Ἡ αὐτομεμψία εἰς τὴν ἐν Χριστῷ ζωήν μας – 2ον

Share:

Τοῦ μοναχοῦ Ἀρσενίου,

Ἱ. Σκήτη Κουτλουμουσίου, Ἅγιον Ὄρος

2ον

  Ἂς ἀναφέρουμε ἕνα χαριτωμένο παράδειγμα, ὡς γεγονὸς ποὺ συνέβη μὲ ἕνα πνευματικὸ ἱερέα. Κάποτε, ὅταν ἐξομολογοῦσε, πῆγε μία εὐσεβὴς γυναίκα νὰ ἐξομολογηθεῖ καὶ σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐξομολογήσεως, ἡ γυναίκα αὐτὴ ἔλεγε στὸν πνευματικὸ πὼς δὲν εὐθύνεται ἡ ἴδια γιὰ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ διέπραξε, ἀλλὰ ἡ αἰτία εἶναι ἡ πεθερά της ποὺ τῆς ἔρριχνε τὴ διάθεση καὶ γι’ αὐτὸ ἁμάρτανε! Ὁπότε, ὅταν τελείωσε ἡ ἐξομολόγηση, ὁ πνευματικὸς εἶπε στὴ γυναίκα νὰ στείλει τὴν πεθερά της νὰ τῆς διαβάσει συγχωρητικὴ εὐχή, διότι ἡ ἴδια ἰσχυριζόταν πὼς εἶναι ἀνεύθυνη. Καταλαβαίνουμε λοιπὸν ἀπὸ αὐτὸ τὸ περιστατικό, πόσο γελοιοποιούμαστε, ὅταν ὁμολογοῦμε ὅτι κάνουμε μὲν τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ στὴν οὐσία ἰσχυριζόμαστε ὅτι δὲ φταῖμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ κάποιος ἄλλος ποὺ δῆθεν μᾶς παρέσυρε. Δυσ­τυχῶς γιὰ τὴν ἐποχή μας, αὐτὸ ἔχει γίνει ἑκούσια ἀρρώστια, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἔχουμε εἰρήνη μέσα μας, διότι δὲν ἔχουμε λάβει συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεό. Φυσικὰ δὲν γνωρίζουμε ποσὸ μεγάλο εἶναι τὸ ποσοστὸ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ ὑπάρχουν καὶ οἱ κατὰ Θεὸν σοφοί, ἀνδρεῖοι χριστιανοὶ ποὺ ὅταν ἐξομολογοῦνται προξενοῦν μεγάλη χαρὰ καὶ ξέσπασμα δακρύων στοὺς πνευματικούς, διότι βλέπουν πνεῦμα μετανοίας, ὅπως τοῦ προφήτου καὶ βασιλέως Δαβίδ, τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καὶ τόσων ἄλλων ἁγίων ποὺ παραδέχονταν πὼς οἱ ἴδιοι εἶναι ἡ αἰτία ποὺ ἁμάρτησαν. Κάποιοι μάλιστα ἐρευνητὲς λένε πὼς ἡ σωστὴ καὶ καθαρὴ ἐξομολόγηση ποὺ προαναφέραμε εἶναι τὸ μοναδικὸ φάρμακο γιὰ τὶς ψυχολογικὲς ἀρρώστιες καὶ συμφωνοῦμε ἀπόλυτα μὲ αὐτούς.

  Ὅσοι λοιπὸν διακατεχόμαστε ἀπὸ αὐτὸ τὸ παμπόνηρο πάθος νὰ ρίχνουμε σὲ ἄλλους τὴν εὐθύνη τῆς ἁμαρτίας ποὺ διαπράξαμε, δὲν μᾶς μένει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ πάρουμε τὴ γενναία ἀπόφαση καὶ νὰ δοκιμάσουμε τὴν εἰλικρινῆ κατὰ Θεὸν ἐξομολόγηση καὶ νὰ ὁμολογήσουμε ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ μας Πατρός, πὼς ἐμεῖς κάναμε τὴν ἁμαρτία, ἐμεῖς φταῖμε γι’ αὐτήν, κανεὶς δὲν μᾶς ἔσπρωξε, ἀλλὰ ἡ ἴδια μας ἡ προαίρεση αὐτὴ καὶ μόνο. Καὶ ὅταν τὸ κατορθώσουμε αὐτό, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μας, ἂς εἴμαστε βέβαιοι πὼς τὰ ψυχολογικά μας θὰ ἐξαφανιστοῦν ἀπὸ τὴν ψυχή μας.

Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν ποὺ βγαίνει εἶναι, πὼς ἂν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ἔλεγαν στὸν Θεὸ «ἡμάρτομεν ἐνώπιόν Σου, συγχώρησέ μας» δὲ θὰ τοὺς ἔδιωχνε ἀπὸ τὸν Παράδεισο, ἀλλὰ κάποια ἄλλη λύση θὰ ἔδινε ὁ Θεός. Ὥστε λοιπὸν ὁ Παράδεισος ἔκλεισε, ὄχι τόσο ἐπειδὴ φάγανε ἀπὸ τὸν ἀπαγορευμένο καρπό, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν μετανόησαν καὶ δὲν εἴπανε στὸν Θεὸ τὸ «ἥμαρτον».  Καὶ τόσο πολὺ θρήνησε ὁ Ἀδὰμ αὐτὴν τὴν ἀμετανοησία πού, ὅταν ἔγινε ἡ εἰς Ἅδου κάθοδος τοῦ Χριστοῦ μας, τὸ πρῶτο ποὺ εἶπε ὁ Ἀδὰμ, ὅταν ἀντίκρυσε τὸν Κύριό μας ἦταν τὸ «ἥμαρτον», παρόλο ποὺ τὸ ἔλεγε τόσα χρόνια στὴ γῆ ἐκτός τοῦ Παραδείσου. Ἔτσι λοιπὸν καὶ ἐμεῖς δὲν ἔχουμε καμία ἄλλη ἐπιλογὴ ἐκτός τῆς μεγάλης λέξεως ποὺ λέγεται «ἥμαρτον», διότι ὅπως λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας ὡς ἄνθρωποι ποὺ εἴμαστε ἁμαρτάνουμε καθημερινά.

Πολλοὶ μεγάλοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ δὲν εἶχαν κάνει μεγάλα καὶ θανάσιμα ἁμαρτήματα μὲ πολὺ χαρὰ καὶ προθυμία ὀνόμαζαν τὸν ἑαυτὸ τους χειρότερο ἁμαρτωλὸ ἀπὸ ὅλους καὶ τὸ κάνανε αὐτό, διότι ἐννοήσανε σὲ βάθος τὴ μεγάλη ἀξία τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴ λέξη «ἥμαρτον», ὅπως τὴν ἐκφώνησε ὁ ἄσωτος υἱὸς τῆς παραβολῆς τοῦ Εὐαγγελίου. Πόσο μᾶλλον πρέπει νὰ χαιρόμαστε, ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἔχουμε πέσει σὲ μεγάλες καὶ θανάσιμες ἁμαρτίες καὶ νὰ λέμε μὲ ἀνδρεία γεμάτοι θάρρος τὴ λέξη «ἥμαρτον»; Διότι δὲν ὑπάρχει κανένα ἄλλο φάρμακο πάνω στὴ γῆ γιὰ τὶς τύψεις ποὺ νιώθει ἡ ψυχή μας ἀπὸ θανάσιμες ἁμαρτίες, παρὰ μόνο ἡ ἀληθινὴ μετάνοια ποὺ εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἐλπιδοφόρα συντριβὴ μὲ τὶς λέξεις «ἥμαρτον Κύριε, συγχώρησέ με».

  Ὥστε λοιπόν, ὁ Θεὸς μᾶς ζητάει μόνο νὰ ἀναγνωρίσουμε πὼς ἐμεῖς οἱ ἴδιοι εὐθυνόμαστε γιὰ τὴν ἁμαρτία. Ἂν δὲν χρειαζότανε αὐτὴ ἡ ἀναγνώριση, δὲ θὰ μᾶς τὴ ζητοῦσε ὁ Θεός. Διότι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἁμαρτάνει καὶ δὲν παραδέχεται ὅτι φταίει ὁ ἴδιος γιὰ τὴν πράξη του, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνει σιγὰ-σιγὰ ἀρχίζει νὰ ὁμοιάζει μὲ τὸν διάβολο, διότι μόνο ὁ διάβολος δὲν παραδέχεται τὴν ἁμαρτωλότητά του, ἀλλὰ πιστεύει πὼς εἶναι ἕνας θεός! Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς θέλει νὰ μᾶς προφυλάξει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν πονηρία τοῦ διαβόλου καὶ μᾶς ζητάει νὰ παραδεχτοῦ­με καὶ νὰ ἀναγνωρίσουμε πὼς ἐμεῖς εὐθυνόμαστε γιὰ τὴν ἁμαρτία ποὺ διαπράξαμε. Ἐπίσης ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε, πὼς μὲ τὴν ἔξοδο τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας ἀπὸ τὸν Παράδεισο, τὸ πρῶτο καὶ φυσικὸ ἐπακόλουθο ποὺ ἔγινε στὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ πέφτει στὴν ἁμαρτία. Ἔτσι ἀργότερα γιὰ τὸν ἀγαπημένο λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἰσραήλ, νομοθετήθηκαν κάποιες πράξεις ἐξιλέωσης καὶ θυσίες, μὲ τὶς ὁποῖες καθαριζόταν ὁ λαὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Τώρα στὴν Καινὴ Διαθήκη ποὺ διανύουμε, ὅσοι ἔχουν λάβει τὸ ἅγιο βάπτισμα πέφτουν μὲν καθημερινὰ στὴν ἁμαρτία, ὅμως ὁ Θεὸς ἔχει δώσει στὸν ὀρθόδοξο λαὸ του τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἐξομολογήσεως, γιὰ νὰ καθαρίζεται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ διάμεσου αὐτοῦ τοῦ μεγάλου μυστηρίου ἀξιωνόμαστε καὶ μεταλαμβάνουμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅμως ἐπαναλαμβάνω δὲν θὰ μᾶς ὠφελήσει καθόλου τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, ἂν δὲν παραδεχτοῦμε πὼς ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχουμε τὴν εὐθύνη τῆς ἁμαρτίας ποὺ διαπράξαμε.

  Ἡ ἀναμαρτησία εἶναι ἀποκλειστικὴ ἰδιότητα μόνο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας, κανένα πλάσμα οὔτε στὴ γῆ, οὔτε στὸν οὐρανὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι εἶναι ἀναμάρτητο, παρὰ μόνο ὁ Τριαδικὸς Θεός μας ποὺ εἶναι φύσει ἀναμάρτητος. Τὸ δὲ πλάσμα Του, ὁ ἄνθρωπος, κατορθώνει μὲν καὶ φθάνει στὴν ἀπάθεια, ἀλλὰ ὄχι στὴν ἀναμαρτησία. Ὁ ἀπαθὴς ἅγιος δέχεται τὴν προσβολὴ τῆς ἁμαρτίας μὲ λογισμοὺς ἀπὸ τὸν διάβολο, ἀλλὰ δὲν ἐνδίδει σὲ καμία προσβολὴ καὶ ἔτσι μένει ἀπαθὴς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ὅμως αὐτὸ εἶναι χάρις καὶ δωρεὰ ἀπὸ τὸν Θεό μας, δὲν εἶναι δύναμη ποὺ ἔχει ὁ Ἅγιος, οὔτε πηγάζει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Δηλαδή, ὅσο ἑνωμένος εἶναι ἕνας Ἅγιος μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, τόσο πιὸ ἀπαθὴς εἶναι πρὸς τὴν ἁμαρτία. Περιττὸ εἶναι νὰ ποῦμε, πὼς ὁ Θεός μας δὲν ἔχει προσβολὲς ἀπὸ ἁμαρτίες, ὅπως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, διότι ἀλήθεια, πῶς θὰ μποροῦσε ὁ Πλάστης νὰ ἔχει προσβολὴ ἀπὸ τὸ πλάσμα του; Αὐτὸ ἔγινε μόνο μία φορά κατὰ παραχώρηση στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστὸ μὲ τοὺς τρεῖς πειρασμοὺς καὶ αὐτά μᾶς τὰ ἑρμηνεύουν οἱ μεγάλοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ ποιὸν λόγο παραχώρησε ὁ Θεός μας νὰ γίνουν αὐτοὶ οἱ τρεῖς πειρασμοὶ στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό. Σὲ ἄλλη περίπτωση ποτὲ δὲν μπορεῖ ἕνα πλάσμα νὰ προσ­βάλει τὸν Πλάστη.

  Ἄρα λοιπόν, δὲν ἔχει ὁ Θεός μας τὴν ἀπαίτηση ἀπὸ τὸ πλάσμα του τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι ἀναμάρτητο, ὅμως περιμένει τὴν ἑκούσια ἀναγνώριση γιὰ τὴν ἁμαρτία του, γιὰ νὰ τὸν συγχωρέσει καὶ στὴ συνέχεια νὰ χαίρεται ὁ ἄνθρωπος. Διότι ἂν δὲ λάβει συγχώρηση ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν ἔχει καμία χαρὰ μέσα του. Καὶ ὄντως λυπᾶται πολὺ ὁ Θεός μας, ὅταν μᾶς βλέπει νὰ μὴ ἔχουμε τὴ χαρὰ ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸν Ἴδιο. Διότι ἄλλο εἶναι οἱ ψεύτικες καὶ ψυχοφθόρες χαρὲς τοῦ κόσμου καὶ ἄλλο εἶναι οἱ χαρὲς ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεό μας. Οἱ χαρὲς τοῦ κόσμου τούτου μοιάζουν μὲ τὶς πέτρες ποὺ τὶς συναντᾶμε καὶ τὶς πατᾶμε στὸ δρόμο μας, οἱ δὲ χαρὲς τοῦ Θεοῦ μοιάζουν μὲ ὑπερπολύτιμα καὶ σπανιότατα μαργαριτάρια!! Νομίζω πὼς δὲ χωράει καμιὰ ἀπολύτως σύγκριση ἀνάμεσα στὶς δύο αὐτὲς χαρές.

Previous Article

Ἠθικὰ μαθήματα ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν ἀρχαιότητα

Next Article

Παλαιά και σύγχρονα θαύματα του νεομάρτυρα Γεωργίου των Ιωαννίνων