Ἡ ὁδός τῶν δακρύων – 2ον

Share:

2ον.-Τελευταῖον

  Ἐπίσης στὸ Γεροντικὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀδιάκοπη μετάνοια, μετὰ δακρύων, τοῦ ἀββᾶ Ἀρσενίου ποὺ ἦταν ζωντανὸ παράδειγμα γιὰ τοὺς ἀδελφούς του: «Ἔλεγαν ὅτι ὁ ἀββᾶς Ἀρσένιος ὅλο τὸν καιρὸ τῆς ζωῆς του, καθισμένος στὸ ἐργόχειρό του, εἶχε ἕνα κομμάτι πανὶ στὸν κόρφο του γιὰ τὰ δάκρυα, ὅπου ἔπεφταν ἀπὸ τὰ μάτια του. Ὅταν ἔμαθε τὴν κοίμησή του, ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν δάκρυσε καὶ εἶπε: «Μακάριος εἶσαι, ἀββᾶ Ἀρσένιε, γιατί ἔκλαψες τὸν ἑαυτό σου σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο. Γιατί ὅποιος δὲν κλαίει τὸν ἑαυτὸ του ἐδῶ κάτω, θὰ κλαίει αἰώνια στὴν ἄλλη ζωή. Εἴτε λοιπὸν ἐδῶ θεληματικά, εἴτε ἐκεῖ ἀπὸ τὶς βασάνους, εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ κλάψει»[7].

   Οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας πολλὲς φορὲς διαπιστώνουν ὅτι οἱ συμβουλὲς καὶ οἱ παραινέσεις πρὸς τοὺς ἀδελφούς, ποὺ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ οἱ προσευχὲς γι’ αὐτοὺς δὲν φέρνουν τὰ ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα. Τότε πρέπει νὰ ἀκολουθοῦν τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος «ἀγαπώντας τοὺς πιστοὺς ὅλης τῆς οἰκουμένης καὶ βλέποντας ὅτι οἱ πολλοὶ ἔχουν πέσει στὴν πονηρία καὶ σὲ ἀθεράπευτες ἀρρώστιες τῆς ψυχῆς, καὶ ὅτι ἔπειτα δὲν δέχονται τὸν ἔλεγχο οὔτε τὴ διόρθωση ποὺ ἐπιδιώκει ἡ ἐπίπληξη, ἀλλὰ ἀντίθετα ἀποσκιρτοῦν ἀπὸ τὴν πίστη, τοὺς κρατοῦσε κοντά του μὲ τὰ δάκρυα, ὥστε, ἀφοῦ τὸν ἰδοῦν νὰ κλαίει καὶ νὰ θρηνεῖ, καὶ ἀφοῦ συντριβοῦν ἀπὸ τὸ θέαμα αὐτό, νὰ δεχθοῦν τὴ θεραπεία, καὶ ἀφοῦ διώξουν τὴν ἀρρώστια, νὰ ξαναβροῦν τὴν ὑγεία τους. Γι’ αὐτό, ὅταν συμβούλευε, πάντοτε δάκρυζε»[8], ἀναφέρει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.

  Ὁ Μέγας Βασίλειος γιὰ ἐκείνους ποὺ προτιμοῦν τὰ ἔργα τῆς ντροπῆς προτρέπει «νὰ πενθοῦμε καὶ νὰ κλαῖμε μαζὶ μ’ αὐτοὺς ποὺ χύνουν δάκρυα μετανοίας. Νὰ κλαῖμε γοερὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ παραμένουν ἀναίσθητοι, γιατί δὲν γνωρίζουν ὅτι χάνονται»[9] καὶ χαρακτηρίζει «τὰ δάκρυα αὐτὰ σπέρμα καὶ δάνεισμα τῆς αἰώνιας χαρᾶς»[10]. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπίσης λέει ὅτι «ἄξιοι γιὰ θρήνους δὲν εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ κακοποιοῦνται, ἀλλ’ ἐκεῖνοι ποὺ κακοποιοῦν»[11].

Μιλώντας γιὰ τὰ δάκρυα πρέπει νὰ θυμόμαστε πάντα ὅτι ἰσχύει ἡ λογική, ἡ ὁποία προφυλάσσει ἀπὸ ὑπερβολὲς καὶ πλάνες. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει ὅτι «τὰ δάκρυα εἶναι ἀνάγκη νὰ διευθύνονται ἀπὸ τὸ λογικὸ καὶ τὸ μέτρο·δηλαδὴ γιὰ ποιοὺς πρέπει νὰ δακρύζει κανεὶς καὶ ἐπὶ πόσο χρόνο καὶ τότε καὶ πῶς ἁρμόζει»[12]. Καὶ ἀναφερόμενος στὰ δάκρυα τοῦ Κυρίου διευκρινίζει: «Οἱ ἐπιρρεπεῖς στὴ λύπη ἂς μὴ προβάλουν τὰ δάκρυα τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὸ δικό τους πάθος. Γιατί, ὅπως ἡ τροφὴ ποὺ ἔφαγε ὁ Κύριος, δὲν ἀποτελεῖ γιὰ μᾶς ἀφορμὴ ἡδυπαθείας, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο εἶναι μέτρο καὶ ἄριστος ὅρος ἐγκράτειας καὶ αὐτάρκειας, ἔτσι καὶ τὰ δάκρυα τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι νόμος ποὺ ἐπιβάλλει νὰ θρηνοῦμε, ἀλλὰ κάτι ποὺ προβλήθηκε σὰν μέτρο ἀξιοσέβαστο καὶ κανόνας ἀκριβής, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ἁρμόζει νὰ ὑπομένουμε τὰ λυπηρά, μένοντας στὰ ὅρια τῆς φύσεως σεμνὰ καὶ μὲ ἀξιοπρέπεια»[13].

Οἱ νηφάλιοι τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς «καλλιεργοῦν τὶς ψυχές τους, χρησιμοποιώντας τὰ δάκρυα σὰν βροχὴ καὶ αὐξάνοντας τὰ σπέρματα τῆς ἀρετῆς. Τὸ κρεβάτι ποὺ δέχεται τέτοια δάκρυα (μετανοίας) εἶναι ἄβατο σὲ κακία καὶ ἀσέλγεια. Αὐτὸς ποὺ θρηνεῖ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, θὰ σηκωθεῖ ἔχοντας τὴν ψυχὴ του πιὸ ἤρεμη ἀπὸ γαλήνιο λιμάνι, γιατί ἀπομακρύνει ὅλα τὰ πάθη»[14], τονίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.

Τὰ πνευματικὰ ἀποτελέσματα τῶν δακρύων εἶναι πολλά. Προκαλοῦν ψυχικὴ γαλήνη, ἠρεμία, ἐξαφανίζουν τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ βλαστάνουν «αἰώνια καὶ ἀμάραντη χαρά». Ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν λέει ὅτι «ὅποιος θέλει νὰ λυτρωθεῖ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, μὲ τὸν κλαυθμὸ λυτρώνεται ἀπὸ αὐτές. Καὶ ὅποιος θέλει νὰ ἀποκτήσει ἀρετές, μὲ τὸν κλαυθμὸ τὶς ἀποκτᾶ. Γιατί τὸ κλάμα εἶναι ἡ ὁδὸς ποὺ μᾶς παρέδωσαν ἡ Γραφὴ καὶ οἱ πατέρες μας, λέγοντας: «Κλάψτε, ἄλλη ὁδὸς δὲν ὑπάρχει»[15].

Σημειώσεις:

7. Εἶπε Γέρων…, ὑπὸ Βασιλείου Πέντζα, Ἀθήνα 1974, σελ. 30.  8. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Β΄, Ἀθήνα 1994, σελ. 231. 9. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Α΄, Ἀθήνα 2002, σελ. 499. 10. Ὅπ. παρ., σελ. 500. 11. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Β΄, Ἀθήνα 1994, σελ. 234. 12. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Α΄, Ἀθήνα 2002, σελ. 501. 13. Ὅπ. παρ., σελ. 502. 14. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Β΄, Ἀθήνα 1994, σελ. 224. 15. Εἶπε Γέρων…, ὑπὸ Βασιλείου Πέντζα, Ἀθήνα 1994, σελ. 214.

Previous Article

Ὁ ἀνεκτίμητος πνευματικὸς πλοῦτος τοῦ Τριωδίου

Next Article

Πατερικὸς λόγος εἰς τὴν Κυριακὴν τοῦ Ἀσώτου