Εἰκονογραφία: «Τέχνη νηστευτική» -3ον

Share:

Τοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κωστάκη

3ον

Πῶς γίνεται ἡ προσκύνησις

  Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία, τὶς ὁδηγίες τῶν ἁγίων πατέρων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἡ προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκόνων πρέπει νὰ γίνεται «μετὰ δέους, τρόμου καὶ πίστεως» ὅτι «χάρις θεία ἐπιφοιτᾶ εἰς αὐτάς, ἥτις μεταδίδει εἰς ἡμᾶς τὸν ἁγιασμόν».(Βλάσταρης). Ἀναφέρονται δὲ οἱ ἀκόλουθοι λόγοι, γιὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ γίνεται ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων:

α). Κοσμοῦν καὶ στολίζουν τοὺς ἱεροὺς ναούς.

β). Σὲ ὅσους δὲν γνωρίζουν γράμματα διδάσκουν προφητεῖες τῶν προφητῶν, ἀγῶνες τῶν ὁσίων, ἀθλήματα τῶν μαρτύρων, θαύματα καὶ πάθη τοῦ Χριστοῦ.

γ). Ὑπενθυμίζουν στοὺς γραμ­ματισμένους ἐκεῖνα ποὺ λησμόνησαν. Γι’ αὐτὸ οἱ εἰκόνες ὀνομάζονται: «Βιβλία σοφῶν καὶ ἀμαθῶν».

δ). Αὐξάνουν τὸν πόθο τῶν χριστιανῶν ποὺ τὶς βλέπουν.

ε). Παρακινοῦν ὅσους τὶς βλέπουν νὰ μιμοῦνται τοὺς ἁγίους καὶ τὰ ἔργα τους.

στ). Προτρέπουν τοὺς προσ­κυνητὲς νὰ ἐπικαλοῦνται, μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα, τὸν μὲν Θεὸ ὡς Σωτῆρα, τοὺς δὲ ἁγίους ὡς μεσῖτες στὸ Θεὸ «ἵνα διὰ τῆς πρεσβείας αὐτῶν δώη αὐτοῖς πάντα τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα».

Ἡ θαυματουργία τῶν εἰκόνων

  Ἡ θαυματουργία τῶν ἁγίων εἰκόνων ὀφείλεται, στὸ ὅτι ζωγραφήθηκαν ἀπὸ ἅγιο τεχνίτη, ἢ γιὰ ἄλλο λόγο καὶ θεία οἰκονομία. Τὰ πραγματικὰ θαύματα ὅλα εἶναι ἐνεργήματα τῆς ἁγιαστικῆς δύναμης καὶ χάριτος τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ προέκταση τοῦ σώματός του, στὸ χρόνο καὶ τὴν ἱστορία.

  Γι’ αὐτὸ τὰ θαύματα τῶν ἱερῶν εἰκόνων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν καὶ νὰ ἐκτιμηθοῦν σωστὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Κάθε θαῦμα «εἶναι τὸ ἐντονότερο ψηλάφισμα τῶν σφυγμῶν τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀκριβέστερη θερμομέτρηση τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας». Στὴν Ἐκκλησία ἀνήκουν καὶ οἱ πιστοὶ καὶ οἱ εἰκόνες. Γι’ αὐτὸ «πᾶν ὅ,τι ἐνεργεῖται διὰ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἐνεργεῖται ἐν ὀνόματι καὶ δυνάμει Ἰησοῦ Χριστοῦ».

Οἱ εἰκόνες ὡς ὕλη καὶ τέχνη ἀνήκουν στὰ ἱερὰ ἀντικείμενα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ περισσότερες εἶναι ἔργα εὐσεβῶν χαρισματούχων ἁγιογράφων, καὶ ἀποτελοῦν καρπὸ καὶ ἔργο προσευχῆς (Δέησης) γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους. Μὲ τὴν εἰκόνα προβάλλεται ἡ θέση τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ, στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ «φορτίζονται μὲ τὴν ἀπολυτρωτικὴ δύναμη τῆς χάριτος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἡ θεία χάρις δὲν περιορίζεται μόνο στὶς εἰκονογραφικὲς παραστάσεις, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται καὶ στὴν ὕλη ποὺ χρησιμοποιεῖται γι’ αὐτές, ὥστε καὶ αὐτὴ νὰ ἱεροποιεῖται.

Ὅπως ἡ τιμητικὴ προσκύνηση τῶν εἰκόνων «ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει», ἔτσι καὶ ἡ θαυματουργὸς ἐνέργεια «ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ πρωτοτύπου». Ὅλες οἱ εἰκόνες ἀσκοῦν ἁγιαστικὴ καὶ ψυχοσωτήριο ἐπίδραση στοὺς πιστούς. Τὰ θαύματα τῶν ἁγίων εἰκόνων ἐνεργοῦνται «μὲ τὴν συσσώρευση σ’ αὐτές, ἐκτάκτως, μεγάλων φορτίων δυνάμεως καὶ λυτρωτικῆς χάριτος τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ». Ἔτσι ἡ εἰκόνα ἀναδεικνύεται σὲ κομβικὸ σημεῖο στὸ ὁποῖο συναντᾶται ἡ «ἀνοδικὴ πορεία τῶν εὐλαβῶν πιστῶν» μὲ τὴν καθοδικὴ πορεία τῆς θείας χάριτος. Κάθε ὑλικὸ ποὺ ἀφιερώνεται στὸ Θεό, τὴν Παναγία, τοὺς Ἁγίους, (εἰκόνες, λείψανα, ἐνδύματα ἁγίων, σκεύη, σταυρός, εὐαγγέλιο) φορτίζεται μὲ θεία χάρη, ὅπως κάθε μεταλλικὸ ὅταν ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν μαγνήτη. Ἡ πίστη τῶν χριστιανῶν καὶ ἡ θεία χάρις εἶναι οἱ δύο βασικοὶ παράγοντες θαυματουργίας καὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων.

Ἡ ὕλη τῶν ἱερῶν εἰκόνων, θεολογικά, εἶναι ὡς μία ἄλλη « ἱερὰ πρόθεσις», πάνω στὴν ὁποία οἱ εὐλαβεῖς χριστιανοὶ ἀποθέτουν: προσευχὲς ,δεήσεις , εὐχαριστίες, αἴνους καὶ δοξολογίες τους πρὸς τὸν Θεό. Μὲ τὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων ἀπ’ τοὺς πιστούς, μαζὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ ἀποθησαυρίζεται καὶ ἡ εὐλάβεια τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἡ εἰκόνα ἀναδεικνύεται «σὲ τόπο καὶ μέσο προσωπικῆς συνάντησης-συνομιλίας» τῶν προσευχομένων μὲ τὶς μορφὲς ποὺ εἰκονίζονται. Οἱ εἰκόνες (ὄχι ἀπ’ τὴ φύση τους), ἀλλὰ «τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Θεοῦ, ἔχουν τὴ χάρη τῆς θαυματουργίας».

Ὁ «εἰκονισμὸς εἰς τὴν λατρείαν»

  «Ἡ καλύτερη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος». Τὴν ὥρα τῆς λατρείας ὁ ἱερέας θυμιατίζει τοὺς πιστοὺς καὶ τὶς εἰκόνες, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. «Χαιρετίζει ἔτσι τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα στοὺς ἀνθρώπους». Ἡ εἰκόνα παίρνει τὸ ὄνομά της ἀπ’ τὴν μορφὴ τοῦ πρωτοτύπου ποὺ εἶναι ζωγραφισμένο σ’ αὐτή, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴ φύση του. Ἀκόμα τὴν ὥρα τῆς θείας λειτουργίας οἱ ἄνθρωποι γίνονται «εἰκόνες τῶν χερουβείμ», τὰ ὁποῖα «μυστικῶς εἰκονίζουν», «ἄδοντες τὸν τρισάγιον ὕμνον τῇ ζωοποιῷ Τριάδι».

Ἔτσι ἡ «ἐπίγεια λειτουργία γίνεται εἰκόνα τῆς οὐράνιας» καὶ οἱ ἄνθρωποι εἰκόνες τῆς ἀγγελικῆς λατρείας καὶ προσευχῆς.

Στὴ θεία Λειτουργία τιμᾶμε τὸν Ἅγιο Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, ὡς ἁγιασμένα καὶ εἰκόνες τοῦ Δεσποτικοῦ Σώματος καὶ Αἵματος. Τὰ προσκυνοῦμε δὲ λατρευτικῶς, ἐπειδὴ στὴ συνέχεια μεταβάλλονται σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Ἐπειδὴ ἀπὸ τότε (τὴ στιγμὴ τοῦ ἁγιασμοῦ) βρίσκεται πάνω στὸ ἱερὸ Θυσιαστήριο (Ἁγία Τράπεζα), ὄχι πλέον συμβολικῶς ὁ Χριστός, ἀλλὰ πραγματικῶς καὶ οὐσιωδῶς. Αὐτὸ παρατηρεῖ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, λέγοντας: «Οὐ γὰρ Ἀγγέλους, οὐδὲ Ἀρχαγγέλους, οὐδὲ οὐρανοὺς οὐρανῶν, ἀλλὰ αὐτὸν τοῦτόν σοι δείκνυμι Δεσπότην…».

Τιμητικὴ προσκύνηση ὀνομάζουν οἱ ἅγιοι καὶ Θεοφόροι Πατέρες τὴν λεγόμενη Δουλεία, ἡ ὁποία ἀνήκει στὶς εἰκόνες καὶ τοὺς Ἁγίους, ἐπειδὴ προσφέρεται στοὺς «ὑπηρέτες καὶ λειτουργοὺς τοῦ Θεοῦ». Ἡ λατρεία δὲν ἀποδίδεται στὰ «ἐκτυπώματα» (εἰκόνες), οὔτε στοὺς ἁγίους, παρὰ μόνο στὸν Θεὸ καὶ Πλάστη.

Στὴν Παναγία μητέρα Του «δὲν ἁρμόζει οὔτε ἡ λατρεία, οὔτε ἡ δουλεία, ἀλλὰ ἡ τιμὴ καθ’ Ὑπερδουλείαν καὶ προσκύνησις», ἐπειδὴ αὐτή, μόνη εἶναι «ὑπέρτερη τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξότερη ἀπ’ ὅλη τὴν κτίση».

 

Εἰκονογραφία: «Τέχνη νηστευτική» -2ον

Previous Article

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος

Next Article

Θρησκεία καί Ἔθνος