Τοῦ κ. Κωνσταντίνου Βαθιώτη, τέως Ἀναπληρωτοῦ Καθηγητοῦ Νομικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.
ΜΕΡΟΣ Β΄
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΗΜΕΡΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ
Τὴν ἀποστασία ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὑποδαυλίζει καὶ ἡ καθιέρωση «παγκόσμιων ἡμερῶν», ἡ ὁποία συμβάλλει στὴν προετοιμασία τῶν λαῶν γιὰ τὴν ἐγκαθίδρυση τῆς μεθοδικὰ προπαγανδιζόμενης Παγκόσμιας Κυβέρνησης. Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ μέγας ζηλωτὴς τῆς Ὀρθοδοξίας Κοσμᾶς Φλαμιάτος μιλοῦσε γιὰ τὶς ἀπατηλὲς τεχνικὲς ἀποθρησκειοποίησης τῶν λαῶν, ποὺ ἐφαρμόζει ἡ σατανοκίνητη ὑπερεθνικὴ ἐλίτ [1].
Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς τεχνικὲς εἶναι ἡ σταδιακὴ κατάργηση τοῦ θρησκευτικοῦ ἑορτολογίου καὶ ἡ ἀντικατάστασή του ἀπὸ ἐπετειακὲς ἡμέρες ἀφιερωμένες σὲ ἀφηρημένες ἔννοιες ἢ σὲ πολιτικὲς ποὺ ὑποτίθεται ὅτι στοχεύουν στὴν καταπολέμηση τῶν παγκόσμιων κρίσεων, γνωστὲς καὶ μὲ τὸ παρατσούκλι «ἀόρατοι ἐχθροὶ» (βλ. π.χ. παγκόσμια ἡμέρα τῆς γυναίκας, τοῦ παιδιοῦ, τῶν ζώων, τῆς καταπολέμησης τῶν ναρκωτικῶν, τοῦ καρκίνου, τοῦ AIDS κ.λπ.).
Οἱ ἰνστρούχτορες, λοιπόν, τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων ἔχουν ὁρίσει τὴν 2α Νοεμβρίου ὡς «παγκόσμια ἡμέρα δικαιώματος στὸν θάνατο» (World Right to Die Day) [2]. Τὸ 2024, μάλιστα, ἡ «Ἕνωση Ἀθέων» εἶχε ἐπιλέξει τὴν ἡμέρα αὐτὴ, γιὰ νὰ διοργανώσει στὴν Ἀθήνα ἡμερίδα μὲ θέμα «Ὑποβοηθούμενη Εὐθανασία: Ἕνα ἀνθρώπινο δικαίωμα στὸν ἀξιοπρεπῆ θάνατο».
Ὁ γράφων, προκειμένου νὰ σχηματίσει σαφῆ εἰκόνα γιὰ τὶς θέσεις τῶν ἀθέων περὶ τῆς εὐθανασίας, ὑπεβλήθη στὸ μαρτύριο τῆς παρακολούθησης ἐκείνης τῆς ἡμερίδας. Κατὰ δήλωση τῶν διοργανωτῶν, φιλοδοξία τῆς ἕνωσης αὐτῆς εἶναι νὰ «ἀνοίξει ὁ διάλογος» γιὰ τὴν νομιμοποίηση τοῦ «καλοῦ θανάτου μὲ τὴν ὑποστήριξη τῶν εἰδικῶν», δεδομένου ὅτι ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτοκτονία καὶ ἡ ἐξ οἴκτου ἀνθρωποκτονία ὕστερα ἀπὸ σπουδαία καὶ ἐπίμονη ἀπαίτηση τοῦ ἀνιάτως πάσχοντος τιμωροῦνται ὡς πλημμελήματα στὰ ἄρθρα 301 καὶ 300 τοῦ ἑλληνικοῦ Ποινικοῦ Κώδικα, ἀντιστοίχως.
Εἰδικότερα, στὸ ἄρθρο 301 ΠΚ προβλέπεται ὅτι: «Ὅποιος κατέπεισε ἄλλον νὰ αὐτοκτονήσει, ἂν τελέστηκε ἡ αὐτοκτονία ἢ ἔγινε ἀπόπειρά της, καθὼς καὶ ὅποιος ἔδωσε βοήθεια κατὰ τὴν τέλεσή της, ἡ ὁποία διαφορετικὰ δὲν θὰ ἦταν ἐφικτή, τιμωρεῖται μὲ φυλάκιση».
Ἀντιστοίχως, στὸ ἄρθρο 300 ΠΚ προβλέπεται ὅτι: «Ὅποιος ἀποφάσισε καὶ ἐκτέλεσε ἀνθρωποκτονία ὕστερα ἀπὸ σπουδαία καὶ ἐπίμονη ἀπαίτηση τοῦ θύματος καὶ ἀπὸ οἶκτο γι’ αὐτὸν ποὺ ἔπασχε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια τιμωρεῖται μὲ φυλάκιση» (ἀπὸ τὴν διατύπωση αὐτὴ προκύπτει ὅτι στὴν συγκεκριμένη διάταξη τυποποιεῖται μία μορφὴ εὐθανασίας νοουμένη ἐν στενῇ ἐννοίᾳ).
ΗΠΙΟΣ ΠΑΤΕΡΝΑΛΙΣΜΟΣ
Τόσο ἡ τιμώρηση τῆς συμμετοχῆς σὲ αὐτοκτονία ὅσο καὶ ἐκείνη τῆς ἀνθρωποκτονίας κατ’ ἀπαίτηση ἐξηγοῦνται μὲ βάση τὸν λεγόμενο ἤπιο πατερναλισμό: Ἡ ἔννομη τάξη, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν λήψη αὐτόνομων-αὐτοπροαίρετων ἀποφάσεων ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν, προνοεῖ ὥστε νὰ ἀποτρέπεται ἡ αὐτοπροσβολὴ ἐκείνων πού, λόγῳ ἡλικίας, ἰδιοσυστασίας ἢ λόγῳ γνωστικῶν ἢ βουλητικῶν ἐλαττωμάτων, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ λαμβάνουν ἐλεύθερες, συνειδητὲς καὶ ἐν τέλει ὑπεύθυνες ἀποφάσεις εἰς βάρος τῆς ζωῆς τους.
Κατὰ τὸ πασίγνωστο παράδειγμα τῆς γέφυρας τοῦ Βρετανοῦ φιλοσόφου Τζών Στιούαρτ Μὶλ (John Stuart Mill), οἱ θιασῶτες τοῦ ἤπιου πατερναλισμοῦ ἐνδιαφέρονται νὰ διαφωτίσουν ἕνα πεζὸ γιὰ τὸν κίνδυνο ποὺ ἐγκυμονεῖ ἡ διάσχιση μίας ἑτοιμόρροπης γέφυρας, ὥστε αὐτὸς νὰ μὴ περπατήσει στὰ τυφλὰ [3].
Τὸ παράδειγμα στὴν πλήρη μορφὴ του ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο παραλλαγές: «Ἂν ἕνας δημόσιος ἀξιωματοῦχος ἢ ὁποιοσδήποτε ἰδιώτης δεῖ ἕνα ἄνθρωπο νὰ προσπαθεῖ νὰ διασχίσει μία γέφυρα ποὺ εἶναι σαφὲς ὅτι δὲν εἶναι ἀσφαλής, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει χρόνος νὰ τὸν προειδοποιήσει γιὰ τὸν κίνδυνο ποὺ διατρέχει, μπορεῖ νὰ τὸν συλλάβει καὶ νὰ τὸν γυρίσει πίσω, χωρὶς νὰ παραβιάσει τὴν ἐλευθερία του, γιατί ἡ ἐλευθερία συνίσταται στὸ νὰ κάνει ὁ καθένας ὅ,τι ἐπιθυμεῖ καὶ σίγουρα δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ πέσει στὸ ποτάμι.
Παρ’ ὅλα αὐτά, ἂν δὲν ὑπάρχει βεβαιότητα, ἀλλὰ μόνο ἐνδεχόμενος κίνδυνος βλάβης, κανεὶς πέρα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἐνδιαφερόμενο δὲν μπορεῖ νὰ κρίνει ἂν ἔχει καλὸ λόγο νὰ ἀναλάβει τὸ ρίσκο: σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, πρέπει, θεωρῶ, μόνο νὰ προειδοποιηθεῖ γιὰ τὸν κίνδυνο, ὄχι νὰ ἐμποδιστεῖ διὰ τῆς βίας νὰ ἐκτεθεῖ σὲ αὐτὸν (παρεκτὸς ἂν εἶναι παιδὶ ἢ ἐνήλικος σὲ παραλήρημα ἢ σὲ κατάσταση ἐρεθισμοῦ ἢ ἂν εἶναι τόσο ἀπορροφημένος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιήσει πλήρως τὴ στοχαστική του ἱκανότητα)».
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ, πάντως, τὶς ἐπιτυχημένες αὐτοκτονίες λέγεται ὅτι περίπου τὸ ἕνα τρίτο αὐτῶν εἶναι ἀπόρροια μίας γνήσιας διανοητικῆς ἀσθένειας, ἐνῶ πολλὲς αὐτοκτονίες ὀφείλονται σὲ νευρώσεις, νευρωτικὲς ἀντιδράσεις ἢ σὲ ἄλλου τύπου ἀποκλίνουσες συμπεριφορές, ὅπως π.χ. σὲ καταθλίψεις ἢ μανίες. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ παθολογικὸ πρῖσμα, οἱ περισσότερες αὐτοκτονίες ὀφείλονται σὲ ψυχικὲς διαταραχὲς καί, ἑπομένως, ὁ θάνατος τοῦ αὐτόχειρα δὲν συμπορεύεται μὲ τὴν πραγματικὴ βούλησή του, ὁπότε πρέπει νὰ κατανοηθεῖ ὡς κραυγὴ ἀγωνίας.
Ἀλλὰ καὶ στὸ πλαίσιο τῆς ἀνθρωποκτονίας κατ’ ἀπαίτηση (ἄρ. 300 ΠΚ), ἡ ἐπιθυμία τοῦ θύματος νὰ τερματισθεῖ ἡ ζωή του ἀπὸ τὸ ξένο χέρι μπορεῖ κατὰ βάθος, καίτοι σπουδαία καὶ ἐπίμονη, νὰ εἶναι προϊὸν ἀνορθολογικῆς βουλήσεως ἢ ἔστω ἀπερίσκεπτης ἀποφάσεως (γι’ αὐτὸ κάποιοι εἰσηγοῦνται, πρὶν ἀπὸ τὴν τέλεση τῆς εὐθανασίας, νὰ προβλέπεται ἕνας εὔλογος χρόνος ἀναμονῆς ἀλλὰ καὶ μία κατάλληλη διαδικασία διασκέψεως).
Ἀκόμη, ὅμως, κι ἂν ἡ ἀπαίτηση θανάτωσης εἶναι σπουδαία καὶ ἐπίμονη, χωρὶς νὰ ὑφέρπει ἀνορθολογισμὸς ἢ ἀπερισκεψία, ἡ διάταξη τοῦ ἄρ. 300 ΠΚ προστατεύει τὸν πολίτη ἀπὸ τὸν ἀφηρημένο κίνδυνο νὰ ἀξιώσει προπετῶς τὴν θανάτωσή του ἀπὸ ξένο χέρι. Ἐπιπλέον, στὸ ἀξιόποινο τῆς ἀνθρωποκτονίας κατ’ ἀπαίτηση ἀντανακλᾶται καὶ ἡ ἀνάγκη ἀποτροπῆς τοῦ φαινομένου τῆς «ἀνοιχτῆς κερκόπορτας» (ἄλλως: τῆς «ὀλισθηρῆς κατωφέρειας» [slippery slope]), σὲ περίπτωση ποὺ ἀφηνόταν ἀτιμώρητη ἡ ἀνθρωποκτονία τοῦ ἀνιάτως πάσχοντος μετὰ ἀπὸ ἀπαίτησή του· ἑπομένως, ἡ διάταξη τοῦ ἄρ. 300 ΠΚ συμβάλλει στὴν σταθεροποίηση τοῦ ταμποὺ τῆς ἀνθρωποκτονίας καὶ στὴν πρόληψη ἐνδεχόμενων τάσεων αὐτοπαραίτησης τῆς κοινωνίας.
3 + 1 ΕΙΔΗ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑΣ
Σημειωτέον ὅτι σήμερα ἀναγνωρίζονται τρία εἴδη εὐθανασίας (ὁ ὅρος αὐτὸς ἔχει συνδεθεῖ μὲ τὸν σκοτεινὸ Βρετανὸ φιλόσοφο καὶ πολιτικὸ Φράνσις Μπέικον [Francis Bacon], ὁ ὁποῖος ὑποστήριζε ὅτι «σκοπὸς τῆς ἰατρικῆς εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας καὶ ἡ καταπράϋνση τοῦ πόνου, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει εἴτε στὴν ἴαση εἴτε νὰ χρησιμεύσει γιὰ τὴν ἐξασφάλιση ἑνὸς γαλήνιου θανάτου» [4]):
Πρῶτον, ἡ εὐθεῖα – ἐνεργητικὴ εὐθανασία, ὁ δράστης τῆς ὁποίας ἀποβλέπει ἄμεσα στὸν θάνατο τοῦ ἀσθενοῦς, προκειμένου νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τοὺς πόνους του (π.χ. ὁ ἰατρὸς χορηγεῖ τὴν θανατηφόρα δόση φαρμάκου κάνοντας ἔνεση στὸν ἀσθενῆ).
Δεύτερον, ἡ ἔμμεση ἐνεργητικὴ εὐθανασία, ὁ δράστης τῆς ὁποίας χορηγεῖ στὸν ἀσθενῆ ἰατρικῶς ἐνδεδειγμένες οὐσίες ποὺ καταπραΰνουν τὸν πόνο του, ἀποδεχόμενος τὴν σύντμηση τῆς ζωῆς τοῦ ἀσθενοῦς ὡς ἐνδεχόμενη (ἤ, κατ’ ἄλλους, καὶ ὡς ἀναπόφευκτη) παρεπόμενη συνέπεια τῆς χορήγησής τους. Καί, τρίτον, ἡ παθητικὴ εὐθανασία, ὁ δράστης τῆς ὁποίας παραλείπει νὰ παρατείνει τὴν καταδικασμένη σὲ ἀπώλεια ζωὴ τοῦ ἀσθενοῦς, εἴτε μὴ ἐφαρμόζοντας εἴτε μὴ συνεχίζοντας ἤδη ἐφαρμοζόμενα θεραπευτικὰ μέτρα, ὅπως π.χ. ὅταν σταματᾶ τὴν τεχνητὴ σίτιση.
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν πρώτη μορφὴ εὐθανασίας, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε ἀπαγορευμένη πράξη, ἡ δεύτερη μορφὴ εὐθανασίας ὑποστηρίζεται εὐρέως ὅτι δύναται νὰ δικαιολογηθεῖ ἕνεκα καταστάσεως ἀνάγκης ποὺ αἴρει τὸ ἄδικο (ἐφόσον, βεβαίως, δὲν εἶναι ἀντίθετη ἡ πραγματικὴ ἢ εἰκαζόμενη συναίνεση τοῦ ἀσθενοῦς), π.χ. μὲ τὸ σκεπτικὸ ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ ἀσθενοῦς γιὰ ἕνα θάνατο ἀπαλλαγμένο ἀπὸ πόνους ὑπερτερεῖ σημαντικά τοῦ συμφέροντός του νὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ μὲ ἀφόρητους πόνους μία ζωὴ ποὺ εἶναι καταδικασμένη νὰ χαθεῖ σὲ σύντομο χρονικὸ διαστημα [5].
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ τρίτο εἶδος εὐθανασίας, ἤτοι τὴν παθητικὴ (letting die), ἡ παράλειψη τοῦ δράστη κρίνεται μὴ ἀξιόποινη (ἐφόσον, βεβαίως, καὶ αὐτὴ εὐθυγραμμίζεται πρὸς τὴν πραγματικὴ ἢ τὴν εἰκαζόμενη συναίνεση τοῦ ἀσθενοῦς), ἐπειδὴ δὲν ὑφίσταται ἔναντι οἱουδήποτε τιμήματος μία νομικὴ ὑποχρέωση γιὰ διατήρηση τῆς ζωῆς ἐκείνης ποὺ σβήνει· μέτρα παράτασης τῆς ζωῆς δὲν εἶναι ἀπαραίτητα, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶναι τεχνικῶς ἐφικτά. Ὑπὸ τὸ πρῖσμα αὐτό, ἀποκτᾶ προβάδισμα ἡ ἀρχὴ voluntas aegroti suprema lex (δηλ. «ὑπέρτατος νόμος ἡ θέληση τοῦ ἀσθενοῦς») ἔναντι τῆς ἀνταγωνιστικῆς-πατερναλιστικῆς ἀρχῆς salus aegroti suprema lex (δηλ. «ὑπέρτατος νόμος ἡ ὑγεία τοῦ ἀσθενοῦς»). Γνωστὴ ἐν προκειμένῳ εἶναι ἡ ρήση ὅτι τὸ νὰ διατηρεῖ κανεὶς στὴν ζωὴ ἕνα «ἀνθρώπινο δοχεῖο ἀδειανὸ προσώπου» σὲ κατάσταση ποὺ ὁδηγεῖ κατὰ τρόπον μὴ ἀναστρέψιμο στὸν θάνατο, δὲν συνάδει μὲ τὸν σεβασμὸ τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἑτοιμοθάνατου [6].
Μία ἐνδιάμεση περίπτωση εὐθανασίας, ποὺ βρίσκεται μεταξὺ ἐνεργητικῆς καὶ παθητικῆς, ἀποτελεῖ ἡ διακοπὴ λειτουργίας ἑνὸς μηχανήματος ἢ συσκευῆς ποὺ ὑποστηρίζει τεχνητὰ ζωτικὲς λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ (π.χ. ἀποκόπτεται ὁ σωλήνας γαστροστρομίας ἢ ἀποσυνδέεται ὁ ἀσθενὴς ἀπὸ τὸν ἀναπνευστήρα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπέλθει ὁ θάνατός του). Ἐδῶ ὁ δράστης ἐκδηλώνει μία συμπεριφορὰ πού, κατὰ τὸν φαινότυπό της, εἶναι θετικὴ πράξη (ἔχει διαμορφωθεῖ ἤδη μία κατάσταση ποὺ βοηθᾶ στὴ συνέχιση τῆς λειτουργίας τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἡ κατάσταση αὐτὴ διακόπτεται μὲ μυϊκὴ ἐνέργεια, ἡ ὁποία θέτει σὲ κίνηση μία αἰτιώδη διαδρομὴ ποὺ ὁδηγεῖ στὸ θάνατο) καί, ἄρα, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπαχθεῖ στὴν, σύμφωνα μὲ τὴν κρατοῦσα ἄποψη, πάντοτε ἀπαγορευμένη εὐθεῖα-ἐνεργητικὴ εὐθανασία, ἐνῶ, κατὰ τὸν γονότυπό της, ἰσοδυναμεῖ μὲ παράλειψη καί, ἄρα, πρέπει νὰ ὑπαχθεῖ στὸ πεδίο τῆς πανθομολογουμένως μὴ ἀξιόποινης παθητικῆς εὐθανασίας.
Σύμφωνα μὲ τὴν κρατοῦσα ἄποψη, ὑπὲρ τοῦ μὴ ἀξιοποίνου αὐτῆς τῆς ἐνδιάμεσης μορφῆς εὐθανασίας ἀξιοποιεῖται τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ κέντρο βάρους τῆς ἐπίμαχης πράξης, σύμφωνα μὲ τὸ κοινωνικό της νόημα, δὲν βρίσκεται στὴν θετικὴ πράξη π.χ. τοῦ γυρίσματος τοῦ διακόπτη ἢ τῆς ἀποκοπῆς ἑνὸς σωλήνα, ποὺ ὡς ἀποτέλεσμα ἔχει τὴν σύντμηση ἢ τὸ ἄμεσο τέλος τῆς ζωῆς τοῦ ἀσθενοῦς, ἀλλὰ στὴν παράλειψη ἐφαρμογῆς τῆς θεραπείας ἐκείνης ποὺ θὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν παράταση τῆς ζωῆς τοῦ ἀσθενοῦς. Ἄρα, ὅταν ἡ θεραπεία διακόπτεται σὲ ἕνα χρονικὸ σημεῖο, ὅπου δὲν ὑφίσταται καθῆκον συνέχισής της, διότι ἡ ὑγεία τοῦ ἀσθενοῦς εἶναι μὴ ἀναστρέψιμη, ὁ δράστης αὐτῆς τῆς ἐνδιάμεσης μορφῆς εὐθανασίας δὲν φέρει ποινικὴ εὐθύνη.
(Συνεχίζεται…)
Σημειώσεις:
[1] Βλ. Β.Α. Λαμπρόπουλου, Τὸ μαῦρο λεξικὸ τῆς ἑλληνικῆς μασονίας, Α΄-Δ΄ Πρῶτος Τόμος, ἔκδ. Βασδέκης, Ἀθήνα 2001, σελ. 865. [2] Βλ., ὅμως, Μανωλεδάκη, Ὑπάρχει δικαίωμα στὸ θάνατο;, Ποινικὰ Χρονικὰ 2004, σελ. 577 ἑπ., σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο «τὸ ἄρθρο 5 παρ. 1 Συντ. […] ἀναφέρεται στὴν ἐλεύθερη ἀνάπτυξη τῆς προσωπικότητας, καὶ ὄχι στὴν αὐτοκαταστροφή της, καθὼς καὶ στὴ συμμετοχὴ στὴν κοινωνική, οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ ζωὴ τῆς χώρας, ποὺ προϋποθέτει, βέβαια, ζωντανὸ ἄνθρωπο. Ἀνάπτυξη καὶ καταστροφὴ εἶναι ἔννοιες ἀντίθετες ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συνυπάρχουν στὰ πλαίσια τοῦ ἴδιου δικαιώματος». [3] Μίλλ, Περὶ Ἐλευθερίας, μτφ.: Γ. Βογιατζής, ἔκδ. Ἠριδανός, Ἀθήνα 2018, σελ. 166.. [4] Βλ. Τάσκο, Εὐθανασία, εἰς: Μηλαπίδου κ.λπ. (ἐπιμ. ἔκδ.), Ἡ ἀρχὴ & τὸ τέλος τῆς ζωῆς. Ἠθικά, ἰατρικὰ καὶ νομικὰ προβλήματα, ἔκδ. Νομικὴ Βιβλιοθήκη, Ἀθήνα 2015, σελ. 91· Κ. Βουγιούκα, Εὐθανασία καὶ ἀνθρωποκτονία ἐν συναινέσει, Ἀφιέρωμα εἰς τὸν Κωνσταντῖνον Βαβοῦσκον, 1991, σελ. 49 ἑπ., 52 [5] Βλ. π.χ. Μπέκα, Ἡ προστασία τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας στὸν Ποινικὸ Κώδικα, 2004, σελ. 28. Πρβλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ἡ εὐθανασία στὸ Ποινικὸ Δίκαιο, εἰς: Εὐθανασία, Δημοσιεύματα Ἰατρικοῦ Δικαίου καὶ Βιοηθικῆς, 2007, σελ. 137 ἑπ., 144, ἡ ὁποία δέχεται ὅτι ἡ δικαιολόγηση αὐτῆς τῆς μορφῆς εὐθανασίας δύναται νὰ στηριχθεῖ στὸ φαινόμενο τῆς «ἐπιτρεπτῆς κινδυνώδους δράσης». [6] Βλ. π.χ. Eser, Ἰατρικὸ καθῆκον διατηρήσεως τῆς ζωῆς καὶ διακοπή θεραπείας, ἀπόδ. Π. Μ. Βασιλακόπουλου / Α. Ζιώγα-Σακκᾶ, Ποινικὰ 23, 1985, σελ. 112/113.




