Ὁ Ἱερεύς ἀνέκαθεν ἐποίει τήν Ἀνάγνωσιν τῶν Εὐχῶν πρὸς Ἀνατολάς – 2ον

Share:

Τοῦ κ. Παν. Δ. Παπαδημητρίου

2ον

  Τό αὐτὸ Ἱερατικόν τοῦ 1951 ἐπίσης γράφει γιὰ τὶς Εὐχὲς τῆς Πεντηκοστῆς (Ἀκολουθία τῆς Γονυκλισίας, Ἑσπερινὸς Δευτέρας Ἁγίου Πνεύματος): «Καὶ ἡμῶν κλινόντων τὰ γόνατα ἐπὶ γῆς, καὶ ἀσκεπῶν ὄντων, ἀναγινώσκει ὁ Ἱερεὺς τὰς εὐχὰς ἀπὸ τοῦ Βήματος μεγαλοφώνως, εἰς ἐπήκοον#[20] πάντων», σ. 216, σὲ πλήρη συμφωνία μὲ τὰ ἀρχαῖα Εὐχολόγια.

  Ἀπὸ τοῦ Βήματος λένε, καὶ ἐννοοῦν φυσικά πρὸς Ἀνατολάς, τὸν μόνον ἁγιοπατερικῶς θεσπισμένο προσ­ανατολισμό μας γιὰ προσευχή ἰδίως στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐπίσης δὲν λένε ἐκ τῶν Βημοθύρων (ἢ ἐκ τῆς Ὡραίας Πύλης), οὔτε ἐκ τοῦ Ἄμβωνος. Καὶ πέραν πάσης ἀμφιβολίας καὶ τυχὸν ἀντιλογίας, ἐννοεῖ ὁ Ἱερεὺς γονατιστὸς ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης, βλέπων πρὸς Ἀνατολάς#[21] (ὄχι ὄπισθεν ὅπου εὑρίσκεται ὁ μεγάλος Σταυρός τοῦ Χριστοῦ μας μὲ τὸν Χριστὸν Ἐσταυρωμένον).#[22]

  Παρόμοια ὅμως καὶ τὸ Τυπικὸν τοῦ Ἁγίου Σάββα#[23] ἔχει τὶς Εὐχὲς τῆς Πεντηκοστῆς νὰ ἀναγινώσκονται μὲ τὸν Ἱερέα ἐντὸς τοῦ Βήματος καὶ ἐννοεῖται στραμμένον πρὸς ἀνατολάς γονατιστόν ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης· «Καὶ πάντων κλινόντων τὸ γόνυ ὄντων ἀσκεπῶν ἐπεύχεται ὁ Ἱερεὺς τὴν Εὐχὴν ταύτην ἀπὸ τοῦ Βήματος μεγαλοφώνως Ἄχραντε, ἀμίαντε, ἄναρχε …».#[24]

  Καὶ ὄχι μόνον οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, ἀλλὰ καὶ οἱ Δυτικοὶ ἀκόμη καὶ μετὰ τὸ Μέγα Σχίσμα, (ἀρκετοὶ καὶ μετὰ τὴν Μεταρρύθμιση-Προτεσταντισμό)#[25] λένε μὲ ἀναφορὲς στόν 6ον αἰῶνα καὶ καθομολογοῦν τὴν πρὸς Ἀνατολὰς Προσευχὴ τoῦ λαοῦ, καὶ τὴν κατὰ Ἀνατολὰς ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν στὴν Ἐκκλησία, Guillaume Durand (1230-1296 μ.Χ.):#[26]

  “A Church should also be built as follows: that its head properly look towards the East,” #[27] πρβλ. Ἀποστολικὲς Διαταγὲς ἀνωτέρω ὑποσ. 1.

“Now, although God is present everywhere, yet the priest, at the altar and during the divine services, must, according to the decree of Pope Vigilus (537-555 μ.Χ.), turn towards the East to pray”.#[28] Δηλαδή στὴν Δύση, ἡ ἀρχαία ἀποστολικὴ παράδοση, ἡ κατ’ ἀνατολὰς προσευχὴ στὴν Ἐκκλησία ἐπικυρώθηκε καὶ μὲ Διάταγμα Πάπα ἤδη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 6ου αἰῶνος.

“We say them [οἱ Κληρικοί τίς Εὐχές] with face turned to the East”,#[29] δηλ. «Οἱ Κληρικοὶ λέμε τὶς Εὐχὲς μὲ τὸ πρόσωπο στραμμένο κατ’ Ἀνατολάς».

Ἄρα, βλέπουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει versus populum (πρὸς τὸν λαό, πρὸς τὴν δύση) ἀνάγνωσις Εὐχῶν, οὔτε τέλεσις τῆς Λειτουργίας, οὔτε τῶν Μυστηρίων ἐν γένει καὶ τῶν Ἀκολουθιῶν πρὸς τὸν λαὸ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ οὔτε καὶ στοὺς παλαιότερους Παπικούς.#[30] Αὐτὸ τὸ “ἔθιμο” ἦλθε ἀπὸ τὴν Ἑσπερία, ἀπὸ τὸν ἀρχιαιρεσιάρχη Λούθηρο (1526 μ.Χ.), καὶ κατόπιν τὸ υἱοθέτησαν οἱ Παπικοί στὴν ἐκκοσμίκευσή τους, πολλοὶ ἐκ τῶν ὁποίων (ἀκόμη καὶ ὁ ἐκλιπὼν Πάπας Ῥώμης Βενέδικτος ὁ 16ος)#[31] ἀντιδροῦν σήμερα σὲ αὐτὸν τὸν νεωτερισμό!#[32]

Οἱ Παπικοὶ ἄνευ Χάριτος (ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά τους) νὰ τοὺς συγκρατήσει στὴν κατρακύλα, μετὰ τὴν Σύνοδο τοῦ Τριδέντου (1545-1563) καὶ μετὰ τὴν Βʹ Βατικάνεια Σύνοδό τους (1962-1965), γκρεμίσανε τὰ Τέμπλα τους, ἀπογυμνώσανε τὶς Τράπεζές τους, ἔκαναν τὴν Λειτουργία τους Θέατρο λειτουργοῦντες πρὸς τὸν λαό (versus populum), καὶ ἔγιναν προτεσταντικώτεροι τῶν Προτεσταντῶν, γιὰ νὰ φέρουν πάλι πίσω τοὺς Προτεστάντες, καὶ ἐν τέλει τί κατάφεραν; Νὰ προτεσταντίζουν.

Σήμερα τί γίνεται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας;

Στὴν Ἐκκλησία μας δυστυχῶς, τὰ τελευταῖα 100+ χρόνια (καὶ περισσότερο στὰ πρόσφατα) φαίνεται νὰ ὑπάρχει μιὰ αὐξανόμενη τάση (ὑπόκωφη) ἀπὸ τὴν Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση, ὥστε οἱ Ἱερεῖς νὰ ἀφήσουν τὴν ἁγιοπατερική μας Ἱερὰ Παράδοση, καὶ νὰ εὔχονται ὁλοένα καὶ περισσότερο (σὺν τῷ χρόνῳ) πρὸς τὴν δύση προσ­ευχόμενοι …πρὸς τὸν λαό.#[33], #[34] Βλ. καὶ τὸ ἄρθρο μας: Οἱ Λατινογενεῖς Νεωτερισμοί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως στήν Θεία Λειτουργία καί Λατρεία.

Πῶς ἐφθάσαμεν ἕως ἐδῶ;

Ἂς ἑστιάσουμε στὶς Εὐχὲς τῆς Πεντηκοστῆς γιὰ συντομία.

Εἴδαμε προηγουμένως ὅτι τό 1951, τὸ Ἱερατικὸν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας#[35] ἀκολουθεῖ τὴν Ἱερὰ Ἀποστολικὴ Παράδοση, γράφοντας: «Καὶ ἡμῶν κλινόντων τὰ γόνατα ἐπὶ γῆς, καὶ ἀσκεπῶν ὄντων, ἀναγινώσκει ὁ Ἱερεὺς τὰς εὐχὰς ἀπὸ τοῦ Βήματος μεγαλοφώνως, εἰς ἐπήκοον πάντων», σ. 216, σὲ πλήρη συμφωνία μὲ τὰ ἀρχαῖα Εὐχολόγια.

Τό 1962, τὸ Ἱερατικόν τῆς Ἀ.Δ. ὅμως ἄλλαξε «σειρά» (νεωτερίζον) καὶ ἄλλαξε τὴν τάξη στὶς Εὐχὲς τῆς Γονυκλισίας τῆς Πεντηκοστῆς, λέγοντας: «Καὶ ἡμῶν κλινόντων τὰ γόνατα ἐπὶ γῆς, καὶ ἀσκεπῶν ὄντων, ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, βλέπων πρὸς τὸν Λαόν, τὰς Εὐχὰς μεγαλοφώνως, εἰς ἐπήκοον πάντων» (!) σ. 279.

Δηλ. εἴχαμε τὸν ἑξῆς νεωτερισμὸ τό 1962, πρώτη φορὰ ἐπισήμως τολμηθὲντα στὴν δισχιλιόχρονη Ἱερά μας Ἀποστολική Παράδοση τῆς κατ’ ἀνατολὰς προσ­ευχῆς (!):

«ἀπὸ τοῦ Βήματος» → «ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, βλέπων πρὸς τὸν Λαόν».

Γιὰ τὰ ἑπόμενα χρόνια θὰ γίνουμε μάρτυρες μιᾶς διελκυστίνδας, ὅπου τὸ Ἱερατικὸν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας35 πέρναγε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν πιὸ παραδοσιακῶν στὰ χέρια τῶν μοντερνιστῶν#[36] (λειτουργικῶν ἀναγεννητῶν) καί τ’ ἀνάπαλιν. Οἱ μὲν πιὸ παραδοσιακοὶ εἶχαν: «ἀπὸ τοῦ Βήματος», οἱ δὲ μοντερνιστὲς εἶχαν: «ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, βλέπων πρὸς τὸν Λαόν». Δηλ.

Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 1951: «ἀπὸ τοῦ Βήματος», σ. 216. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 1962: «ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, βλέπων πρὸς τὸν Λαόν», σ. 279. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 1968: «ἀπὸ τοῦ Βήματος», σ. 224. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 1971: «ἀπὸ τοῦ Βήματος», σ. 224. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 1977: «ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, βλέπων πρὸς τὸν Λαόν», σ. 262. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 1981: «ἀπὸ τοῦ Βήματος», σ. 224. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 1987: «ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, βλέπων πρὸς τὸν Λαόν», σ. 262. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 1995: «ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, βλέπων πρὸς τὸν Λαόν», σ. 262. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 2000: «ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, βλέπων πρὸς τὸν Λαόν», σ. 262. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 2004: «βλέπων πρὸς τὸν Λαόν, ἀναγινώσκει ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης», σ. 281. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 2007: «βλέπων πρὸς τὸν Λαόν, …», σ. 281. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. ἐκδ. 2021: «βλέπων πρὸς τὸν Λαόν, …», σ. 281.

Τό 1987 φαίνεται ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι ἡ πιὸ παραδοσιακὴ «μερίδα» στὴν Ἀποστολικὴ Διακονία (ἴσως καὶ στὴν Ἱερὰ Σύνοδο) εἴτε μειώθηκε δραστικά εἴτε «παραγκωνίστηκε» νὰ μὴν ἔχει λόγο στὴν ἔκδοση τοῦ Ἱερατικοῦ, καὶ κατ’ ἐπέκταση καὶ τῶν ἄλλων μᾶλλον Λειτουργικῶν βιβλίων (Ἀρχιερατικοῦ, Μηναίων, Ἐγκολπίου, κτλ.). Πρέπει πάντως νὰ τονιστεῖ ὅτι ἡ «σειρά» τοῦ Ἱερατικοῦ Ἀ.Δ. (1962, 1977, 1987 – 2000), καίτοι νεωτερίζει, εἶναι «παραδοσιακώτερη» τῆς νεωτέρας σειρᾶς.

Πέραν τοῦ Ἱερατικοῦ, ἔχουμε τὸν Ἰωάννην Φουντούλη,#[37] ὁ ὁποῖος καὶ ἐδῶ φαίνεται ἦλθε εἰς ἀρωγὴν τῶν μοντερνιστῶν καὶ προσπαθοῦσε νὰ δικαιολογήσει τὰ ἀδικαιολόγητα, ξεχνῶντας νὰ ἀναφέρει τὶς ῥήσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων, τὴν Ἀποστολική Ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν Ἱερὸ Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ προσθέτοντας «ἐπιστημονικὸ» μανδύα στὸν νεωτερισμό τῆς Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης#[38] διὰ «τῆς μεθόδου λήψεως τοῦ ζητουμένου». Ὅμως καὶ ἐδῶ ἀπέτυχε.

Συγκεκριμένα, ὁ Φουντούλης35 ἀναφέρεται στὸ θέμα τοῦ προσανατολισμοῦ τῶν Εὐχῶν στὴν «Ἀπορία» #334: «Αἱ Εὐχαὶ τῆς Γονυκλισίας τῆς Πεντηκοστῆς πρέπει νὰ λέγωνται ἀπὸ τὸν ἱερέα μὲ τὸ πρόσωπον ἐστραμμένον πρὸς ἀνατολάς, πρὸς τὴν ἁγίαν δηλαδὴ τράπεζαν, ἢ πρὸς δυσμάς, δηλαδὴ πρὸς τὸν λαόν;»#[39]

Ἀπαντάει ὁ ἴδιος (ἡ αʹ ἔκδοση τοῦ Γʹ τόμου ἔγινε τό 1982, ἀλλὰ ἐμεῖς μιλᾶμε γιὰ τὴν γʹ ἔκδοση τοῦ 2002 ποὺ ἔχουμε), καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψή του: «Οἱ εὐχὲς τῆς γονυκλισίας τῆς Πεντηκοστῆς λέγονται παντοῦ [1982;] ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη ἀπὸ τὸν Ἱερέα ἐστραμμένον πρὸς τὸν λαό»! Ἐνῶ παραδέχεται ὅτι ὅλη ἡ χειρόγραφη καὶ ἔντυπη παράδοση βροντοφωνάζει ὅτι λέγονται «ἀπὸ τοῦ Βήματος», δὲν στοιχίζεται μὲ τὴν ἁγιοπατερικὴ Παράδοση.38 Ὑποβαθμίζει τὴν χειρόγραφη παράδοση ὡς «ἀσαφῆ», λέγοντας ὅτι ναὶ μὲν ἀφήνει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ Ἱερεὺς εἶχε πρόσωπο πρὸς ἀνατολάς, ἀλλὰ ἀφοῦ τώρα [1982;] ὁ Ἱερέας τὶς λέει πρὸς τὴν δύση (ὁμόφωνος παράδοσις λέει, ἀλλὰ δὲν ἦταν ἔτσι, βλ. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1981), αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τῆς «ἀσάφειας» τοῦ «ἀπὸ τοῦ Βήματος»! Τό Ἱερατικόν τοῦ 1981 ὅμως ποὺ ἦταν τὸ ἐπίσημον Ἱερατικόν τῆς Ἐκκλησίας τό 1982, δὲν τὸ ἀνέφερε. Ἀπεφάνθη ἐκφέροντας τὴν προσωπική του ἄποψη.

Ἐδῶ ἔχουμε τὰ ἐπίσημα Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τοῦ 1951, 1968, 1971, 1981 ποὺ λένε «ἀπὸ τοῦ Βήματος», πῶς λοιπὸν παντοῦ λέγονταν ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη;

Ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ Κληρικοὶ νὰ δυτικίζανε (οἱ περισσότεροι ἐν ἀγνοίᾳ παρασυρθέντες) ποὺ σίγουρα δὲν ἦταν ἔτσι, ὑπερισχύουν πάντα οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἡ δισχιλιόχρονη Ἱερὰ Παράδοσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Ὁ Φουντούλης ἐπίσης δὲν ἔδωσε οὔτε μιὰ ἀναφορὰ ποὺ νὰ λέει ὅτι λέγονταν ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη ἢ τὰ Βημόθυρα καὶ πρὸς τὴν δύση. Καὶ ἐπίσης καὶ μόνο ποὺ ὑπῆρχε ἡ διελκυστίνδα παλαιὰ μεταξὺ τῶν πιὸ παραδοσιακῶν καὶ τῶν μοντερνιστῶν στὰ Ἱερατικὰ τῆς Ἀ.Δ.35 ὅπως εἴδαμε, «ἀπὸ τοῦ Βήματος» → «ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, βλέπων πρὸς τὸν Λαόν» καὶ τ’ ἀνάπαλιν, καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι τὸ «ἀπὸ τοῦ Βήματος» εἶναι σαφέστατα καὶ ἄνευ οἱασδήποτε ἀντιλογίας κατ’ ἀνατολάς,21 ἀλλιῶς δὲν θὰ χρειαζόταν νὰ τὸ ἀλλάζουν.

Ἀκόμη ὅμως καὶ οἱ Λατῖνοι, ὅπως εἴδαμε,29 πρὸς ἐντροπὴν τῶν μεταλειτουργικῶν μοντερνιστῶν, εἶχαν καθιερωμένη τὴν πρὸς Ἀνατολὰς προσευχήν μέχρι τὸν Προτεσταντισμό καὶ τὴν Βʹ Βατικάνεια Σύνοδο (ποὺ ἔχει ὑποστηρικτές, ὡς μὴ ὤφειλε, στὴν καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησία).

Σημειώσεις:

#[20] Γιατὶ διευκρινίζει εἰς ἐπήκοον; Ἐπειδὴ οἱ Ἱερατικὲς Εὐχὲς ἐν γένει εἶναι, ὡς Προσευχή, μυστικές. Ὅπως καὶ τοῦ Λαοῦ οἱ Εὐχές στὴν Ἐκκλησία εἶναι μυστικές (δὲν ἀκούει ὁ πιστὸς τὶς Εὐχὲς τοῦ διπλανοῦ του πιστοῦ). Λίγες Ἱερατικὲς Εὐχὲς ἐξαιρετέως ἔχουν θεσπισθεῖ ἐκφώνως στὴν Ἱερὰ Παράδοσή μας, ἴσως λόγῳ κατηχητικοῦ χαρακτῆρος. Στὴν Θεία Λειτουργία ἡ μόνη ἔκφωνη Εὐχή εἶναι ἡ Ὀπισθάμβωνος ποὺ προστέθηκε ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες γιὰ τοὺς περίεργους ποὺ ἤθελαν νὰ μάθουν τί λένε μυστικῶς οἱ Κληρικοὶ στὸ Ἱερό. Οἱ διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς βέβαια τοῦ Διακόνου αὐτὲς εἶναι ἐκφώνως, διότι ὁ Διάκονος μὲ τὶς Εὐχὲς αὐτὲς δίνει τὸ πρόσταγμα καὶ στὸν Ἱερέα (πρωτίστως) καὶ στὸν Λαὸ νὰ προσευχηθοῦν: «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Καὶ ὁ Ἱερεὺς ἀρχίζει νὰ προσεύχεται (ἐπεύχεται) μὲ τὴν Ἱερατική του Εὐχή, καὶ ὁ Λαὸς μὲ τὴν δική του καὶ μὲ τὸ μυστικὸ Κύριε ἐλέησον (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως Κύριε ἐλέησον). Τὰ ἀναλύουμε αὐτὰ στὰ ἄρθρα μας.

#[21] Σύμφωνα μὲ τὸν Ἱερὸ Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου, καὶ τὶς Δʹ, ΣΤʹ, Ζʹ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι (ποὺ τὸν ἐπικύρωσαν): «πρὸς ἀνατολὰς τετράφθαι κατὰ τὴν προσ­ευχήν», « πάντες μὲν ὁρῶμεν κατ᾽ ἀνατολὰς ἐπὶ τῶν προσευχῶν».

#[22] Ἡ Θεολογία τοῦ Σταυροῦ μέ τόν Ἐσταυρωμένο στήν Ἁγία Τράπεζα, αʹ ἔκδοσις, 6/12/2024.

#[23] Τό κυριώτερο Τυπικόν συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς μας ἰδιαίτερα μετὰ τὴν νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπὶ τοῦ προτεσταντισμοῦ τῆς Εἰκονομαχίας, καὶ μέχρι τὶς ἡμέρες μας, εἶναι τό Τυπικὸν τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις Λαύρας τοῦ Ὁσίου Σάββα (Τυπικόν τοῦ Ἁγίου Σάββα, ΤΑΣ), τὸ ὁποῖον ὅπως εἶπε ὁ Ἅγιος Συμεών Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (+1429): «Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἱεραῖς μοναῖς καὶ σχεδὸν πάσαις ταῖς ἐκκλησίαις, ἡ τοῦ ἀπὸ τῶν Ἱεροσολύμων Τυπικοῦ τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα τελεῖται τάξις».

#[24] Τυπικόν τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, ἔκδοσις Ἱ. Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης, 2010, κεφ. ΝΕʹ (Πεντηκοστάριον), σ. 460.

#[25] Ἡ Μεταρρύθμιση, ὁ Προτεσταντισμός, ξεκίνησε μὲ τὸν Λούθηρο τό 1517. Ἡ Μεταρρύθμιση στὴν Ἀγγλία, ὁ Ἀγγλικανισμός, ξεκίνησε τό 1534, ὅταν ἀποσχίσθηκαν ἀπὸ τὸν Πάπα Ῥώμης. Καὶ ἡ ἀντι-Μεταρρύθμιση τῶν Καθολικῶν, οὐσιαστικὰ ἡ Σύνοδος τοῦ Τρέντο – Τριδέντου (Trent, Concilium Tridentinum), ἔγινε μεταξὺ 1545-1563 (κράτησε 18 ὁλόκληρα χρόνια, καὶ περάσανε 3 Πάπες).

#[26] Τό Rationale Divinorum Officiorum (~1286) [loc.gov/item/47043536/] εἶναι γιὰ τοὺς Δυτικούς, ἡ πιὸ σημαντικὴ μεσαιωνικὴ λειτουργική [λειτουργιολογική] πραγματεία, σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ λατρεία καὶ ἀρχιτεκτονική, καὶ ἦταν στὴν Δύση, μαζὶ μὲ τὴν Βίβλο, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ συχνὰ ἀντιγραφόμενα καὶ διαδιδόμενα κείμενα. Γράφτηκε ἀπὸ τὸν Guillaume Durand (Gulielmo Durando, Guillaume Durandus, William Durand) κανονολόγο, λειτουργιολόγο, καὶ ἐπίσκοπο τοῦ Mende (Γαλλία, Montpellier).

#[27] T. M. Thibodeau, The Rationale divinorum officiorum of William Durand of Mende, A new translation of the prologue and book one, Columbia University Press, 2010: Βιβλίον 1ον, Κεφ. 1ον, «On the Church Building and its parts», §8, σ. 14.

#[28] Guillaume Durandus, Rationale Divinorum Officiorum, A modern translation of Book V, Translated by Janet Gentles, Paschal Light, 2019: Βιβλίον 5ον, Κεφ. 2ον, §57, σ. 38.

#[29] Guillaume Durandus, Rationale Divinorum Officiorum, ὅ.π., Βιβλίον 5ον, Κεφ. 5ον, §17, σ. 105.

#[30] Μία ἐξαίρεση ἐπιβεβαιοῦσα τὸν κανόνα, εἶναι μερικοὶ ἀρχαιότατοι Ναοὶ στὴν Ῥώμη ποὺ ἦσαν προσανατολισμένοι πρὸς τὴν Δύση, εἴτε προτοῦ καθιερωθεῖ στὴν Δύση ἡ κατ’ ἀνατολὰς προσευχή, εἴτε διότι ἦσαν κτίσματα ἤδη στραμμένα πρὸς τὴν Δύση ποὺ ἄλλαξαν μετὰ χρήση σὲ Ἐκκλησίες. Μετὰ ὅμως καὶ ἐκεῖ στὴν Ῥώμη οἱ Ναοὶ κτίζονταν προσανατολισμένοι πρὸς τὴν Ἀνατολή.

#[31] Joseph Cardinal Ratzinger, The Spirit of the Liturgy, Ignatius Press 2020 (2000): «Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, ἡ Προσευχὴ πρὸς τὴν Ἀνατολὴ θεωροῦνταν Ἀποστολικὴ Παράδοση», «Γιὰ αὐτὸ ὅπου δυνατὸν πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν Ἀποστολικὴ Παράδοση νὰ στρεφόμαστε πρὸς τὴν Ἀνατολή, καὶ στὰ κτίρια τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ στὴν Θεία Λειτουργία», «Ἕνα ἔχει παραμείνει ξεκάθαρο σὲ ὅλη τὴν Χριστιανοσύνη: ἡ κατ’ ἀνατολὰς προσευχὴ εἶναι μία Παράδοση ποὺ πηγαίνει στὴν Ἀρχή [τῆς Ἐκκλησίας]», σσ. 82, 84, 89.

#[32] Uwe Michael Lang, Turning towards the Lord – Orientation in Liturgical Prayer, Ignatius Press, San Francisco, 2009, σ. 100.

#[33] Ἀρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση, Ὁ Προσανατολισμός ἐν τῇ Λατρείᾳ, Ὀρθόδοξος Τύπος, τ. 1829, 1830, 30/4/2010, 7/5/2010.

#[34] Ἀρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση, Λατινογενής ἡ Λειτουργική Μεταρρύθμισις, Ὀρθόδοξος Τύπος, 25/1/ 2002, τ. 1443, σ. 4.

#[35] Ἡ ἀναφορά μας στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὶς ὀργανώσεις γίνεται γιὰ τὴν καταγραφὴ τῶν ἱστορικῶν στοιχείων ποὺ ἀφοροῦν τὸ παρὸν ἄρθρο, καὶ δὲν γίνεται, γιὰ νὰ κριθεῖ ἢ μηδενιστεῖ ἐν γένει τὸ ἔργο τους.

#[36] Προφανῶς θιασωτῶν τῆς Βʹ Βατικάνειας Συνόδου (1962-1965), καὶ τῶν μακροχρόνιων προεορτίων αὐτῆς.

#[37] «Μὲ τὸ ἴδιο ὅραμα, αὐτὸ δηλαδὴ τῆς Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης, ἄρχισε τὴν ἐπιστημονική του διαδρομὴ καὶ ὁ Φουντούλης, ἀκολουθῶντας ἀπὸ τό 1956 μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Τρεμπέλα μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὰ μεγάλα κέντρα τῆς περίφημης «Λειτουργικῆς Κίνησης», ποὺ προώθησαν τὴν «Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση» σ’ ὁλόκληρο τὸν χριστιανικὸ κόσμο, μὲ κύριο σταθμὸ βέβαια τὴν Βʹ Βατικανὴ Σύνοδο τῆς Ῥωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας», ὁμιλία καθ. Πέτρου Βασιλειάδη στὸ διεθνές συνέδριο πρὸς τιμὴν τοῦ καθ. Ἰωἀννου Φουντούλη. Σελίδα «Θεολογικά Δρώμενα», 21/2/2014. (πρόσβαση 1/12/2023).

#[38] Εἴδαμε παρόμοια καί στό θέμα τοῦ κλεισίματος τῆς Ὡραίας Πύλης (Βημοθύρων+Καταπετάσματος) στὴν Ἁγία Ἀναφορά, βλ. Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, …, β’ ἔκδ., 23/4/2024, κεφ. 19.6, καί τό· Αὐθεντική Λειτουργική Παράδοση (Ἀσματικό Τυπικό, Ἀρχέγονες Διατάξεις) ἢ Ἀντικουαριανισμός (Antiquarianism); βλ. Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ. φύλλων 2544 – 2545, 30/5/2025 – 6/6/2025.

 

Ὁ Ἱερεύς ἀνέκαθεν ἐποίει τήν Ἀνάγνωσιν τῶν Εὐχῶν πρὸς Ἀνατολάς – 1ον

Previous Article

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου περὶ τῶν προφητικῶν λόγων τοῦ Ἁγίου Παϊσίου διὰ τὴν Κύπρον

Next Article

«Σύγχρονοι ψυχαναγκασμοί! – Γ΄ Μέρος