Ἀντισυνταγματικὴ ἡ ἀπόφασις 392/2026 τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας

Share:

 Nομοκανονική, δημογραφικὴ καὶ ἐθνικὴ προσέγγισις

Τοῦ κ. Ἀλεξίου Παναγοπούλου, καθηγητοῦ καὶ ἀκαδημαϊκοῦ (DDDr., Dr.Habil.).

  Ἡ πρόσφατη ὑπ’ ἀριθμ. 392/2026 ἀπόφαση τῆς Ὁλομέλειας τοῦ Συμβούλιου τῆς Ἐπικρατείας συνιστᾶ ἠθικὸ καὶ κομβικὸ σημεῖο στὴ σύγχρονη ἑλληνικὴ   συνταγματικὴ   πρα­γματικότητα, καθόσον ἐπιβεβαιώνει τὴ συνταγματικότητα τοῦ Ν. 5089/2024 περὶ ἀναγνώρισης τοῦ πολιτικοῦ γάμου μεταξὺ προσώπων τοῦ ἰδίου φύλου, καθὼς καὶ τοῦ δικαιώματος υἱοθεσίας ἀπὸ αὐτά.

  Ἡ νομικὴ ἐξέλιξη αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία νομοθετικὴ ἢ δικαστικὴ μεταβολή, ἀλλὰ ἐγείρει εὐρύτερα βιοηθικὰ ζητήματα ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος, θεσμικῆς συνέχειας καὶ κοινωνικῆς συνοχῆς.

 Στὸν πυρήνα τῆς ἀπόφασης, ἡ πλειοψηφία τοῦ δικαστηρίου υἱοθετεῖ μία πρωτόγνωρη δυναμικὴ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση, θεωρώντας ὅτι οἱ θεσμοὶ τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογένειας ὑπόκεινται σὲ ἐξελικτικὴ προσ­αρμογή, ἀνάλογα μὲ τὶς κοινωνικὲς μεταβολές.

Κατὰ τὴ συλλογιστικὴ αὐτή, τὸ ἄρθρο 21 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπιβάλλει μία στατικὴ ἔννοια τοῦ γάμου, ὡς γάμου μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός, ἀλλὰ ἐπιτρέπει στὸν κοινὸ νομοθέτη νὰ ἐπαναπροσδιορίζει τὸ περιεχόμενό του, ἐντὸς ἑνὸς εὐρύτερου πλαισίου προστασίας τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἰσότητας.

Ὡστόσο, ἡ μειοψηφία τῆς ἀπόφασης αὐτῆς εἰσάγει μία θεμελιωδῶς διαφορετικὴ νομικὴ προσέγγιση, βασιζόμενη στὴν ἱστορική, ἐθνικὴ καὶ ἑρμηνευτικὴ μέθοδο. Σύμφωνα μὲ αὐτήν, ἡ ἔννοια τοῦ γάμου στὸ ἑλληνικὸ συνταγματικὸ δίκαιο εἶναι σαφῶς προσδιορισμένη ὡς ἕνωση ἑτεροφύλων, μὲ βαθιὲς ρίζες στὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο, τὴ χριστιανικὴ παράδοση καὶ τὴν ἑλληνικὴ καὶ νεοελληνικὴ κοινωνικὴ δομή. Ἡ ἄποψη αὐτὴ ἀναδεικνύει τὸ ζήτημα τῆς θεσμικῆς ταυτότητας τοῦ Γένους καὶ τῆς κανονιστικῆς συνέχειας τοῦ δικαίου.

Ὁ γάμος ὡς θεσμὸς – νομικὴ καὶ κανονικὴ θεμελίωση. Ἡ κλασσικὴ νομικὴ παράδοση, ἤδη ἀπὸ τὸν Ρωμαῖο νομικὸ Μοδεστίνο, ἀλλὰ καὶ τὸν Τερτυλλιανό, ὁρίζει τὸν γάμο ὡς «ἕνωση ἀνδρὸς καὶ γυναικός, κοινωνία βίου παντός, θείου καὶ ἀνθρωπίνου δικαίου». Ὁ ὁρισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὰ ἱστορικὸς ὁρισμός, ἀλλὰ συναποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς κατοπινῆς ἐπὶ αἰῶνες εὐρωπαϊκῆς νομικῆς σκέψης.

Στὸ ἑλληνικὸ συνταγματικὸ πλαίσιο, ὁ γάμος προστατεύεται αὐτοτελῶς, ὡς θεσμὸς ποὺ συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴν οἰκογένεια καὶ τὴ δημογραφικὴ ἀναπαραγωγὴ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 21 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος δὲν ἀναφέρεται σὲ «μορφὲς συμβίωσης», ἀλλὰ συγκεκριμένα στὸν γνωστὸ «γάμο» καὶ τὴν «οἰκογένεια», ὑποδηλώνοντας μία θεσμικὴ ἔννοια μὲ συγκεκριμένο περιεχόμενο, ποὺ σέβεται τὰ συντάγματα τοῦ Γένους.

Παράλληλα, ἡ ὀρθόδοξη νομοκανονικὴ παράδοση, ὅπως ἐκφράζεται ἀπὸ Πατέρες, ὅπως εἶναι ὁ νομικὸς Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, θεμελιώνει τὸν γάμο ὡς ἱερὸ μυστήριο, εὐλογημένο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, μὲ σκοπὸ τὴν ἑνότητα, τὴ σωτηρία καὶ τὴ δημιουργία μίας εὐλογημένης οἰκογένειας. Ἡ διάσταση αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς θεολογικὴ καὶ ὀρθόδοξη, ἀλλὰ ἔχει διαχρονικὰ ἐπηρεάσει τὴ νομικὴ καὶ κοινωνικὴ συγκρότηση τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους ἤδη ἀπὸ τὶς ἐθνοσυνελεύσεις, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ αὐτοκρατορικὰ διατάγματα καὶ τὶς νουβέλες.

Τὸ ζήτημα τῆς υἱοθεσίας καὶ τὸ «βέλτιστον συμφέρον τοῦ παιδιοῦ».

Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἡ κρίση τοῦ δικαστηρίου ὡς πρὸς τὴν υἱοθεσία ἀπὸ ὁμόφυλα ζευγάρια. Ἡ πλειοψηφία δέχεται ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ παιδιοῦ, διασφαλίζεται μέσω τῶν ὑφιστάμενων διαδικασιῶν ἐλέγχου, ἀπὸ τὶς ἁρμόδιες ἀρχές. Ἀντιθέτως, ἡ μειοψηφία μᾶς ἐγείρει σοβαρὲς ἐπιφυλάξεις, ἐπισημαίνοντας τὴν ἔλλειψη μακροχρόνιων καὶ ἐμπεριστατωμένων ἐπιστημονικῶν μελετῶν, ὡς πρὸς τὶς ἐπιπτώσεις στὴν ψυχο-κοινωνικὴ ἀνάπτυξη τῶν παιδιῶν. Σύμφωνα μὲ ἀρκετὲς σχετικὲς γνῶμες οἱ ἐπιπτώσεις μποροῦν νὰ ἔχουν καταλυτικὸ ρόλο στὴν ψυχοσωματικὴ ὀντότητα τοῦ παιδιοῦ.

Τὸ «βέλτιστο συμφέρον τοῦ παιδιοῦ», ὅπως κατοχυρώνεται στὴ Σύμβαση τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Παιδιοῦ καὶ στὸν Ἀστικὸ Κώδικα, δὲν ἀποτελεῖ ἀφηρημένη ἔννοια, ἀλλὰ προϋποθέτει συγκεκριμένες κοινωνικὲς καὶ παιδαγωγικὲς συνθῆκες. Ἡ παραδοσιακὴ προσέγγιση, τὸ συν­δέει, μὲ τὴν παρουσία πατέρα καὶ μητέρας, ὡς συμπληρωματικῶν προτύπων ἀνατρο­φῆς.

Δημογραφικὴ καὶ ἐθνικὴ διάσταση. Πέραν τῆς καθαρὰ νομικῆς ἀνάλυσης, ἡ ὑπὸ ἐξέταση ἀπόφαση ἐγείρει ἐπικίνδυνα ζητήματα δημογραφικῆς πολιτικῆς καὶ ἐθνικῆς στρατηγικῆς. Μάλιστα σήμερα σὲ μία περίοδο ἔντονης δημογραφικῆς κρίσης στὴν Ἑλλάδα, ἡ ἔννοια τῆς οἰκογένειας ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία ὡς βασικὸς μηχανισμὸς κοινωνικῆς ἀναπαραγωγῆς.

Ἡ μεταβολὴ τοῦ γνωστοῦ θεσμικοῦ περιεχομένου τοῦ γάμου, δύναται νὰ ἐπηρεάσει, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα, τὶς δημογραφικὲς τάσεις, τὴν κοινωνικὴ συν­οχὴ καὶ τὴν πολιτισμικὴ ταυτότητα. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπιστεῖ ἀποσπασματικά, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ συνολικὴ θεώρηση ποὺ νὰ συνδυάζει τὸ δίκαιο, τὴν κοινωνιολογία, τὴ βιοηθικὴ καὶ τὴν ἐθνικὴ πολιτική.

Ὡς συμπέρασμα, θεωροῦ­με ὅτι ἡ ἀπόφαση 392/2026 τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀναδεικνύει τὴν ἔνταση μεταξὺ δύο διαφορετικῶν ἑρμηνευτικῶν παραδειγμάτων: ἀφενὸς τῆς δυναμικῆς, ἐξελικτικῆς προσέγγισης τοῦ δικαίου καὶ ἀφετέρου τῆς παραδοσιακῆς, ἱστορικὸ-κανονικῆς θεώρησης τῶν θεσμῶν.

Ἡ ἐπίλυση αὐτῆς τῆς ἔντασης δὲν συναποτελεῖ ἀποκλειστικὰ δικαστικὸ ἔργο, ἀλλὰ εὐρύτερο ζήτημα πολιτειακοῦ, κοινωνικοῦ καὶ ἐθνικοῦ διαλόγου. Ἡ ἰσορροπία μεταξὺ ἀτομικῶν δικαιωμάτων, θεσμικῆς συνέχειας καὶ κοινωνικῆς συνοχῆς παραμένει τὸ κρίσιμο διακύβευμα γιὰ τὸ μέλλον τῆς ἑλληνικῆς ἔννομης τάξης.

Γιὰ αὐτὸ ἐπιμένω ὅτι οἱ φοιτητὲς τῆς νομικῆς καὶ οἱ μεταπτυχιακοί, θὰ πρέπει νὰ διδάσκονται ἐπαρκῶς τὶς ἀναλύσεις τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου. Οἱ ἕξι τόμοι ἀνάλυσης τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ Κανονικοῦ Δικαίου, γνωστοὶ ὡς “Σύνταγμα” Ράλλη-Ποτλῆ, ἀποκτοῦν ἔντονη ἐπικαιρότητα γιὰ τὴν νομικὴ ἐπιστήμη καὶ τὸ σύγχρονο ἑλληνικὸ δίκαιο, ποὺ κατὰ τὴν γνώμη μου διέρχεται μία κρίση καὶ ζεῖ ἕνα κενό, ποὺ ἐμβάλλει στὴν ἠθικὴ καὶ βιοηθική του ὑπόσταση καὶ περαιτέρω ἀντικειμενικὴ ὑπαρξιακή του αὐτοσυνειδησία.

Ὁ νομικὸς κόσμος τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δηλαδὴ οἱ πτυχιοῦχοι νομικοί, εἴτε ρασοφόροι εἴτε λαϊκοί, ποὺ ζοῦν καὶ κινοῦνται στὸ χῶρο τῆς διοικούσας ἐκκλησίας, καλὸ θὰ ἦταν νὰ τοποθετηθοῦν καὶ νὰ διευκρινήσουν αὐτὲς τὶς ἔννοιες στὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ νομοκανονικῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Θεωρῶ ὅτι ἐὰν στὴν Ἑλλάδα λειτουργοῦσε Συντα­γματικὸ Δικαστήριο αὐτὴ ἡ ἀπόφαση θὰ κατέπειπτε ὡς ἀντισυνταγματική.

  Next Article

Πώς εκμεταλλεύονται οι ‘μετανάστες’ το κενό στην «ομοφυλοφιλία» στο βρετανικό σύστημα ασύλου