Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Ἀφορμὴ νὰ ξαναγράψω γιὰ τὸ ζήτημα τῶν μεικτῶν ἐκκλησιαστικῶν κατασκηνώσεων, δόθηκε ἀπὸ ἕνα πρόσφατο περιστατικὸ μὲ ἕνα ἁπλὸ ἱερέα, ὁ ὁποῖος ἀνήκει σὲ Μητρόπολη, ὅπου οἱ κατασκηνώσεις δὲν γίνονται μεικτές.
Βρεθήκαμε ἔξω ἀπὸ κάποιο Μοναστήρι στὴν Κύπρο καὶ ἐκεῖ ποὺ στάθμευσε δίπλα μου, τὸν ρώτησα πῶς θὰ πάω κάπου ποὺ ἤθελα. Μὲ προθυμία ὁ ἱερέας μοῦ ἐξήγησε. Ἀφοῦ μὲ ἐξυπηρέτησε ὁ ἱερέας αὐτός, τοῦ ἔδωσα μία πέτρα, ὅπου ἦταν ζωγραφιστὸς ὁ Ἅγιος Παΐσιος. “Δὲν θέλω νὰ σοῦ τὴ στερήσω”, μοῦ εἶπε. “Ὄχι”, τοῦ λέω “δὲν μοῦ τὴ στερεῖς, εἶναι συνήθεια ἀπὸ τὸν καιρὸ τῶν κατασκηνώσεων”.
Πιάσαμε μία μικρὴ κουβέντα γιὰ τὶς κατασκηνώσεις καὶ ὅταν ἀναφέρθηκα στὶς μεικτὲς κατασκηνώσεις, ὁ ἱερέας μὲ τὴ λύπη ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπό του, μοῦ διηγήθηκε γιὰ τὴν περίπτωση γνωστοῦ του, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τὴ μεικτὴ αὐτὴ κατασκήνωση, ὅπου ἕνας ἱερέας τῆς κατασκήνωσης τὸν ἀπέτρεψε νὰ περάσει ἀπὸ τὸ πίσω μέρος τῶν θαλάμων λέγοντάς του, “μὴ πᾶς ἀπὸ κεῖ γιατί…”. Ὁ ἱερέας μὲ λύπη μοῦ μίλησε γιὰ τὴν ἐπικινδυνότητα τῶν κατασκηνώσεων κι ὕστερα μπῆκε στὸ αὐτοκίνητο, μὲ χαιρέτησε καὶ ἔφυγε λυπημένος.
Ἂν καὶ τὸ πλήρωσα πολὺ πικρά, ὅταν ἔγραψα παλαιότερα κείμενα γιὰ τὶς μεικτὲς κατασκηνώσεις, θεώρησα ὅτι πρέπει νὰ γράψω ἔστω κι ἂν τὸ “μήτε χαίρειν” κάποιων, θὰ ἀκολουθήσει σκληρότερη στάση.
Φυσικὰ αὐτοὶ ποὺ ἐπιμένουν στὴν ἐφαρμογὴ τῶν μεικτῶν κατασκηνώσεων, πιθανῶς νὰ ἰσχυριστοῦν ὅτι δὲν παρουσιάζονται ἔκτροπα. Μακάρι νὰ εἶναι ἔτσι. Ἂν ὑπάρχουν ὅμως ἐνδείξεις, κάποτε καὶ ἀποδείξεις, αὐτὲς σίγουρα εἶναι ἀπαγορευτικὲς γιὰ μία τέτοια ἐπιλογή.
Λυπηρὲς ἀναφορὲς ἀπὸ ἀνθρώπους παρακείμενου χωριοῦ, στὸ ὁποῖο γίνονται τέτοιες κατασκηνώσεις, δυστυχῶς ἐπαυξάνουν τὴν ἄποψη ὅτι οἱ μεικτὲς κατασκηνώσεις πρέπει νὰ ἀποφεύγονται. Ὅταν ἀκόμα καὶ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι διακονοῦσαν σὲ τέτοιες κατασκηνώσεις, διεμαρτύροντο γιὰ τὴν ἐπιλογὴ αὐτή, τὰ ἐπιπρόσθετα ἐπιχειρήματα περισσεύουν.
Γνώριζε καὶ ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ γιὰ τὰ λυπηρὰ ποὺ κυκλοφοροῦσαν γιὰ τὶς μεικτὲς κατασκηνώσεις. Καὶ φυσικὰ δὲν συμφωνοῦσε μὲ αὐτές.
Ἂς μὴ ὑποτιμοῦνται λοιπὸν οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι καραδοκοῦν καὶ νὰ θεωροῦνται οἱ ἐκφράζοντες τὴν ἀντίθετη περὶ τούτου ἄποψη, ὡς διακατεχόμενοι δῆθεν ἀπὸ πουριτανισμὸ ἢ νοσηρὸ συντηρητισμό. Τὸ θέμα τῶν μεικτῶν κατασκηνώσεων εἶναι πολὺ σοβαρὸ καὶ μάλιστα γιὰ παιδιὰ λυκειακῶν τάξεων καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμᾶται ἡ ἐπικινδυνότητά τους.
Θὰ προβληματίσει πολλοὺς τὸ μάταιο τῆς γραφῆς ἑνὸς τέτοιου κειμένου. Γνωρίζω ὅτι ἡ ἀπαξίωση καὶ ἡ κακολογία, ἴσως πρυτανεύσει πάλι σὲ κάποιους, καὶ πιθανότατα νὰ εἶναι ὁ μοναδικὸς καρπὸς ἀπὸ ἕνα τέτοιο κείμενο.
Ἂς μὴ ὑποτιμοῦνται οἱ κίνδυνοι ποὺ καραδοκοῦν καὶ νὰ θεωροῦνται οἱ ἐκφράζοντες τὴν ἀντίθετη περὶ τούτου ἄποψη, ὡς διακατεχόμενοι ἀπὸ πουριτανισμὸ ἢ νοσηρὸ συντηρητισμό. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκρότητα.
Δὲν γράφω ἀνώδυνα, ἀλλὰ τὸ κάνω γιὰ τὰ παιδιὰ τῶν κατασκηνώσεων. Θεολόγος στὴν Κύπρο, ὅταν τοῦ ἀνέφερα τὸ γεγονὸς αὐτό, μοῦ εἶπε μὲ σκληρότητα τὸ ἀπαράδεκτο, “ἐσένα τί σὲ νοιάζει… ἡ δική σου κόρη εἶναι;” Ἔμεινα ἄφωνος ἀπὸ τέτοια ἀντιμετώπιση.
Μόνο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου μὲ προσωπικὴ εἰσήγησή του στὴ Ἱερὰ Σύνοδο, μπορεῖ νὰ θέσει τέρμα στὶς μεικτὲς κατασκηνώσεις. Πιστεύω ὅτι μόνον διὰ τῆς Συνόδου μπορεῖ νὰ παρθεῖ ἡ σωστὴ ἀπόφαση.




