Σχόλιον εἰς τήν ἀφαίρεσιν τοῦ Ἐσταυρωμένου πίσω ἀπό τήν Ἁγίαν Τράπεζαν
Ἐλλείψει πολιτικῶν ἀντιπαραθέσεων στὴν πατρίδα μας, μίας καὶ ἰδεολογικὰ συμπλέουν ὅλα τὰ μεγάλα κόμματα πρὸς τὴν ἔλευση τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων καὶ γιὰ τὸ μόνο ποὺ ἐρίζουν εἶναι ποιὸς ἄφησε «μαξιλαράκι» σὲ ποιόν, βρήκαμε στὴν Ἐκκλησία αἰτία ἀντιπαραθέσεων καὶ δημιουργίας παρατάξεων: Ποιὸ ἆραγε εἶναι σημαντικότερο γεγονὸς γιὰ τὴ σωτηρία μας; Ἡ σταύρωση ἢ ἡ ἀνάσταση;
Μάλιστα, λένε, ὅτι οἱ καθολικοὶ ἔχουν ὡς σημαντικότερη τὴν σταύρωση, γιατί γι’ αὐτοὺς ἡ σωτηρία εἶναι νομικὸ ζήτημα, ὁπότε ἀφοῦ μὲ τὴν σταύρωση ὁ Κύριος πλήρωσε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ ξεχρέωσε, τελείωσε ἐκεῖ τὸ θέμα τῆς σωτηρίας μας καὶ ἄρα ἡ σταύρωση εἶναι τὸ σημαντικότερο γεγονός. Ἐνῷ ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι ἔχουμε ὡς σημαντικότερο γεγονὸς τὴν Ἀνάσταση, διότι γιὰ ἐμᾶς ἡ σωτηρία δὲν εἶναι νομικὸ ζήτημα, ἀλλὰ ὀντολογικό, ὁπότε ἡ σωτηρία μας συνίσταται στὴν νίκη ἀπέναντι στὸν θάνατο, ἡ ὁποία ἐπετεύχθη μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.
Αὐτὴν τὴν διχαστικὴ λογικὴ χρησιμοποίησε καὶ ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου, γιὰ νὰ βγάλει τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα τῶν ἐκκλησιῶν τῆς περιφέρειάς του. Ὁ ὑπερτονισμὸς τῆς σταύρωσης, εἶπε, εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν καθολικῶν. Ἐγὼ ἔβγαλα τὸν σταυρό, εἶπε, γιὰ νὰ τονίσω τὴν Ἀνάσταση.
Καὶ βγῆκαν καὶ ἄλλοι ἱερεῖς(1) καὶ ἀρχιερεῖς(2) νὰ ὑποστηρίξουν αὐτὴν τὴν λογική, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἔχουν μαθητεύσει δίπλα σὲ σύγχρονους ἁγίους (3) (οἱ ὁποῖοι ἅγιοι βέβαια μία χαρὰ ἁγίασαν, τελώντας τὴν θεία Λειτουργία μὲ τὸν ἐσταυρωμένο πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα), παρ’ ὅλ’ αὐτά, ἐνῷ συχνὰ πυκνὰ ἀναφέρονται στὶς ὁμιλίες τους στὶς ἐμπειρίες τους ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἁγίους, γιὰ τὸ συγκεκριμένο ζήτημα κάνει ἐντύπωση ὅτι δὲν παραπέμπουν στοὺς ἁγίους, ἀλλὰ στὴν μόρφωση ποὺ ἀπέκτησαν οἱ ἴδιοι.
Ἀπροσδόκητα λοιπὸν γιὰ μερικούς, ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου βρῆκε ὑποστήριξη ἀπὸ προβεβλημένους ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς ὑπεράνω ὑποψίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπροσδόκητα, διότι τὸ ἔδαφος ἔχει προλειανθεῖ ἤδη στὶς θεολογικὲς σχολές. Αὐτὴ ἡ διχαστικὴ λογική τοῦ τί εἶναι σημαντικότερο (ἡ οὐσία ἢ τὸ πρόσωπο, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς ἢ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ σταύρωση ἢ ἡ ἀνάσταση κλπ) ἔχει καλλιεργηθεῖ ἤδη στὶς θεολογικὲς σχολὲς καὶ μάλιστα, γιὰ νὰ ἀποδοθεῖ καὶ ὀπαδικὴ χροιὰ στὴν ἀντιπαράθεση, τὰ μὲν ἔχουν ἀποδοθεῖ στοὺς καθολικοὺς καὶ τὰ δὲ στοὺς ὀρθοδόξους. Τὸ ὅτι οἱ καθολικοὶ ὅμως κάνουν κάποια σφάλματα δὲν σημαίνει ὅτι ἐμεῖς γιὰ νὰ εἴμαστε ὀρθόδοξοι πρέπει νὰ πᾶμε στὸ ἄλλο ἄκρο καὶ νὰ κάνουμε τὰ ἀκριβῶς ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ κάνουν αὐτοί. Αὐτὸ εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸ τῶν αἱρέσεων. Κινοῦνται στὰ ἄκρα. Ἡ μία αἵρεση πάει στὸ ἕνα ἄκρο καὶ ἡ ἄλλη αἵρεση πάει στὸ ἄλλο ἄκρο.
Αὐτὰ ὅμως εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀκαδημαϊκῆς ἐνασχόλησης μὲ τὴν θεολογία. Καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι ἀκαδημαϊκὴ ἡ ἐνασχόληση μὲ τὰ ζητήματα αὐτά, δὲν ἔχουν κανένα πρόβλημα τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ θεωροῦν αὐτὲς τὶς ἀντιθέσεις, ἀλλὰ καὶ ἄλλες πολλές, ἀκόμα καὶ τὸ φιλιόκβε, τοπικὲς παραδόσεις τῆς κάθε ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες δὲν μᾶς ἐμποδίζουν νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι ὅλοι μαζὶ σὲ μία Ἐκκλησία.
Ἀπὸ τὴ μία δηλαδὴ πιάνονται ἀπὸ κάποια σωστὰ καὶ ὑπερτονίζουν τὶς διαφορές, ὑποστηρίζοντας δῆθεν τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, δίνοντάς σου νὰ καταλάβεις ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι μὲ τοὺς καθολικοὺς κινούμαστε σὲ τελείως διαφορετικὸ μῆκος κύματος, γιὰ νὰ κερδίσουν ἔτσι τὴν ἐμπιστοσύνη σου ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ θεματοφύλακες τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἐργάζονται γιὰ τὴν ἄμεση ἕνωσή μας μὲ αὐτοὺς, μὲ τοὺς ὁποίους μᾶς χωρίζει χαώδης διαφορά, σύμφωνα μὲ τὰ δικά τους λεγόμενα.
Αὐτὴ ἡ ἀντιφατικὴ λογικὴ (δεῖγμα τῆς πλάνης; δεῖγμα τῶν σκοπιμοτήτων ποὺ ἐξυπηρετοῦν;) διέπει ὅλη τους τὴν σκέψη καὶ τὴν ἐπιχειρηματολογία.
Γιὰ παράδειγμα ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου, γιὰ νὰ ὑποστηρίξει τὴν ἀφαίρεση τοῦ Ἐσταυρωμένου πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ νὰ τοποθετήσει ἐκεῖ τὸ σύνθρονο, μᾶς παραπέμπει σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία δὲν εἶχε διαμορφωθεῖ ἀκόμη τὸ τέμπλο στὶς ἐκκλησίες καὶ παράλληλα, γιὰ νὰ μὴ κατηγορηθεῖ ὅτι θέλει νὰ ἀποβάλει τελείως τὸν Ἐσταυρωμένο ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, ὑποστηρίζει ὅτι ἡ θέση του εἶναι ἐπάνω στὸ τέμπλο, στὴν κορυφὴ τοῦ τέμπλου, σὲ ἕνα σημεῖο δηλαδὴ τὸ ὁποῖο σύμφωνα μὲ τὸ προηγούμενο ἐπιχείρημά του, δὲν ὑφίσταται κἄν σὰν σημεῖο!
Μιλᾶμε δηλαδὴ ὄχι ἁπλῶς γιὰ χαμηλοῦ ἐπιπέδου ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ γιὰ ἐπιχειρήματα ποὺ ὑποτιμοῦν τὴν νοημοσύνη σου καὶ σὲ κάνουν νὰ αἰσθάνεσαι ὅτι ὁ ἄλλος σὲ κοροϊδεύει καὶ προσπαθεῖ νὰ σὲ ἐξαπατήσει μπροστὰ στὰ μάτια σου.
Καὶ μάλιστα λέει ὅτι ὁ Ἐσταυρωμένος ἐκεῖ ἐπάνω στὴν κορυφὴ τοῦ τέμπλου πρέπει νὰ ἔχει καὶ κάποια κλίση πρὸς τὰ κάτω, ἔτσι ὥστε νὰ κοιτάζει τὰ τελούμενα!
Ποιὰ τελούμενα νὰ κοιτάζει; Τὰ τελούμενα συμβαίνουν πίσω του, ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου τὸν βγάλατε! Ἂν θέλατε νὰ κοιτάζει τὰ τελούμενα (ποὺ δὲν εἶναι κἄν αὐτὸ τὸ θέμα μας) θὰ τὸν ἀφήνατε στὴ θέση του, στὴν Ἁγία Τράπεζα, ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου τελοῦνται τὰ τελούμενα.
Δὲν εἶναι λοιπὸν ὅτι θέλετε νὰ κοιτάζει τὰ τελούμενα, θέλετε ἁπλῶς νὰ τὸν βγάλετε ἀπὸ τὸ ἱερό. Καὶ τὸν βάζετε, λέτε, πάνω στὸ τέμπλο. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ προσωρινὰ τὸν βάζετε, διότι γιὰ νὰ δημιουργήσετε τὴν παλαιοχριστιανικὴ δομὴ ποὺ θέλετε, μὲ τὸ σύνθρονο μέσα στὸ ἱερό, ἀμέσως μετὰ θὰ ἀφαιρέσετε καὶ τὸ τέμπλο (ἰδίως γιὰ τὴν ἀφαίρεση τοῦ τέμπλου… ἐκεῖ εἶναι ποὺ ἔχουμε ἕνα σωρὸ ἐπιχειρήματα… νὰ συμμετέχει καὶ ὁ λαὸς πιὸ ἐνεργὰ στὴ λατρεία καὶ ἄλλα πολλὰ) καὶ τελικὰ θὰ ὑποστεῖ καὶ δεύτερη δίωξη ὁ Ἐσταυρωμένος.
Καὶ ποῦ θὰ τὸν πᾶμε τελικά; Στὸν Νάρθηκα! Διότι ἐκεῖ τὸν εἶδε ἕνας προβεβλημένος καὶ γνώστης τῶν πραγμάτων ἱερέας ποὺ πῆγε στὸ Ἅγιο Ὄρος.
Πρέπει, λέει, νὰ προσκυνοῦμε τὴν σταύρωση καὶ νὰ τὴν ἀφήνουμε πίσω μας, διότι δὲν σῴζει ἡ σταύρωση, ἀλλὰ ἡ ἀνάσταση! Στὸν νάρθηκα λοιπόν, μαζὶ μὲ τοὺς κατηχούμενους καὶ τοὺς μετανοοῦντες! Ἐκεῖ τοῦ πρέπει! Καὶ ἐμεῖς ἀπερίσπαστοι πλέον θὰ προχωρήσουμε πρὸς τὴν Ἀνάσταση.
Ὅλα καλὰ τὰ κανονίσαμε. Μόνο ποὺ μᾶς ξέφυγε μία λεπτομέρεια. Στὸ ἀντιμήνσιο ποὺ ἀνοίγουμε πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, γιὰ νὰ τελέσουμε τὴν Θεία Λειτουργία, ἀναπαρίσταται τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν ἀποκαθήλωση, νὰ τὸ περιποιοῦνται οἱ δικοί του ἄνθρωποι, πρὶν τὸ τοποθετήσουν στὸν Πανάγιο Τάφο.
Ὁπότε πάλι γυρνᾶμε πίσω! Ἀφοῦ ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα ποὺ εἶναι ὁ Πανάγιος Τάφος βγῆκε ἡ Ἀνάσταση καὶ βλέποντας τὴν Ἁγία Τράπεζα βλέπουμε τὴν Ἀνάσταση, ὅπως λένε, γιατί στὸ ἀντιμήνσιο δὲν εἰκονίζεται ἡ Ἀνάσταση καὶ εἰκονίζεται τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Δὲν πειράζει ὅμως, ἰδοὺ πεδίον δόξης λαμπρόν! Ἂς ἀλλάξουμε καὶ τὰ ἀντιμήνσια καὶ ἔτσι νὰ ὁλοκληρώσουμε τὴν μεταρρύθμισή μας.
Νὰ μὴ ξεχάσουμε ὅμως νὰ ἀφαιρέσουμε καὶ τὸν ἅγιο Συμεὼν Θεσσαλονίκης καὶ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο, διότι καὶ αὐτοὶ μιλᾶνε γιὰ τὸν Σταυρὸ πίσω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο ποὺ εἶναι ἡ Ἁγία Τράπεζα. Βέβαια ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ κύρια πηγὴ ὅλων τῶν λειτουργιολόγων καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔγραψε – συγκρότησε τὴ θεία Λειτουργία ποὺ τελοῦμε, δὲν εἶναι κάποιοι τυχαῖοι, θὰ λέγαμε ὅτι εἶναι οἱ πιὸ “ad hoc” ἅγιοι γιὰ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ δὲν πειράζει, ἂν εἶναι νὰ ξεπεράσουμε τὴν Σταύρωση καὶ νὰ φτάσουμε στὴν Ἀνάσταση, δὲν πειράζει, ἂς τοὺς ἀφαιρέσουμε καὶ αὐτούς!
Βλέπουμε λοιπὸν σὲ πόσα ἀδιέξοδα καταλήγουμε, ἂν ἀκολουθήσουμε αὐτὴν τὴν διχαστικὴ λογική, ἡ ὁποία εἶναι ἐξ ἀρχῆς ἐσφαλμένη. Δὲν ὑπάρχει τὸ ἕνα χωρὶς τὸ ἄλλο.
Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ νικήσει τὸν θάνατο ὁ Κύριος, ἂν πρῶτα δὲν νικοῦσε τὴν ἁμαρτία; Ὁ θάνατος εἰσῆλθε στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας. Ἔπρεπε λοιπὸν πρῶτα νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ μετὰ νὰ νικηθεῖ ὁ θάνατος.
Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ κάθε πιστοῦ. Δὲν μπορεῖ νὰ λέει ὅτι ζεῖ τὴν ἀνάσταση τῆς ὕπαρξής του χωρὶς νὰ καταπολεμεῖ, τὴν ἁμαρτία μέσα του. Καὶ ἡ ἁμαρτία καταπολεμεῖται, ὅταν σηκώνουμε τὸν σταυρό μας, ὅταν ὅπως λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, σταυρωθεῖ ὁ κόσμος γιὰ ἐμᾶς καὶ νεκρωθεῖ ἡ ἁμαρτία μέσα μας. Γιὰ νὰ μετέχουμε στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου πρέπει πρῶτα νὰ μετέχουμε στὴν Σταύρωσή Του καὶ στὸν Θάνατό Του.
Ἄλλωστε «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν. Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν. Εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα, τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ· ὁ γὰρ ἀποθανῶν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ». (Ρωμαίους 6,3 -6,8).
Γιὰ νὰ ζήσουμε λοιπὸν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ πρέπει πρῶτα νὰ σταυρώσουμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται μέσα μας. Δὲν ξεπερνᾶμε τὴν Σταύρωση καὶ πᾶμε στὴν Ἀνάσταση, λὲς καὶ εἶναι κάποιο ἐμπόδιο ἡ Σταύρωση ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ πᾶμε στὴν Ἀνάσταση. Ἴσα-ἴσα ποὺ ἡ Σταύρωση εἶναι τὸ μέσο ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Ἀνάσταση.
Ὅταν λοιπὸν παραμερίζουμε τὴν Σταύρωση, γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν Ἀνάσταση, εἶναι σὰν νὰ θέλουμε νὰ φτάσουμε στὸν προορισμό μας χωρὶς τὸ μέσο. Τί ἄλλο εἶναι αὐτὸ παρὰ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ὅταν οἱ πρωτόπλαστοι θέλησαν νὰ φτάσουν στὸν σκοπὸ τῆς θέωσης κατευθεῖαν, χωρὶς τὸ μέσο τῆς ἐγκράτειας καὶ τῆς ὑπακοῆς.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη βέβαια πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι καὶ μία ζωὴ σταυρικὴ χωρὶς τὴν ἐλπίδα (τὴν βεβαιωμένη ἐλπίδα) τῆς Ἀναστάσεως ἀποτελεῖ μία ψυχαναγκαστικὴ καὶ ἄχαρη, χωρὶς Χάρη, ζωή.
Ἡ Ἀνάσταση λαμπρύνει τὰ πάντα καὶ δίνει νόημα στὴ ζωή μας, ἀκόμα καὶ στὶς χειρότερες ἐκφάνσεις της. Χριστιανὸς χωρὶς τὴν Ἀνάσταση εἶναι ὁ χειρότερος, ὁ πιὸ τιποτένιος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου, ὅπως λέει καὶ ὁ ἀπ. Παῦλος.
Ὅταν λοιπὸν ὑπερτονίζουμε τὸ ἕνα εἰς βάρος τοῦ ἄλλου, τότε ἀλλοιώνουμε, τόσο τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὅσο καὶ τὴν ὀρθόδοξη ζωή. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικὸ ποὺ πρέπει νὰ προσέξουμε, διότι φαίνεται νὰ διαμορφώνεται μία καινούργια, ὑποτίθεται ὀρθόδοξη, διδασκαλία ἡ ὁποία συνιστᾶ καὶ μία καινούργια πρόταση ζωῆς. Διότι κάθε ἀλλοίωση στὴν δογματική μας τοποθέτηση ἔχει πάντα ἐπιπτώσεις καὶ στὴν πράξη. Στὸ πῶς βλέπουμε καὶ πῶς τοποθετούμαστε σὲ αὐτὴν τὴν ζωὴ ὡς χριστιανοί.
Αὐτὸς ὁ τονισμὸς λοιπὸν τῆς Ἀνάστασης εἰς βάρος τῆς Σταύρωσης, προέρχεται κατὰ βάθος ἀπὸ τὴν ἀδυναμία μας νὰ σηκώσουμε τὸν ὀνειδισμὸ τοῦ Χριστοῦ, διότι ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸν σταυρὸ δὲν ὑπέμεινε μόνο τὴν ὀδύνη καὶ τὸν πόνο, ἀλλὰ καὶ τὸν ὀνειδισμό.
Προτιμοῦμε τὶς χαρὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν ὀνειδισμὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐφόσον ἡ Ἀνάσταση ταυτίζεται μὲ τὴν χαρὰ καὶ τὸ τέλος ὅλων τῶν προβλημάτων μας, ὑπερτονίζουμε τὴν Ἀνάσταση καὶ προσπερνᾶμε τὸν ὀνειδισμὸ τοῦ Σταυροῦ, ἐνδύοντας ἔτσι τὴν ἀδυναμία μας καὶ μὲ θεολογικὸ μανδύα.
Αὐτὸς ὅμως ὁ ὑπερτονισμὸς τῆς Ἀνάστασης, μὲ τὸν τρόπο ποὺ γίνεται, παράγει ἕνα τρόπο ζωῆς ὑλιστικὸ καὶ σαρκικό. Ἡ πνευματικότητα θεωρεῖται ὡς κάτι γκουρουιστικό, ὡς κάτι ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, ὡς κάτι ποὺ κατὰ τὴν νέα αὐτὴ ὀπτικὴ δὲν εἶναι ὀρθόδοξο, διότι στὴν ὀρθοδοξία ἔχουμε τὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων, ὅποτε στὴν ὀρθοδοξία ἔχουμε τὴν κατάφαση τοῦ σώματος.
Τὸ σῶμα γιὰ ἐμᾶς εἶναι κάτι καλό. Δὲν εἶναι κάτι κακὸ, ὅπως ἦταν στοὺς νεοπλατωνικοὺς καὶ ὅπως εἶναι στοὺς ἰνδουιστὲς ποὺ σκοπὸς τους εἶναι νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν φυλακὴ τοῦ σώματος, νὰ ἀπελευθερώσουν τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὴ φυλακὴ τοῦ σώματος. Αὐτὰ σὲ ἐμᾶς δὲν ἰσχύουν. Γιὰ ἐμᾶς τὸ σῶμα εἶναι καλό, ὁπότε καταφάσκουμε τὶς χαρὲς τοῦ σώματος, καταφάσκουμε στὸ νὰ περνᾶμε καλὰ σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ παράλληλα νὰ εἴμαστε καλοὶ χριστιανοί.
Καὶ ἐπειδὴ ὅλο αὐτὸ κινδυνεύει νὰ φανεῖ πολὺ ἴδιο μὲ τὴν στάση ζωῆς τῶν ἄθεων ὑλιστῶν, ξεχωρίζουμε τὴν δική μας στάση προσθέτοντας στὴν δική μας προσέγγιση τὴν εὐχαριστία. Χαιρόμαστε τὶς χαρὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς, δοξολογώντας ὅμως τὸν Θεό. Ἀναγνωρίζοντας ὅτι ὅλα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ δοξολογικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ διάθεση πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ποὺ κάνει τὴν διαφορὰ τοῦ ἄπιστου μὲ τὸν πιστό.
Αὐτὸ εἶναι μέσες ἄκρες τὸ ὅλο σκεπτικό. Τὸ σκεπτικὸ αὐτὸ ὅμως, τὸ ὁποῖο ὑπάρχει καὶ διατυπώνεται στὶς ἡμέρες μας, παρ’ ὅτι ἐρείδεται (βασίζεται) σὲ ὁρισμένες σωστὲς θέσεις, εἶναι προβληματικό.
Πρὶν ποῦμε ὅμως γιατί εἶναι προβληματικό, θὰ ἦταν χρήσιμο νὰ κάνουμε πρῶτα μία προσπάθεια νὰ ἑρμηνεύσουμε (βάζοντας καλὸ λογισμὸ) τὸ πῶς προέκυψε αὐτὸ τὸ σκεπτικό.
Κατ’ ἀρχὰς βέβαια ἡ ἐποχὴ μας εἶναι ἤδη ἀπὸ μόνη της μία ἐποχὴ σαρκική. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν ἀπολαύσεων. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν αἰσθήσεων. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο καὶ σὲ αὐτὸ τὸ κλῖμα ζοῦμε καὶ κινούμαστε ὅλοι μας, καὶ ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, καὶ ἐπηρεαζόμαστε καὶ ἐμεῖς. Δὲν εἴμαστε ἀπὸ ἄλλο πλανήτη ἐμεῖς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὑπάρχει πολλὴ κατάθλιψη στὸν κόσμο, δὲν μποροῦν νὰ προσευχηθοῦν πολὺ οἱ ἄνθρωποι, δὲν μποροῦν νὰ πιεστοῦν πολὺ οἱ ἄνθρωποι, ὑπάρχουν πολλὰ ψυχολογικά, ὁπότε οἱ πνευματικοὶ ποὺ ἀντιμετωπίζουν αὐτὰ τὰ προβλήματα στοὺς ἀνθρώπους ποὺ βλέπουν κάθε ἡμέρα, ἀναγκάζονται νὰ προτείνουν αὐτὸν τὸν δρόμο. Νὰ περνᾶμε δηλαδὴ καλά, νὰ χαιρόμαστε τὶς χαρὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἀλλὰ δοξολογώντας τὸν Θεὸ καὶ ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς Ἐκκλησίας.
Ἄλλο ὅμως εἶναι ἡ ποιμαντικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἄλλο ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ ὅλο σκεπτικὸ αὐτὸ, ὅπως εἴπαμε, εἶναι προβληματικὸ καὶ καινοφανές. Στὴν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀκοῦμε συνεχῶς νὰ λέει: νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβών. Ὑπάρχει ἔστω καὶ ἕνα τροπάριο ποὺ νὰ ὑμνεῖ τὶς σαρκικὲς καὶ ὑλικὲς ἀπολαύσεις αὐτῆς τῆς ζωῆς;
Δὲν τὶς ἀπορρίπτουμε, τὶς ἀναγνωρίζουμε, εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὰ ἐγκόσμια ἀγαθὰ ποὺ μᾶς χαρίζει, ἀλλὰ δὲν τὶς ὑμνοῦμε κιόλας.
Τὸ ἀντίθετο θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, μίας καὶ σὲ κάθε ἀπόδειπνο ποὺ κάνουμε ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ καταστείλει καὶ νὰ κοιμίσει κάθε ὑλικὸ φρόνημα ποὺ ὑπάρχει μέσα μας. Ἐξ ἀρχῆς λοιπὸν φαίνεται ὅτι τὸ ὅλο αὐτὸ σκεπτικὸ δὲν εἶναι ὀρθόδοξο. Λένε ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε μὲ τὸ σῶμα του, ἄρα καταφάσκεται τὸ σῶμα.
Ἄλλο ὅμως εἶναι τὸ ἀναστημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἀναστημένο σῶμα ποὺ θὰ λάβουμε ἐμεῖς, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπαθὲς καὶ ἀθάνατο καὶ ἄλλο τὸ σῶμα ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς τώρα σ’ αὐτὴν τὴν ζωή, τὸ ὁποῖο εἶναι θνητὸ καὶ ἐμπαθές.
Ὁ Κύριος ἂν καὶ ἀναμάρτητος, μὲ τὸ σῶμα αὐτὸ ποὺ εἶχε σὲ αὐτὴν τὴν ζωὴ μαστιγώθηκε, ὀνειδίστηκε καὶ σταυρώθηκε καὶ εἶπε καὶ σὲ ἐμᾶς ὅτι ὅποιος θέλει νὰ τὸν ἀκολουθήσει θὰ πρέπει πρῶτα νὰ σηκώσει τὸν σταυρό του καὶ μετὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσει.
Ποιὰ ἀνάσταση λοιπὸν καὶ ποιὰ καταξίωση τοῦ σώματος; Ὑπάρχει ὄντως καταξίωση τοῦ σώματος στὴν ὀρθοδοξία, ἀλλὰ ὄχι αὐτὴ ποὺ λένε. Δὲν ὑπάρχει ἡ καταξίωση τοῦ σώματος ποὺ ζεῖ τὶς ἀπολαύσεις αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἡ καταξίωση τοῦ σώματος ποὺ ζεῖ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ ὡς ἑνιαία ὀντότητα, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι καὶ ψυχὴ καὶ σῶμα, τὶς ἐμπειρίες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Αὐτὰ τὰ ἀναλύει πολὺ ὡραῖα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος ἐξηγεῖ πάρα πολὺ ὡραῖα τὸ πῶς συμμετέχει καὶ τὸ σῶμα στὴν ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ στὴν ἐμπειρία τῆς θέωσης καὶ ὄχι μόνο ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ σώματος, νὰ θεωθεῖ καὶ αὐτὸ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ νὰ γίνει πνευματικό. Ὅπως λέει καὶ ὁ ἀπ. Παῦλος: «σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν». (Α΄ Κορ. ιε΄, 44)
Ὅταν λέει σῶμα πνευματικὸ βέβαια δὲν ἐννοεῖ ἄυλο, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ εἴπαμε, σῶμα ποὺ θὰ μετέχει στὴν θέωση, σῶμα ποὺ θὰ μετέχει στὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Συνεπῶς βλέπουμε ἤδη μία χονδροειδῆ παρερμηνεία ποὺ γίνεται. Ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων ὁδηγεῖ σὲ ἕνα σῶμα πνευματικὸ καὶ ὄχι στὴν καταξίωση τοῦ γήινου καὶ σαρκικοῦ σώματος. Ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων ὁδηγεῖ στὴν καταξίωση τῆς μετοχῆς τοῦ σώματος στὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄχι στὴν καταξίωση τῆς μετοχῆς του στὶς γήινες ἀπολαύσεις, στὶς ὁποῖες ρέπει τὸ σῶμα σὲ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Αὐτὸ δὲν σημαίνει βέβαια ὅτι πρέπει ἀναγκαστικὰ νὰ τὶς ἀπορρίψουμε κιόλας αὐτὲς τὶς γήινες χαρές. Δὲν τὶς ἀπορρίπτουμε, ἀλλὰ σίγουρα δὲν τὶς καταξιώνουμε. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός μας.
Καὶ ἀφοῦ μιλήσαμε γιὰ τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση, γιατί νὰ μὴ μιλήσουμε καὶ γιὰ τὴν Ἀνάληψη; Γιατί αὐτοὶ ποὺ ὑπερτονίζουν τὴν Ἀνάσταση, μένουν ἐκεῖ καὶ δὲν προχωροῦν καὶ στὴν Ἀνάληψη;
Ἡ θεία οἰκονομία δὲν σταμάτησε στὴν Ἀνάσταση. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση ἔγινε ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Γιατί λοιπὸν ἔγινε ἡ Ἀνάληψη, ἀφοῦ τὸ ὅλο θέμα ἦταν ἡ Ἀνάσταση; Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο ἔγινε ἡ Ἀνάληψη, γιὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν αὐτὲς οἱ διδασκαλίες περὶ καταξίωσης αὐτῆς τῆς ζωῆς.
Γιὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς αὐτὸ λόγο ἦταν ποὺ ὁ Κύριος εἶπε καὶ στὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνὴ τὸ περίφημο, μὴ μοῦ ἅπτου. Ὅλοι οἱ μαθητὲς τὸν ἄγγιξαν καὶ τὸν ψηλάφησαν. Καὶ οἱ μυροφόρες, ὅταν τὸν εἶδαν ἀναστημένο κράτησαν τὰ πόδια του καὶ τὸν προσκύνησαν, ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο.
Γιατί ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν ἀκουμπήσει; Γιατί ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ὡς πιὸ συναισθηματικὴ ποὺ ἦταν εἶχε ἐσφαλμένη ἐντύπωση καὶ νόμιζε ὅτι γύρισε ὁ Κύριος καὶ θὰ συνεχίσουν νὰ ζοῦν, ὅπως ζοῦσαν καὶ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν, ὅπως τὸν ὑπηρετοῦσαν. Ὅτι ἀναστήθηκε δηλαδή, ὅπως ἀναστήθηκε ὁ Λάζαρος καὶ συνέχισε νὰ ζεῖ σὲ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή.
Ὁ Κύριος λοιπὸν ἤθελε νὰ διδάξει τὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνὴ ὅτι ἡ δική του Ἀνάσταση εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Ὅτι δὲν ἀναστήθηκε, γιὰ νὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ ἐδῶ σὲ αὐτὴν τὴ ζωὴ, ὅπως προηγουμένως, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀνέβει πρὸς τὸν Πατέρα καὶ νὰ ζήσει τὴν ζωὴ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Βέβαια τὴν ἴδια ἐσφαλμένη ἐντύπωση εἶχαν καὶ οἱ μαθητές, διότι λίγο πρὶν τὴν Ἀνάληψη τὸν ρώταγαν ἂν στὸν καιρὸ αὐτὸ θὰ ἀποκαταστήσει τὴν βασιλεία τοῦ Ἰσραήλ. Σκεφτόντουσαν δηλαδὴ τὰ ἐπίγεια, τὴν ἐπίγεια βασιλεία τοῦ Ἰσραήλ.
Ὁ Κύριος ὅμως μὲ τὴν Ἀνάληψή του τοὺς δείχνει καὶ μᾶς δείχνει ὅτι ἀλλοῦ εἶναι ὁ σκοπός μας. Ὁ σκοπός μας δὲν εἶναι σ’ αὐτὴν τὴν ζωή, ἀλλὰ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ: στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός.
Αὐτὴ ἡ θεμελιώδης ἀλήθεια τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας κατανοήθηκε ἀμέσως ἀπὸ τὴν πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα καὶ διατυπώθηκε μὲ τὸν πιὸ εὔγλωττο τρόπο ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος εἶπε: «ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιππησίους 3,20) σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι τὰ ἐπίγεια φρονοῦν, τῶν ὁποίων τὸ τέλος εἶναι ἡ ἀπώλεια, ὅπως χαρακτηριστικὰ λέει.
Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια λοιπὸν εἶναι ξεκαθαρισμένη ἐξ ἀρχῆς στὴν Ἐκκλησία μας. Δὲν μποροῦμε ἐμεῖς τώρα, μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια νὰ γυρίζουμε σὲ καταστάσεις καὶ διδασκαλίες ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ποτὲ στὴν Ἐκκλησία, παρὰ μόνο σὲ αἱρετικὲς ὁμάδες.
Προφανῶς, λέγοντας ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, δὲν ἐννοεῖ νὰ πᾶμε στὸ ἄλλο ἄκρο καὶ νὰ ἀπορρίψουμε κάθε δραστηριότητα σὲ αὐτὴν τὴν ζωὴ ἐπὶ τῆς γῆς. Ὅπως ὁ Θεὸς δημιούργησε τὴν γῆ καὶ μᾶς τὴν παρέδωσε, γιὰ νὰ ἐργαστοῦμε σὲ αὐτήν, ἔτσι καὶ ἐμεῖς θὰ κινηθοῦμε δημιουργικὰ καὶ ἱεραποστολικὰ ἐπάνω στὴ γῆ, χωρὶς ὅμως νὰ ἐγκλωβιζόμαστε καὶ νὰ προσκολλόμαστε σὲ αὐτὲς τὶς δραστηριότητες ὡς τὸν ἀπόλυτο σκοπό μας.
Καὶ μίας καὶ μιλήσαμε γιὰ τὴν καταξίωση τοῦ σώματος, ἡ καταξίωση τοῦ σώματος φαίνεται ξεκάθαρα στὸ γεγονὸς τῆς Ἀναλήψεως. Ὁ Κύριος δὲν ἀναλήφθηκε ὡς Θεὸς, ἀλλὰ ὡς ἄνθρωπος, μὲ τὸ σῶμα Του. Νὰ λοιπὸν ἡ καταξίωση τοῦ σώματος. Αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ εἴπαμε πρίν. Νὰ θεωθεῖ καὶ νὰ μετέχει στὴν ζωὴ τοῦ Θεοῦ.
Οἱ σύγχρονοι αὐτοὶ θεολόγοι ποὺ εἴπαμε πρίν, παραμένουν στὴν ἴδια πλάνη, στὴν ὁποία βρισκόντουσαν οἱ μαθητὲς καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, πρὶν τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Θέλουν τὴν καταξίωση τοῦ σώματος, καὶ τῆς σωματικῆς ζωῆς ποὺ ζοῦν σὲ αὐτὴν τὴν ζωή. Καὶ βρίσκονται σὲ αὐτὴν τὴν πλάνη, διότι ἐπικεντρώνονται στὴν Ἀνάσταση καὶ χάνουν τὰ ὑπόλοιπα.
Μᾶλλον ὅμως τὸ ἀνάποδο συμβαίνει, διότι ὁ πίπτων ἠθικῶς πίπτει καὶ κατὰ τὰς ἰδέας. Ἐπειδὴ εἶναι προσκολλημένοι σὲ αὐτὴν τὴν ζωὴ καὶ δὲν ἔχουν γεύση τῆς ἐμπειρίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προχωροῦν σὲ παρερμηνεῖες καὶ ἐπικεντρώνονται στὰ σημεῖα αὐτὰ ποὺ εὐνοοῦν τὴν πλάνη τους. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πατέρες λένε ὅτι θεολόγος πραγματικὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει ἐμπειρία Θεοῦ καὶ μιλάει γιὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὴν ἐμπειρία του. Ἂν δὲν ἔχεις ἐμπειρία Θεοῦ καὶ προσπαθεῖς νὰ θεολογήσεις μὲ βάση τὶς γήινες ἐμπειρίες σου, τότε νομοτελειακὰ θὰ πέσεις σὲ παρερμηνεῖες καὶ πλάνες.
Μὲ τὴν Ἀνάληψη λοιπὸν ὁλοκληρώνεται ἡ ἐπίγεια παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ τὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας Του. Ἦλθε στὴν γῆ καὶ ἔλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Νίκησε τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο μὲ τὴν ἀνθρώπινή του φύση, ὁδηγήθηκε στὸν θάνατο, ὅπου ἐκεῖ νίκησε καὶ τὸν θάνατο καὶ κατόπιν ὁδήγησε τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸν προορισμό της: στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, στὴν ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδας. Χωρὶς αὐτὸ τὸ τελευταῖο βῆμα, ὅλα μένουν ἀνεκπλήρωτα, ὅλα μένουν μισά.
Ἂς ζήσουμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς τὴν χριστιανικὴ ζωὴ στὴν πληρότητά της. Οὔτε μισή, οὔτε ἀνεκπλήρωτη. Ἀμήν.
Καππαδόκης




