3ον
ζ΄. Σύγχυσις εἰς τὸ διορατικὸν χάρισμα τῆς ψυχῆς
Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει ὅτι ὁ θυμός, ἡ κακὴ ἐπιθυμία, ἡ δειλία, ὁ φθόνος καὶ γενικὰ ὅλα τὰ πάθη «θολώνουν τὸ μάτι τῆς ψυχῆς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὴν ἀλήθεια».5 Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπίσης λέει ὅτι «ἡ κυριευμένη ἀπὸ τὰ πάθη ψυχὴ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ δεῖ καὶ νὰ πράξει κάτι μεγάλο καὶ γενναῖο, ἀλλὰ σὰν νὰ εἶναι θολό τὸ μάτι της ἀπὸ κάποια τσίμπλα, εἶναι βαριὰ κοντόφθαλμη».6
η΄. Ἡ πικρία τῶν παθῶν
Ὁ δοῦλος τῶν παθῶν βιώνει τὴν πάλη μὲ τὶς ἠθικὲς ἀρχὲς ποὺ ἀπαγορεύει ἡ συνείδησή του. Ὅταν ὑπερισχύσουν τὰ πάθη, ἔχουμε τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἐπακόλουθη πικρία. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος παρομοιάζει τὶς κακὲς ἐπιθυμίες μὲ ἀγκάθια, ποὺ «ἀπ’ ὅπου κι ἂν τὰ πιάσει κανείς, ματώνει τὰ χέρια του καὶ τραυματίζεται, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὶς κακὲς ἐπιθυμίες παθαίνει τὰ ἴδια, ὅποιος κυριευθεῖ ἀπ’ αὐτές, καὶ γεμίζει τὴν ψυχή του μὲ πόνους»7.
Τὰ πάθη δημιουργοῦν δυσάρεστες καταστάσεις στὸν ἄνθρωπο καὶ προτοῦ νὰ ἱκανοποιηθοῦν. Αὐτὸ συμβαίνει στὸν φθονερὸ ποὺ συνεχῶς σχεδιάζει τὴν ἐξόντωση κάποιου ἀνθρώπου, στὸν φιλήδονο ποὺ φαντάζεται πολλά, στὸν πλεονέκτη ποὺ ὀνειρεύεται πλούτη καὶ θησαυροὺς κ.λπ. Χωρὶς νὰ ἔχουν κάνει πράξη τὶς ἁμαρτωλές τους ἐπιθυμίες, ταλαιπωροῦνται μὲ τοὺς σχεδιασμοὺς γιὰ τὴ μελλοντικὴ ἱκανοποίηση τῶν παθῶν τους!
θ΄. Ἡ διαστροφὴ τῶν παθῶν
Ἴσως κάποιος σκεφθεῖ ὅτι ἀφοῦ ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο μὲ τὰ πάθη, ἡ ἱκανοποίησή τους δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀπαγορευμένη. Στὸν ἰσχυρισμὸ αὐτὸν πρέπει νὰ δοθεῖ μιὰ ἀπάντηση, γιὰ νὰ μὴ ἐξάγονται ἐσφαλμένα συμπεράσματα. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος διευκρινίζει σχετικὰ «Ὁ Θεὸς οὔτε ἔπλασε οὔτε δημιούργησε κανένα κακό. Κάποιοι ὅμως ἀπατήθηκαν ποὺ ἰσχυρίστηκαν ὅτι μερικὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπάρχουν ἐκ φύσεως στὴν ψυχή. Δὲν ἔλαβαν ὑπ’ ὄψη τους ὅτι ἐμεῖς ὁρισμένες στοιχειώδεις κλίσεις τῆς φύσεώς μας τὶς μετατρέψαμε σὲ πάθη. Ἐπὶ παραδείγματι: Ἐκ φύσεως ὑπάρχει μέσα μας ἡ δυνατότης τῆς σαρκικῆς σπορᾶς γιὰ τὴ γέννηση τῶν τέκνων. Ἐμεῖς ὅμως αὐτὸ τὸ μεταβάλαμε σὲ πορνεία. Ἐκ φύσεως ὑπάρχει μέσα μας ὁ θυμὸς ἐναντίον τοῦ ὄφεως, καὶ ἐμεῖς τὸν χρησιμοποιοῦμε ἐναντίον τοῦ πλησίον. Ἐκ φύσεως ὑπάρχει μέσα μας ὁ ζῆλος γιὰ τὶς ἀρετές, καὶ ἐμεῖς τὸν στρέφουμε πρὸς τὸ κακό. Ἐκ φύσεως ὑπάρχει στὴν ψυχὴ ἡ ἐπιθυμία τῆς δόξης, ἀλλὰ τῆς ἄνω. Ἐκ φύσεως καὶ τὸ νὰ ὑπερηφανευόμεθα, ἀλλὰ κατὰ τῶν δαιμόνων. Ὁμοίως καὶ ἡ χαρά, ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὸν Κύριο καὶ μὲ τὴν εὐτυχία τοῦ πλησίον. Μᾶς ἐδόθηκε ἀκόμη καὶ ἡ μνησικακία, ἀλλὰ ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τῆς ψυχῆς. Μᾶς ἐδόθηκε καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς τροφῆς, ἄλλα ὄχι καὶ τῆς ἀσωτίας»8.
Σημείωσις:
5. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Γ΄, Ἀθήνα 2004, σελ. 90. 6. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Γ΄, Ἀθήνα 1995, σελ. 580. 7. Ὅπ. παρ., σελ. 583. 8. Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Ὠρωπὸς 1978, σελ. 318.




