Τοῦ κ. Παναγιώτου Ἀποστολοπούλου
Γιὰ νὰ ἀποκτηθεῖ τὸ πρόσωπο, δὲν εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ξεπεραστεῖ κάποια «ἀτομικὴ» κατάσταση, πρὸ αὐτοῦ, δὲν εἶναι πρὸς τοῦτο, ὅπως αὐτὸ τυχὸν συμπεραίνεται, ἀλλὰ νὰ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ταπείνωση.
Ὅταν ἀποκαλυφθεῖ ἡ ταπείνωση, ἡ καρδιὰ χαίρεται ἀνεκλάλητα. Καὶ βρίσκει νέο δρόμο, νέα γνώση, στὸν ἀγώνα της. Αὐτὸν τῆς ταπείνωσης, ὅπως τῆς ἀποκαλυφθεῖ αὐτή, πού πρίν, δὲν τὸν γνώριζε.
Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ὡς πρόσωπο (τολμοῦμε νὰ γράψουμε), ἀλλὰ μετὰ τὴν πτώση γνωρίζουμε ὅτι ἔχασε τὴν χάρη. Τὴν ὁποία χάρη ἀναζητᾶ ὁ ἀγωνιζόμενος, μέχρι νὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ, ὅτι γίνεται ξανὰ κοινωνός της μὲ τὴν ταπείνωση.
«Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» καὶ «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ἐν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν».
Ἡ δημιουργία δὲν ἔγινε «ἐλλειπής», ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ποὺ ξέπεσε ἀπὸ αὐτήν, καὶ κληρονόμησε τὸν θάνατο.
Ἡ χάρη δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ «ἀνοικτότητα» ἢ «κλειστότητα», ἀλλὰ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά. «Βασιλεῦ οὐράνιε Παράκλητε τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν».
Ἡ ἀνοικτότητα ἢ ἡ κλειστότητα συνάδει μὲ τὸ καρδιακὸ βίωμα· αὐτὸ εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς μὲν καὶ τῆς δὲ (στὴν θετική της πλευρὰ βέβαια). Ὅταν ἀποκαλυφθεῖ στὴν καρδιὰ ἡ ταπείνωση, ἡ καρδιὰ θέλει ἀδιαλείπτως νὰ γεύεται αὐτὴ τὴν «ἄνοιξη» μέσα της. Αὐτὴν τὴν οὐράνια χαρά.
Αὐτὴ ἡ ἄνοιξη στὴν καρδιὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ φωτεινὸ χαμόγελο τῶν Ἁγίων Γερόντων μας. Ἡ χάρη δὲν εἶναι ἀνθρώπινη συλλογιστική, ἀλλὰ ἡ παρουσιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά, ποὺ ἔχει σὰν προϋπόθεση τὴν ταπείνωση. Τότε ἡ χάρη βιώνεται.
Ἡ δὲ ταπείνωση κάνει ἔτσι τὸν ἀγωνιζόμενο, ὅταν ἀποκαλυφθεῖ, ὥστε νὰ μὴ καθορίζεται, αὐτοκαθορίζεται, ἀπὸ τίποτα. Ἀφοῦ ὅλα εἶναι ἐνάντια στὴν ταπείνωση, στὴν κένωση (Πῶς νὰ συμβεῖ τὸ ἀντίθετο;).
Ἂν κάτι καθορίζει, αὐτοκαθορίζει τὸν ἀγωνιζόμενο, τὸ πρόσωπο δὲν ὑπάρχει.
Ἂν τίποτα δὲν καθορίζει, δὲν αὐτοκαθορίζει τὸν ἄνθρωπο, τὸ πρόσωπο ὑπάρχει.
Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόσωπο.
Ἀπὸ τί καθορίζεται, αὐτοκαθορίζεται;
Μόνο ἀπὸ τὴν ταπείνωση.
Ὅσο κάτι καθορίζει, αὐτοκαθορίζει τὸν ἄνθρωπο, ὁ ἄνθρωπος δέχεται πληγὲς καὶ πόλεμο.
Ὅταν τίποτα δὲν καθορίζει, αὐτοκαθορίζει τὸν ἄνθρωπο, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ ὅλα.
![]()
Πρόσωπον, φύσις καὶ χάρις – Ἡ πατερικὴ ἀλήθεια ἔναντι μιᾶς συγχύσεως
Τοῦ κ. Γεωργίου Καραλῆ
Ἀπάντησις εἰς τὸν προβληματισμὸν τοῦ κ. Παναγιώτου Ἀποστολοπούλου σχετικὰ μὲ τὰς ἐννοίας “ἄνθρωπος” καὶ “πρόσωπον”.
Στη σύγχρονη θεολογικὴ συζήτηση διατυπώνεται ἡ θέση ὅτι ὁ ἄνθρωπος «βρίσκει» ἢ «ἀποκτᾷ» τὸ πρόσωπο διὰ τῆς ταπεινώσεως, ἐνῶ μετὰ τὴν πτώση ὑποτίθεται ὅτι ἔχασε τὴ χάρη καὶ καλεῖται νὰ ἐπανέλθει στὸ πρόσωπο.
Ἡ θέση αὐτὴ, ὅσο καὶ ἐὰν ἐμφανίζεται πνευματικὴ, στηρίζεται σὲ μία βασικὴ θεολογικὴ σύγχυση: τὴ μεταφορά φυσικῶν καταστάσεων στὸ ἐπίπεδο τῆς ὑποστάσεως.
Ὁ ἄνθρωπος δὲν «γίνεται» πρόσωπον
Ἡ φράση ὅτι ὁ ἄνθρωπος γίνεται πρόσωπο δὲν ἔχει πατερικὸ ἔρεισμα.
Οἱ Πατέρες εἶναι σαφεῖς:
“Ἡ φύσις οὐκ ἔστιν ἀνυπόστατος, ἀλλ’ ἐν ὑποστάσεσιν ὑφίσταται”.
Ἄρα δὲν ὑπάρχει προγενέστερη «ἀτομικὴ» κατάσταση, δὲν ὑπάρχει μετάβαση ἀπὸ ἄτομο σὲ πρόσωπο.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πρόσωπο ἐξ ἀρχῆς.
Ἡ πτῶσις καὶ ἡ χάρις
Μετὰ τὴν πτώση ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀφίσταται τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας, ἀλλὰ τῆς κατὰ χάριν θεώσεως.
Δηλαδή, δὲν στερεῖται παντελῶς τῆς θείας ἐνεργείας, ἀλλὰ στερεῖται τῆς θεοποιοῦ χάριτος.
Κατὰ τοὺς Πατέρες ἡ πτώση δὲν ἀλλοιώνει τὸ τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀλλοιώνει τὴν κίνηση τῆς φύσεως.
Ὁ ἄνθρωπος παραμένει πρόσωπο, ἀλλὰ ἡ φύση του κινεῖται παρὰ φύσιν καὶ δὲν ὁδηγεῖται πρὸς τὴ θέωση.
Ἡ ἐσωτερικὴ ἀσυνέπεια τῆς θέσεως
Ἐδῶ προκύπτει καὶ ἕνα βασικὸ πρόβλημα:
Ἀφ’ ἑνὸς γίνεται δεκτὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ὡς πρόσωπο, ἀφ’ ἑτέρου συνδέεται τὸ πρόσωπο μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν παρουσία τῆς χάριτος.
Ἐὰν ὅμως ἡ χάρις καὶ ἡ ταπείνωση ἀποτελοῦν ὅρους τοῦ προσώπου, τότε ἡ ἀπώλεια τῆς χάριτος θὰ σήμαινε καὶ ἀπώλεια τοῦ προσώπου.
Αὐτὸ ὅμως δὲν γίνεται δεκτό.
Ἡ ἀντίφαση αὐτὴ δείχνει ὅτι δὲν ἔχει κατανοηθεῖ ἡ βασικὴ διάκριση μεταξὺ ὑποστάσεως καὶ φυσικῶν καταστάσεων.
Ἡ ταπείνωσις δὲν ὁρίζει τὸ πρόσωπον
Ἡ ταπείνωση δὲν ἀνήκει στὸ ἐπίπεδο τῆς ὑποστάσεως.
Εἶναι ἕξις, ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, τρόπος κινήσεως τῆς φύσεως.
Ἑπομένως ὁ ἄνθρωπος δὲν γίνεται πρόσωπο, ἐπειδὴ ταπεινώνεται οὔτε παύει νὰ εἶναι πρόσωπο, ἐπειδὴ ὑπερηφανεύεται.
Ἡ ταπείνωση ἀνήκει στὴ θεραπεία τῆς φύσεως, ὄχι στὴ σύσταση τοῦ προσώπου.
Ὁ πνευματικὸς ἀγών
Ὁ πνευματικὸς ἀγώνας δὲν συγκροτεῖ τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ θεραπεύει τὴ φύση.
Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὰ πάθη δὲν ἀναιροῦνται, ἀλλὰ μεταστρέφονται ἀπὸ διαβλητὰ σὲ ἀδιάβλητα, καθὼς ἡ φύσις ἐπανέρχεται ἀπὸ τὸ παρὰ φύσιν στὸ κατὰ φύσιν καὶ τελικῶς καθαίρεται καὶ θεοῦται.
Τὸ πρόσωπο παραμένει ὁ φορεὺς τῆς φύσεως καὶ ὁ κατευθύνων, διὰ τῆς προαιρέσεως, τὴν κίνησή της.
Ἡ ρίζα τοῦ προβλήματος
Ἡ ρίζα τῆς συγχύσεως εἶναι ἡ ἑξῆς: συγχέονται φύσις καὶ ὑπόστασις.Ἔτσι, καταστάσεις καὶ ἐνέργειες τῆς φύσεως (ὡς ἡ ταπείνωσις καὶ ἡ κένωσις) μεταφέρονται στὸ ἐπίπεδο τοῦ προσώπου. Καὶ ἔτσι δημιουργεῖται ἡ ἐσφαλμένη ἰδέα ὅτι τὸ πρόσωπο ἀποκτᾶται.
Ἡ παράλειψις τοῦ κυρίου ζητήματος
Στὴν προγενέστερη ἀπάντηση εἶχε τεθεῖ σαφῶς τὸ κεντρικὸ ζήτημα: ὅτι ἡ ταύτιση τοῦ προσώπου μὲ φυσικὲς καταστάσεις ὁδηγεῖ ἀναγκαστικὰ στὴν ἀπώλεια τοῦ προσώπου μετὰ τὴν πτώση.
Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἀντιμετωπίζεται.
Ἀντιθέτως, ἐπαναλαμβάνεται ἡ σύνδεση τοῦ προσώπου μὲ τὴ χάρη καὶ τὴν ταπείνωση, ποὺ ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τὸ ζητούμενο.
Ἡ συζήτηση μετατοπίζεται ἀπὸ τὴν ἀκρίβεια τῶν ὅρων σὲ περιγραφὲς βιωμάτων, χωρὶς νὰ ἀπαντᾶται τὸ θεολογικὸ πρόβλημα.
Συμπέρασμα
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πρόσωπο ἐξ ἀρχῆς, παραμένει πρόσωπο καὶ μετὰ τὴν πτώση.
Δὲν χάνει τὴν ὑποστατικότητά του· διαστρέφει τὴ φύση του.
Ἡ ταπείνωση δὲν δημιουργεῖ τὸ πρόσωπο· θεραπεύει τὴ φύση.
Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι μετάβαση σὲ πρόσωπο, ἀλλὰ ἐπιστροφὴ τῆς φύσεως πρὸς τὸν Θεό καὶ μετοχὴ στὴν κατὰ χάριν θέωση.
Ἡ πιστὴ διάκριση φύσεως καὶ ὑποστάσεως εἶναι ὁ μόνος τρόπος νὰ διαφυλαχθεῖ ἀλώβητη ἡ πατερικὴ ἀλήθεια.




