2ον
Ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος ἔχει ἐντελῶς διαφορετικὴ στάση ζωῆς καὶ διαφορετικὸ τρόπο ἀντιμετώπισης τῶν προβλημάτων ποὺ δημιουργοῦνται ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἄλλες ἐπιλογὲς καὶ δὲν ἔχουν ἰδέα ἀπὸ ἀρετὴ καὶ πνευματικότητα. Εἶναι ἀνυποχώρητος στὶς ἀνωμαλίες τῆς ζωῆς, «πετάει πάνω ἀπὸ τὰ δίκτυα τῆς κακίας» καὶ δὲν αἰσθάνεται ἐνόχληση ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς λυπηρά. Βρίσκεται σὲ ἀπόσταση καὶ δὲν συμμετέχει στὶς καθημερινὲς μεταβολὲς ποὺ προκαλοῦν ἀνεύθυνοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπεύθυνοι κάποτε, συνάνθρωποί του. Μοιάζει μὲ ἐκεῖνον ποὺ στέκεται πάνω σ’ ἕνα βράχο στὴ θάλασσα καὶ ἀνενόχλητος παρακολουθεῖ τὰ κύματα, ποὺ κτυποῦν στὸ βράχο καὶ διαλύονται σὲ ἀφρούς, χωρὶς νὰ τὸν ἐπηρεάζουν. Ἀντίθετα, ἐξασφαλίζει ἡσυχία, ἀπολαμβάνει τὴ γαλήνη τῶν δικῶν του σκέψεων καὶ κατανοεῖ ὅτι τὰ πράγματα τῆς παρούσης ζωῆς ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ὅπως τὰ νερὰ τῶν ποταμῶν ποὺ τρέχουν μὲ εὐκολία καὶ ὁρμή, παρασέρνοντας κάποτε καὶ διάφορα ἔργα ἀνθρώπων ποὺ εἶναι κοντὰ στὶς κοῖτες τους,4 ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος.
Ἴσως μερικοὶ διερωτηθοῦν, γιατὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸ δρόμο τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, ἀπὸ ποιὰ κίνητρα; Τὶ θὰ πετύχουν, ποιὰ ὠφέλεια θὰ ἔχουν, ὅταν θὰ ἀπαρνηθοῦν τόσα ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τόσες ἀπολαύσεις καὶ ἡδονές; Ὁ Ἅγιος μᾶς τονίζει ὅτι ἡ ὑπόσχεση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ βασανιστήρια τῆς κολάσεως πρέπει νὰ ἔρχονται συχνὰ στὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, γιατὶ τὸν παιδαγωγοῦν καὶ τὸν ὁδηγοῦν πρὸς ἐκεῖνα, ποὺ πρέπει νὰ ἐφαρμόζει στὴ ζωή του. Ἀλλὰ τὸ βασικὸ κίνητρο πρέπει νὰ εἶναι «ἡ καθαρὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε ὁ Παῦλος»5.
Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀρετῆς ἀγαπάει τὸν Χριστὸ καὶ θυσιάζει τὰ πάντα γι’ Αὐτόν. Ἡ μὴ ζῶσα πίστη καὶ οἱ ἐξωτερικοὶ τύποι τῆς εὐσέβειας, χωρὶς βαθύτερο περιεχόμενο, δὲν πρέπει νὰ ἔχουν θέση στὸν πνευματικό του ἀγώνα, γιατὶ τοῦ δημιουργοῦν τὴν ψεύτικη βεβαιότητα ὅτι ἔχει ἐξασφαλισμένα τὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Οὔτε πάλι ἡ ἀπογοήτευση ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του πρέπει νὰ τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἀποδοχὴ ὅτι εἶναι ἄξιος αἰωνίων τιμωριῶν. Πάντα ὑπάρχει ἡ δυνατότητα τῆς διάψευσης τῶν πικρῶν προβλέψεων.
Ἀνεπηρέαστος πρέπει νὰ μένει ὁ ἐργάτης τῆς ἀρετῆς ἀπὸ τοὺς εὔκολους καὶ συχνὰ ἐπιπόλαιους ἐπαίνους τῶν γνωστῶν του. Νὰ τοὺς ἀκούει μὲ ἀδιαφορία καὶ νὰ τὸν ἀπασχολεῖ μόνο ὁ ἔπαινος τοῦ Θεοῦ. Στὸν πνευματικὸ ἀγώνα πρέπει νὰ ὑπάρχει ἡ ταπεινοφροσύνη, ποὺ εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος τῆς πνευματικῆς οἰκοδομῆς. «Αὐτὴ εἶναι ποὺ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ πέσει οὔτε ἀπὸ τὴ σφοδρότητα τῶν ἀνέμων, οὔτε ἀπὸ τὴν ὁρμὴ τῆς βροχῆς, ἀλλὰ τὴν καθιστᾶ ἀνώτερη ἀπὸ κάθε ἐπιβουλὴ καὶ τὴν ἀναδεικνύει ἀκαταμάχητη, σὰν νὰ εἶναι κατασκευασμένη ἀπὸ διαμάντι»6.
Σημειώσεις:
4. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Α΄, Ἀθήνα 1993, σελ. 585. 5. Ὅπ. παρ., σελ. 577. 6. Ὅπ. παρ. σελ. 581.
Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης




