Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου †
1ον
Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ
1. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς χριστιανικῆς πίστης.
α. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει:
Ἡ Ἀνάσταση εἶναι τὸ οὐσιαστικώτερο σημεῖο τῆς πίστης μας. Αὐτὸ σημαίνει: Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε,
• ἡ πίστη μας εἶναι στὸ σύνολό της μάταιη·
• καὶ ἐμεῖς οἱ ἀπόστολοι εἴμαστε ἕνα συνάφι βλάσφημοι καὶ παλιάνθρωποι, ἀφοῦ ἐκηρύξαμε – γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Θεοῦ! – ἕνα ψέμα: ὅτι ἀνάστησε τὸν Χριστό· χωρὶς νὰ τὸν ἔχη πράγματι ἀναστήσει (A΄ Κορ. 15,15-16)!
β. Καὶ ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος γράφει:
«Δὲν εἶναι καθόλου γιὰ μᾶς μεγάλο, ἂν πιστεύωμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἀπέθανε. Αὐτὸ τὸ πιστεύουν καὶ οἱ εἰδωλολάτρες. Καὶ οἱ Ἰουδαῖοι. Καὶ ὅλοι οἱ παλιάνθρωποι. Ὅλοι τὸ πιστεύουν, ὅτι ἀπέθανε. Ἡ πίστη τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι γιὰ μᾶς τὸ μεγάλο: Πιστεύομε, ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε[1]».
γ. Καὶ ὁ περίφημος R. Strauss (Ρίχαρντ Στράους) στὰ γηράματά του ὡμολόγησε:
Ἀφοῦ δὲν πιστεύω στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶμαι χριστιανὸς[2].
2. Νὰ λοιπὸν τὸ ἐρώτημα: Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός; ἢ ΝΑΙ, ἢ ΟΧΙ! Ἄλλη λύση δὲν χωρεῖ!
* Ἂν ἀναστήθηκε, τότε εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔλεγε. Εἶναι Θεός. Καὶ ὅλα ὅσα ἔλεγε, εἶναι ὅλα ἀληθινά.
* Ἂν δὲν ἀναστήθηκε, τότε οἱ ἀπόστολοι μᾶς λένε ψέματα! Καὶ
• ἤ εἶναι αὐτουργοὶ ἀπάτης·
• ἤ εἶναι θύματα ἀπάτης.
Ἕνα ἀπὸ τὰ δύο: ἢ ἀπατοῦν· ἢ ἀπατήθηκαν[3]»!
3. Ἂς ἐξετάσωμε προσεκτικὰ τὶς δύο αὐτὲς ἐκδοχές:
Α΄ ΜΗΠΩΣ ΜΑΣ ΗΠΑΤΗΣΑΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΑΙ;
α. Ἔκλεψαν τὸ σῶμα
1. Ὁ Ἰησοῦς ἐσταυρώθη. Ἀπέθανε στὸ Σταυρό. Καὶ ἐτάφη ἀπὸ τοὺς «εὐσχήμονες» (=Ἑβραίους ἀξιωματούχους) μαθητές Του Ἰωσὴφ καὶ Νικόδημο.
Ἐτάφη ἐσπευσμένα. Γιατί ἐκοιμήθη, λίγο πρὶν δύση ὁ ἥλιος. Καὶ ἀπὸ τὴν δύση τοῦ ἡλίου ἄρχιζε ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα. Ἔτσι ὁ Ἰωσήφ, ἀφοῦ Τὸν ἄλειψε μὲ ἀρώματα καὶ σμυρναλόη καὶ Τὸν ἐτύλιξε μὲ ἕνα σινδόνι, Τὸν ἔβαλε στὸν τάφο ποὺ ἑτοίμαζε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἕνα τάφο λελατομημένο (= σκαλισμένο) ἐπάνω σὲ ἕνα βράχο. Καὶ ἔκλεισε τὸ στόμιο τοῦ τάφου μὲ μία μεγάλη πλάκα, ποὺ δύσκολα τὴν μετακινοῦσαν δύο ἄνδρες (Ματθ. 27,60).
2. Τὴν ἑπομένη, παρ’ ὅτι ἑόρταζαν τὸ Πάσχα οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἑβραίων, ἀδιαφορώντας γιὰ ἑορτὴ καὶ διατάξεις περὶ καθαρότητος (βλ. Ἰω. 18,28), ἐπῆγαν στὸ πραιτώριο. Καὶ εἶπαν στὸν Πιλᾶτο:
– Κύριε, ἐμνήσθημεν, ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν: Μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι! Κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας· μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ Αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν Αὐτὸν καὶ εἴπωσι, ὅτι: Ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν. Καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης (Ματθ. 27,63-64). Δηλαδή: Ἐξοχώτατε, θυμηθήκαμε ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶχε εἰπεῖ: Μετὰ τρεῖς ἡμέρες θὰ ἀναστηθῶ. Σὲ παρακαλοῦμε, διάταξε νὰ φρουρηθῆ ὁ τάφος, μέχρι ποὺ νὰ συμπληρωθῆ καὶ ἡ τρίτη ἡμέρα. Γιατί φοβούμεθα, πὼς θὰ πᾶμε οἱ μαθητές Του καὶ θὰ Τὸν κλέψουν. Καὶ θὰ λένε: Ἀναστήθηκε. Καὶ ἡ πλάνη αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ χειρότερη ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ φαντασθῆ!
Ὁ Πιλᾶτος τοὺς ἔδειξε κατανόηση!
• Τοὺς ἔδωσε μία ὁλόκληρη κουστωδία.
• Ἐσφράγισε τὸν λίθο τοῦ τάφου μὲ τὴν σφραγίδα του.
• Ἔθεσε τὴν κουστωδία ὑπὸ τὴν ἄμεση ἐποπτεία τοῦ Καϊάφα· στὶς διαταγὲς τοῦ Καϊάφα.
Ἡ ρύθμιση αὐτὴ ἦταν ὅ,τι καλύτερο μποροῦσε νὰ περιμένη ὁ Καϊάφας. Τὸν ἐξασφάλιζε σὲ ἀπόλυτο βαθμό. Μὰ παράλληλα ἦταν καὶ ἕνα μοναδικὸ στὸν κόσμο γεγονός. Οὔτε ξανάγινε. Οὔτε θὰ ξαναγίνη ποτέ, ὅσο ὑπάρχει κόσμος. Φρουροῦσαν τὸν τάφο, νὰ μὴ χαθῆ ὁ νεκρός!
3. Μὰ τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωΐ, τρίτη ἡμερολογιακὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴν στιγμὴ τοῦ θανάτου τοῦ Ἰησοῦ, ὁ τάφος εὑρέθη κενός. Ἔλειπε ὁ νεκρός!
Ὁ κενὸς τάφος ὑπῆρξε γεγονὸς ἱστορικό, ποὺ κανεὶς δὲν τὸ ἀμφισβήτησε.
• Οἱ μαθητὲς ἔδωσαν τὴν ἐξήγηση: Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν. Τὸν εἴδαμε. Τὸν ἐγνωρίσαμε. Τὸν ἐψηλαφήσαμε. Μᾶς μίλησε. Κουβεντιάσαμε. Ἐφάγαμε καὶ ἠπίαμε μαζί.
• Οἱ Ἑβραῖοι ἔδωσαν τὴν δική τους ἐξήγηση: Τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ τὸ ἔκλεψαν οἱ μαθητές. Κάποια στιγμή, ποὺ οἱ φρουροὶ εἶχαν ὅλοι ἀποκοιμηθῆ. Τὸ ἔκλεψαν ἐπίτηδες. Γιὰ νὰ φτιάξουν τὸ «παραμύθι», ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε!
4. Ἔχομε δύο ἐκδοχὲς διαμετρικὰ ἀντίθετες. Καὶ οἱ δύο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σωστές!… Ποιὰ εἶναι ἡ σωστή;
Πῶς θὰ ἐρευνηθῆ ἡ ἀλήθεια μίας πληροφορίας;
Μόνο μὲ τὴν ἱστορικὸ-δικαστικὴ μέθοδο (βλ. κεφ. Γ § δ’). Μὲ ἄλλα λόγια πρέπει
α. νὰ ἐρευνηθοῦν ὅλες οἱ ὑπάρχουσες μαρτυρίες· καὶ
β. παράλληλα νὰ ἐρευνηθοῦν μὲ εὐαισθησία δικαστικοῦ ἀνακριτῆ τὰ κίνητρα, ποὺ ὤθησαν τὰ συγκεκριμένα πρόσωπα νὰ δώσουν τὴν κάθε μαρτυρία. Πρέπει σὰν δικαστὲς-ἀνακριτὲς νὰ ἰδοῦμε, τί κρύβεται γύρω ἀπὸ τὴν κάθε δήλωση, ὁμολογία ἢ κατάθεση. Στὴν ἔρευνα γύρω ἀπὸ τὰ κίνητρα οἱ δικαστικοὶ ἀνακριτὲς εἶναι ἐπιστήμονες. Ἀκούουν ὀλίγα καὶ βγάζουν συμπεράσματα:
• Αὐτός δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀθῶος.
• Αὐτός δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἔνοχος.
• Πίσω ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ κρύβεται κάτι τὸ ὕποπτο.
Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιστρατεύσωμε ὅλη μας τὴν δυνατὴ κακοπιστία σὲ ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὴν μαρτυρία τῶν ἀποστόλων· καὶ νὰ δεχώμεθα καλόπιστα τὶς θέσεις τῶν Ἑβραίων, ἀπὸ φόβο μὴ μᾶς χαρακτηρίσουν «ἀντισημιτιστές»! Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντικειμενικότητα!
β. Ἡ μαρτυρία τῶν Ἑβραίων
Ὅπως εἴπαμε καὶ πιὸ ἐπάνω, οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν ἔμαθαν ὅτι ὁ τάφος τοῦ Ἰησοῦ εὑρέθη κενός, ἔδωσαν τὴν ἐξήγηση: Τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ τὸ ἔκλεψαν οἱ μαθητές του, γιὰ νὰ διαδώσουν τὸν μῦθο, ὅτι ἀναστήθηκε.
Ἂν εἴμαστε δικαστὲς-ἀνακριτές, τί θὰ διερωτώμεθα;
Στέκει ἡ μαρτυρία τους; Στέκει νομικὰ καὶ λογικὰ ἡ ἐξήγηση, ποὺ μᾶς δίνουν; Πείθει;
Ἂς ἀκούσωμε μερικὲς παρατηρήσεις, ποὺ τὴν ἐξήγηση αὐτὴ τῶν Ἑβραίων «τὴν τινάζουν στὸν ἀέρα!».
1. Ἀκούσατε ποτὲ τέτοιο πρᾶγμα;
«Τὶς εἶδε; Τὶς ἤκουσε, νεκρὸν κλαπέντα ποτέ; Μάλιστα ἐσμυρνισμένον καὶ γυμνόν, καταλιπόντα ἐν τῷ τάφω, τὰ ἐντάφια αὐτοῦ»[4];
Περιπτώσεις, ποὺ ἔκλεψαν τὰ ροῦχα καὶ τὰ κοσμήματα τῶν νεκρῶν καὶ ἀφῆκαν τοὺς νεκρούς, ἔχομε πολλές! Μὰ περίπτωση, ποὺ νὰ ἔκλεψαν τὸν πεθαμένο, δὲν ὑπάρχει στὴν παγκόσμια ἱστορία! Καμμία! Πῶς νὰ δεχθῶ τέτοια ἐξήγηση;
Πειράζει, ποὺ τὰ λόγια αὐτὰ τὰ λέει τροπάριο; Χάνουν τὴν ἀξία τους γιὰ αὐτό;
Σημειώσεις:
[1] S. Augustini, Enarratio in Psalmum 120,6. [2] Παγκόσμιο Λεξικὸ τῶν Ἔργων, τόμ. Ε’, Ἀθῆναι (Spiritus Mundi) 1966, σέλ. 2404-2405. [3] Pascal, Bl. Pensees, art. XI. [4] Παρακλητική, Ἠχ. Πλ. Α’ Κυριακή, Αἶνοι.




