖ ἕνας ἱστορικὸς σὲ συνέντευξή του, τὴν ἀνακατάληψη τῆς Πόλης ἀπὸ τὸ ξερίζωμα τοῦ διεφθαρμένου ἑλληνικοῦ πολιτικοῦ συστήματος. Θὰ μπορούσαμε ἆραγε νὰ καταλήξουμε στὸ συμπέρασμα, μετὰ τὴν παραπάνω συλλογιστική, ὅτι μία ἐθνικὴ τραγωδία στὰ μέτρα τοῦ 1974, μὲ τὶς ὅποιες συνέπειές της, θὰ ἔχει, πέραν τοῦ ὅτι φαίνεται νὰ εἶναι προδιαγεγραμμένη, καὶ τὰ “καλά” της; Νομίζω πὼς βρισκόμαστε, ὡς χώρα καὶ κοινωνία, σὲ τέτοια ὁλικὴ ἀποσύνθεση ποὺ δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ κάνουμε τὸ αὐτονόητο· νὰ ἀπαντήσουμε δηλαδὴ μὲ κατηγορηματικὸ τρόπο ἀρνητικά.




