ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

«Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν»

  Μετὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στοὺς δύο Ἀποστόλους, Κλεόπα καὶ Λουκᾶ, ἐνῶ πήγαιναν πρὸς Ἐμμαούς, ὁ Κύριος πάλι ἐμφανίστηκε στοὺς Ἀποστόλους, γιὰ νὰ δώσῃ τὶς τελευταῖες Του ὁδηγίες. Ἐπειδὴ αὐτοὶ πάλι ταράχτηκαν καὶ γεννήθηκαν λογισμοὶ ἀμφιβολίας, ἄν πράγματι ἀναστήθηκε, τοὺς εἶπε: «ἴδετε τὰ χεῖρας μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγὼ εἰμι· ψηλαφήσετέ με καὶ ἴδετε» ὅτι δὲν εἶμαι ἄσαρκο πνεῦμα.

  Μετὰ συνεχίζει: «Ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων, εἶπεν αὐτοῖς: Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; Οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος, καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου. Καὶ λαβών, ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν» (Λουκ. κδ΄41-43).

  • Στὸ Συναξαριστὴ Πεντηκοσταρίου, στὸ λόγο ἐκ τοῦ Θησαυροῦ Δαμασκηνοῦ τοῦ Ὑποδιακόνου καὶ Στουδίτου, γιὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρονται καὶ τὰ ἑξῆς διευκρινιστικά:

  «Ἐνῶ δηλαδὴ οἱ Μαθητὲς δὲν πίστευαν ἀκόμα ἀπὸ τὴν χαρά τους καὶ θαύμαζαν, ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε: «Ἔχετε κάτι γιὰ νὰ φᾶμε;» Τοῦ ἔδωσαν λοιπὸν τότε ἕνα κομμάτι ψάρι ψημένο καὶ λίγη κηρήθρα. Ὁ Χριστὸς τὸ πῆρε καὶ τὸ ἔφαγε μπροστὰ σὲ ὅλους τοὺς Μαθητές. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ὑπάρχουν δύο γνῶμες, ἡ μία ἐναντίον τῆς ἄλλης. Ἤ ὅτι ὁ Χριστὸς ἔφαγε πραγματικὰ μετὰ τὴν Ἀνάστασή του ἢ ὅτι δὲν ἔφαγε. Ἂν ποῦμε ὅτι δὲν ἔφαγε, λέμε ψέματα καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε στὴν φαντασία μας, ὁπότε γινόμαστε αἱρετικοί. Ἂν ποῦμε ὅτι ἔφαγε, θὰ ἀναρωτηθοῦμε πῶς καὶ γιατί ἔφαγε. Ἔφαγε γιὰ νὰ μᾶς δείξη ὅτι ντύθηκε τὴν σάρκα ἀληθινά. Γιατί ὅμως ἔφαγε κερὶ καὶ μέλι; Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ τροπάριά του στὴν νέα Κυριακὴ λέγει ἀλληγορικά: «Χολῆς μὲν ἐγεύσατο, τὴν πρώτην γεῦσιν ἰώμενος, νυνὶ δὲ σὺν κηρίῳ μέλιτος, τοῦ φωτισμοῦ μεταδιδοὺς Χριστὸς τῷ προπάτορι καὶ τῆς αὐτοῦ μεθέξεως». Δηλαδὴ ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάστασή Του ἤπιε χολή, γιὰ νὰ γιατρέψη τὴν γενιὰ τοῦ Ἀδάμ, μετὰ δὲ ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση ἔφαγε μέλι καὶ κερί. Τὸ μὲν κερὶ ἔφαγε, γιὰ νὰ φωτίση τὸν Ἀδὰμ καὶ τοὺς ἀπογόνους του καὶ γιὰ νὰ τοὺς μεταδώση τὸ φῶς Του, ἐπειδὴ τὸ κερὶ φωτίζει. Τὸ μέλι δὲ ἔφαγε γιὰ νὰ γλυκάνη τὴν πικρὴ γεύση τοῦ ξύλου ἐκείνου τῆς γνώσεως. Διότι αὐτὸ φάνηκε στὸν Ἀδὰμ στὴν ἀρχὴ γλυκό, μετὰ ὅμως ποὺ τὸ ἔφαγε καὶ ἐξορίστηκε τοῦ φάνηκε τόσο πικρὸ ὅσο κανένα ἄλλο δηλητήριο. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἔφαγε ὁ Χριστὸς μπροστὰ στοὺς Μαθητές Του.

  Πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα κάποιοι ἔχουν ἀπορία καὶ λένε: «Ἂν ὁ Χριστὸς ἔφαγε ἀληθινὰ μετὰ τὴν Ἀνάσταση, αὐτὸ τὸ φαγητὸ δὲν ἔγινε ὑλικὸ ἔστω καὶ λίγο;». Ἐμεῖς ἀπαντᾶμε πάνω σὲ αὐτὸ μὲ παράδειγμα. Ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε κάποια φωτιὰ μεγάλη καὶ ἔριχνε κάποιος ἕνα μικρὸ κομμάτι ἀπὸ τρίχα μέσα στὴν φωτιά, ἄραγε θὰ γινόταν κάποια ὕλη μέσα ἐκεῖ; Πόση στάχτη μπορεῖ νὰ γίνη αὐτὸ τὸ μικρὸ κομμάτι ἀπὸ τρίχα; Ἔχω τὴν γνώμη ὅτι θὰ ἦταν τόση ποσότητα ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὴν δῆ τὸ μάτι τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι καὶ τὸ φαγητὸ ἐκεῖνο ἔγινε μέσα στὴν φωτιὰ τῆς θεότητός Του. Δὲν σχηματίστηκε καμμία ὕλη ἀπὸ τὸ φαγητὸ ἐκεῖνο μέσα στὴν μακάρια φύση τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν κάποιος δὲν πιστεύη στοὺς λόγους μου, ἄς μοῦ πῆ πῶς δὲν κάηκε ἡ βάτος στὸ ὄρος Σινᾶ, καὶ ἐγὼ τότε θὰ τοῦ ἐξηγήσω τί ἔγινε ἐκεῖνο τὸ φαγητό. Ἄς μοῦ πῆ κάποιος πῶς ἐκείνη ἡ φωτιὰ στὸ καμίνι δὲν κατέκαψε τοὺς Τρεῖς Παῖδες καὶ τότε θὰ τοῦ πῶ καὶ ἐγὼ τί ἔγινε τὸ φαγητὸ ἐκεῖνο μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Αὐτὰ βέβαια δὲν ἔχουν σχέση μὲ αὐτὰ ποὺ λέγω. Διότι δὲν μοιάζει ἡ βάτος καὶ ἡ φωτιὰ μὲ ἐκεῖνο τὸ φαγητὸ τοῦ Χριστοῦ, οὔτε καὶ τὸ καμίνι καὶ οἱ Τρεῖς Παῖδες μὲ τὸ φαγητὸ τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Ἂς μᾶς πῆ κάποιος λοιπὸν πῶς οἱ Ἄγγελοι ποὺ παρουσιάστηκαν στὸν Ἀβραὰμ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν; Τὸ ἴδιο καὶ στὸν Λώτ. Ἢ ὅταν ὁ κριτὴς καὶ Προφήτης Γεδεὼν ἔκανε τὴν θυσία, ποιὸς ἐκάηκε; Ἢ τὴν θυσία τοῦ Προφήτη Ἠλία ποιὸς ἔστειλε φωτιὰ καὶ τὴν ἔκαψε; Θὰ πῆ λοιπὸν κανεὶς ὅτι ὁ Θεὸς ἔστειλε τὴν φωτιά. Λέω λοιπὸν καὶ ἐγὼ ὅτι, ἂν ὁ Θεὸς ἔκαιγε ἄλλων θυσίες καὶ τὴν ὕλη τους, πόσο μᾶλλον ὁ παντοδύναμος Θεὸς δὲν θὰ κατέκαιε καὶ τὴν δική Του ὕλη;».

  • «Ἀφοῦ ἔδωκεν ὁ Κύριος τὰς τελευταίας παραγγελίας εἰς τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς ηὐλόγησεν, ἀνελήφθη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ νεφέλη ἐσκέπασεν Αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των. Οἱ δὲ Μαθηταὶ ἐστέκοντο καὶ ἐκοίταζον εἰς τὸν οὐρανόν. Τότε δύο ἄνδρες ἐφάνησαν ἔμπροσθεν τῶν Ἀποστόλων καὶ τοὺς εἶπον· «Ὦ ἄνδρες Γαλιλαῖοι», ἤτοι Ἱεροσολυμῖται, «τί στέκεσθε καὶ κοιτάζετε εἰς τὸν οὐρανόν; Βλέπετε Αὐτὸν ὅπου ἀνελήφθη εἰς τοὺς οὐρανούς; Αὐτὸς πάλιν μέλλει νὰ ἔλθῃ Κριτὴς τῶν ἀνθρώπων, ὄχι ταπεινὸς καὶ καταφρονημένος ὅπως ἦτο εἰς τὴν γῆν, ἀλλὰ μὲ δόξαν καὶ τιμὴν πολλήν, καθὼς τὸν βλέπετε ὅπου ἀναβαίνει. Δὲν θέλει ἔλθει καὶ πάλιν καταφρονεμένος, ἀλλὰ τιμημένος· ὄχι ὑβρισμένος, ἀλλὰ δοξασμένος, ὄχι ὠνειδισμένος, ἀλλὰ ὑμνημένος». Διατὶ δύο ἄνδρες ἐφάνησαν; Διότι ὁ Μωϋσῆς λέγει· «Ἐπὶ στόματος δύο μαρτύρων καὶ ἐπὶ στόματος τριῶν μαρτύρων, στήσεται πᾶν ρῆμα» (Δευτ. ιθ΄ 15, Ματθ. ιη΄ 16). Τίνος δὲ ἕνεκεν ἐφάνησαν; Διὰ νὰ παρηγορήσουν τοὺς Ἀποστόλους, νὰ μὴ λυποῦνται διὰ τὸν χωρισμὸν τοῦ Χριστοῦ.

«Καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτόν, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης. Καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ, αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν» (Λουκ. κδ΄ 52-53).

  Ποῦ ἐκάθισεν ὁ Κύριος;

  «Ἐκάθισεν εἰς τὴν δεξιάν, διὰ νὰ δείξῃ τὸ ἰσότιμον τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, διὰ τοῦτο λέγει: «Ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν ὁ Υἱὸς τοῦ Πατρός». Ὁ Παῦλος λέγει, ὅτι· «Ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ἑβρ. η΄ 1) τὸ αὐτὸ λέγων καὶ αὐτός, ὅτι δηλαδὴ ὡς ὁμόθρονος καὶ ἰσότιμος τῷ Πατρὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν. Διότι ὁ Θεὸς δὲν κάθεται, οὔτε θεϊκῆς φύσεως εἶναι τὸ καθίζεσθαι, ἂν δὲ ἐλέγαμεν ὅτι ὁ Θεὸς κάθηται, ἠθέλαμεν ἐρωτήσει καί· «Ποῦ κάθεται;». Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας λέγει ὡς ἐκ προσώπου τοῦ Θεοῦ· «Ὁ οὐρανός μοι θρόνος, καὶ ἡ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου» (Ἡσαΐας ξς΄ 1)· ἀλλὰ πάλιν ἀλλοῦ λέγει: «Ποῖος τόπος τῆς καταπαύσεώς μου;» (αὐτόθι). Λέγει δὲ καὶ εἰς τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, ὅτι: «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ιωάν. ιδ΄ 23).

  Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ