Τοῦ κ. Παντελῆ Τομάζου, ὑπ. διδάκτορος Δογματικῆς Θεολογίας
Στὴ σύγχρονη θεολογικὴ σκέψη παρατηρεῖται συχνὰ μία προβληματικὴ ἑρμηνεία τοῦ μυστηρίου τῆς θείας κενώσεως, ἐπηρεασμένη ἀπὸ φιλοσοφικὰ σχήματα ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴν πατερικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἰδιαίτερα, ἡ ἐπίδραση τοῦ Georg Wilhelm Friedrich Hegel καὶ τῆς διαλεκτικῆς του (θέση–ἄρνηση–ὑπέρβαση) ὁδήγησε ὁρισμένους σύγχρονους θεολόγους, ὅπως οἱ Sergej Bulgakov, Hans Urs von Balthasar καὶ Jurgen Moltmann, σὲ μία ἑρμηνεία τῆς κενώσεως ποὺ ἀποκλίνει ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα.
Κατὰ τὴν ἀντίληψη αὐτή, ἡ κένωση δὲν περιορίζεται στὸ γεγονὸς τῆς Ἐνανθρωπήσεως, ἀλλὰ θεωρεῖται ὡς κάτι ποὺ συντελεῖται «ἀπὸ πάντα» ἐντὸς τῆς ἴδιας τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὑποστηρίζεται δηλαδὴ ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἢ ἔνσαρκη κένωση τοῦ Υἱοῦ ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἔκφραση μίας «αἰώνιας κενώσεως», ἡ ὁποία λαμβάνει χώρα στὶς ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις. Στὴν προοπτικὴ αὐτή, ἀκόμη καὶ θεολόγοι ὅπως ὁ Walter Kasper καὶ ὁ Bruno Forte υἱοθετοῦν τὴν ἄποψη ὅτι ἡ «οἰκονομικὴ» κένωση ἀντανακλᾶ μία δῆθεν «θεολογικὴ» κένωση.
Ὅμως, ἡ θεώρηση αὐτὴ εἰσάγει στὴν τριαδολογία ἔννοιες ξένες πρὸς τὴν πατερικὴ ἐμπειρία, ὅπως ἡ «ἀλλοτρίωση» ἢ τὸ «αὐτοάδειασμα» τῶν θείων Προσώπων. Σύμφωνα μὲ αὐτὲς τὶς προσεγγίσεις, ὁ Πατὴρ «ἀδειάζει» τὸν ἑαυτό Του γεννώντας τὸν Υἱό, ὁ Υἱὸς «αὐτοθυσιάζεται» ἀνταποδίδοντας τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποτελεῖ τὸν δεσμὸ συμφιλιώσεως μεταξὺ τῶν δύο πρώτων «ἀποξενωμένων» Προσώπων. Πρόκειται γιὰ μία προβληματικὴ μεταφορὰ φιλοσοφικῶν κατηγοριῶν στὸ μυστήριο τῆς ἀκτίστου θεότητας, ἡ ὁποία ἀλλοιώνει ὁπωσδήποτε τὴν ὀρθόδοξη πίστη.
Ἡ Ἐκκλησία, διὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων, διδάσκει μὲ σαφήνεια ὅτι πρέπει νὰ διακρίνουμε αὐστηρὰ μεταξὺ τῆς θεολογίας καὶ τῆς οἰκονομίας: ἄλλο εἶναι τὸ τί εἶναι ὁ Θεὸς καθ’ Ἑαυτὸν καὶ ἄλλο τὸ πῶς ἐνεργεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη Δαμασκηνοῦ εἶναι ἀπολύτως καθοριστική. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη, ἡ κένωση ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὴ θεία οἰκονομία, δηλαδὴ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ «ἐκρύβη» μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση ποὺ προσέλαβε στὴν ὑπόστασή του.
Ἡ κένωση, λοιπόν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἔνσαρκη συγκατάβαση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση χωρὶς νὰ ἀπολέσει στὸ ἐλάχιστο τὴ θεότητά Του. Δὲν πρόκειται γιὰ «μείωση» ἢ «αὐτοπεριορισμὸ» τῆς θείας φύσεως, ὅπως διατείνονται οἱ διάφοροι κενωτικοὶ θεολόγοι, ἀλλὰ γιὰ φανέρωση τῆς θείας παντοδυναμίας μέσα στὴν κτιστὴ πραγματικότητα. Ὁ Υἱὸς δὲν παύει νὰ εἶναι Θεός· γίνεται ἄνθρωπος ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο «δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν».
Ἀντιθέτως, ὁρισμένες σύγχρονες θεωρίες περὶ κενώσεως ὁδηγοῦνται στὸ νὰ παρουσιάζουν τὴν Ἐνανθρώπηση ὡς πραγματικὴ «ἀπογύμνωση» τῆς θεότητας. Ἔτσι, κατὰ τὸν Sergej Bulgakov, ὁ Υἱὸς φαίνεται νὰ ἐγκαταλείπει ὁρισμένες θεϊκὲς ἰδιότητες, ὥστε νὰ βιώσει αὐθεντικὰ τὴν ἀνθρώπινη κατάσταση. Μία τέτοια ἀντίληψη ὅμως θέτει σὲ κίνδυνο τὸ ἴδιο τὸ δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως, καθὼς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι στὸ Χριστὸ ὑπάρχουν δύο ὑποστάσεις, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη, προσεγγίζοντας θέσεις ποὺ θυμίζουν τὸν νεστοριανισμό.
Ἡ ὀρθόδοξη πατερικὴ διδασκαλία, ὅμως, εἶναι σαφής: ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του, δὲν περιορίζεται ὡς Θεός, ἀλλὰ ἀποδέχεται ἑκουσίως τὶς συνέπειες τῆς πεπτωκυίας ἀνθρώπινης φύσεως ὡς ἄνθρωπος — δηλαδὴ τὴν πεῖνα, τὴν κόπωση καὶ τελικὰ τὸν θάνατο, γιὰ νὰ τὶς στρέψει ἐνάντια σὲ αὐτὲς (θανάτῳ θάνατον πατήσας) καὶ ἐντέλει κατὰ τοῦ διαβόλου. Ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, πρόκειται γιὰ τὴν ἀνάληψη τῶν «δερματίνων χιτώνων», δηλαδὴ τῆς θνητότητας καὶ τῆς παθητότητας. Μετὰ τὴν ἀνάσταση, ὁ Χριστὸς ἀπέβαλε ὅλα αὐτὰ τὰ φθαρτικὰ στοιχεῖα, καθιστώντας ἀκόμη πιὸ ἐμφανῆ τὴ θεία του παντοδυναμία.
Ἀκόμη, θὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἁπλὴ ἢ «γυμνὴ» ἀπὸ τὴν ἄκτιστη θεία χάρη. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς συλλήψεως, ἐν τῇ μήτρᾳ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ θεώθηκε πλήρως διὰ τῆς ἑνώσεώς της στὸ θεῖο Πρόσωπο τοῦ Λόγου. Ἡ ἐνανθρώπηση, ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ θέωση τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ συντελοῦνται μαζὶ καὶ ἐξ ἄκρας συλλήψεως, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός.
Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ θεότητα δὲν ἦταν πάντοτε φανερὴ κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν σημαίνει ὅτι ἀπουσίαζε ἀπὸ τὸ θεῖο Του σῶμα. Ἀντιθέτως, ἐπρόκειτο γιὰ ἑκούσιο «κρύψιμο», γιὰ μία παιδαγωγικὴ φανέρωση αὐτοῦ ποὺ ἤδη ὑπῆρχε μέσα στὸ Χριστό, ἤτοι ἡ πληρότητα τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν, ἕνεκα τῆς μίας του θείας Ὑπόστασης, ἡ ὁποία ἀποκαλυπτόταν σταδιακὰ μέσῳ τῶν θαυμάτων, μὲ κορύφωση τὸ μέγα θαῦμα τῆς Ἀνάστασης. Ὅπως διδάσκει καὶ ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ἡ θεία δύναμη ἐνεργοῦσε καὶ φανερωνόταν ἀκόμη καὶ διὰ τῆς σαρκός.
Ἡ ἐπιμονὴ ὁρισμένων συγχρόνων θεολογιῶν σὲ μία «χριστολογία ἀπὸ τὰ κάτω[1]» ἀποδεικνύεται ἀνεπαρκής, διότι λησμονεῖ τὸν τελικὸ σκοπὸ τῆς Ἐνανθρωπήσεως: τὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ παύσει νὰ εἶναι Θεός, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ καταστεῖ «θεὸς κατὰ χάριν».
Ἡ ὀρθόδοξη πίστη δὲν γνωρίζει, λοιπόν, καμία «αἰώνια κένωση» ἐντὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος. Γνωρίζει ὅμως τὴν ἄφατη συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ στὴ θεία οἰκονομία, τὴν ὁποία βιώνουμε ὡς σωτηρία. Ἡ κένωση εἶναι γεγονὸς σωτηριολογικό, ὄχι ὀντολογικὴ κατάσταση τῆς θεότητας.
Σὲ μία ἐποχὴ ὅπου οἱ θεολογικὲς ἔννοιες συχνὰ ἐπανανοηματοδοτοῦνται ὑπὸ τὴν ἐπίδραση μοντέρνων καὶ συγχρόνων φιλοσοφικῶν συστημάτων, καθίσταται ἀναγκαία ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πατερικὴ παράδοση. Διότι μόνον αὐτὴ διαφυλάσσει ἀνόθευτο τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ: τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, «ὁ αὐτὸς χθὲς καὶ σήμερον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας.
Σημείωσις:
1. Ἡ «χριστολογία ἀπὸ τὰ κάτω» ἀποτελεῖ μία σύγχρονη θεολογικὴ προσέγγιση ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Ἰησοῦ, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ζωή, τὴ διδασκαλία καὶ τὴν ἐμπειρία Του, καὶ σταδιακὰ ὁδηγεῖται στὴν ἀναγνώριση τῆς θεότητάς Του, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν πατερικὴ «χριστολογία ἀπὸ τὰ πάνω», ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνεται ἄνθρωπος· ἡ προσέγγιση αὐτὴ ἔχει ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τὴ φιλοσοφία τοῦ Georg Wilhelm Friedrich Hegel καὶ ἀπὸ τὴ νεότερη ἱστορικοκριτικὴ μέθοδο, καὶ ἐκφράζεται σὲ θεολόγους ὅπως ὁ Jurgen Moltmann, ἐπιδιώκοντας νὰ ἀναδείξει τὴν πλήρη συμμετοχὴ τοῦ Χριστοῦ στὴν ἀνθρώπινη κατάσταση· ὡστόσο, ἀπὸ ὀρθόδοξη σκοπιά, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται στοὺς Πατέρες, π.χ. στὸν Ἅγ. Ἰωάννη Δαμασκηνὸ καὶ στὸν Ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος νὰ ὑποβαθμιστεῖ ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ ἢ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι αὐτὴ προκύπτει ἐξελικτικὰ ἢ σταδιακά, ἐνῶ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία τονίζει ὅτι ὁ Λόγος εἶναι Θεός, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ θεώσει τὸν ἄνθρωπο. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα χριστολογίας ἀπὸ τὰ κάτω εἶναι ὁ S. Bulgakov, ὁ ὁποῖος φτάνει στὸ σημεῖο, ἀπαράδεκτο ἀπὸ πατερικῆς ἐπόψεως, νὰ ὑποστηρίξει ὅτι ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος ἀποκτοῦσε τὰ δῶρα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος σταδιακά, δηλαδὴ ἀνάλογα μὲ τὴν αὔξηση τῆς ἡλικίας Του. Ἐδῶ ὁ Bulgakov δὲν κάνει τὴ θεμελιώδη διάκριση μεταξὺ αὐτοῦ ποὺ ὁ Χριστὸς εἶναι, ἤτοι ἡ μία σύνθετη ὑπόσταση τοῦ Λόγου, καὶ τῆς φανέρωσης τῆς θεότητάς Του στοὺς ἀξίους. Μόνο ἡ φανέρωση εἶναι σταδιακὴ ἕνεκα τῆς δικῆς μας ἀδυναμίας νὰ προσλάβουμε τὴ θεία ἀποκάλυψη στὴν ὁλότητά της.




