Τοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κωστάκη
1ον
«Ἔργα δικαίων ζωὴν ποιεῖ…». (Παροιμ.10,16)
Μὲ βαθειὰ συγκίνηση καὶ ἀπροσδιόριστο δέος, κρατῶ στὸ χέρι τὸ πενιχρὸ μολύβι, ὡς γέφυρα στεναγμοῦ, γιὰ νὰ μεταφέρω στὸ ψυχρὸ χαρτὶ λίγα λόγια καρδιᾶς, ἀλήστου μνήμης, γιὰ τὸν λαοφιλῆ «ἅγιο» τοῦ Βραχωριοῦ, τὸν ἀξέχαστο π. Ἀπόστολο Φαφούτη.
Αὐθόρμητα ἔρχονται στὸ νοῦ τὰ σοφὰ λόγια ποὺ καταγράφει μὲ σαφήνεια ὁ σοφὸς Σολομών, στὸ βιβλίο «Παροιμίαι» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιὰ τὴν σοφία καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ δικαίου ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ἡ «μνήμη» συνοδεύεται «μετ’ ἐγκωμίων».
«Τὰ ἔργα τῶν δικαίων καθιστοῦν τὴ ζωή τους, καὶ τὴ ζωή τῶν ἄλλων εὐτυχισμένη. Ἐνῷ οἱ καρποὶ τῶν ἀσεβῶν εἶναι οἱ ψυχοκτόνες ἁμαρτίες… Οἱ ἀσεβεῖς μὲ τὰ λόγια τους στήνουν παγίδες στοὺς συμπολίτες τους. Ἀντιθέτως οἱ δίκαιοι, μὲ τὴν συνετὴ συμπεριφορά τους, ἐξομαλύνουν τοὺς δρόμους στοὺς ἄλλους, στὰ κοινὰ ζητήματα καὶ ὑποθέσεις». (Παροιμ. Κεφ. 10-11).
Οἱ δημαγωγοὶ καταστρέφουν τοὺς πολίτες μὲ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τους, ἐνῷ οἱ δίκαιοι, οἱ ἐνάρετοι ἄνθρωποι τοὺς προφυλάσσουν ἢ τοὺς ἐλευθερώνουν ἀπ’ τὶς παγίδες καὶ τὶς πλεκτάνες ποὺ στήνουν οἱ ἄδικοι, οἱ ἀσεβεῖς. Οἱ εὐσεβεῖς φροντίζουν γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὴν πρόοδο τῆς πόλεως καὶ τῶν κατοίκων τους, ἐνῷ οἱ ἀθεόφοβοι καὶ ἀσεβεῖς ἀπεργάζονται τὴν καταστροφή τους.
Καὶ ὁ σοφὸς Σολομὼν συνεχίζει: «Μὲ τὰ ἀγαθὰ λόγια καὶ ἔργα τῶν δικαίων ἀνορθοῦνται οἱ πόλεις. Μὲ τὰ κακὰ στόματα τῶν ἀσεβῶν ἡ πόλις καταστρέφεται ἐκ θεμελίων. Ὁ στερούμενος συνέσεως περιγελᾶ, κοροϊδεύει τοὺς συμπολίτες του, ὁ νουνεχὴς ὅμως μὲ σύνεση καὶ φρόνηση ὁδηγεῖ στὴν ἡσυχία, τὴν ἠρεμία…».
Αὐτὴ τὴν σοφία καὶ σύνεση, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλεῖ, αἰῶνες τώρα, ὁ φημισμένος βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, θαρρῶ πὼς τὴν συναντᾶμε στὴν γνήσια καὶ αὐθεντικὴ ἔκφρασή της στὸ πρόσωπο καὶ τὴν ἐν γένει βιοτή, σ’ ὁλόκληρη τὴν ἐπίγεια διαδρομή, τοῦ χαρισματικοῦ, λαοφιλοῦς πνευματικοῦ πατέρα καὶ διακεκριμένου Ἐκκλησιαστικοῦ λειτουργοῦ, τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἀποστόλου Φαφούτη.
Εἶναι δύσκολο νὰ βρεθοῦν τὰ κατάλληλα λόγια καὶ ἐκφραστικὰ σχήματα, γιὰ νὰ περιγράψουν, ἢ ἔστω ἁδρὰ νὰ σκιαγραφήσουν τὴν συγκλονιστικὰ πολυεδρικὴ καὶ πολυτάλαντη προσωπικότητα τοῦ Παπαποστόλη, ὅπως ἀποθηκεύτηκε στὴ μνήμη καὶ τὶς καρδιὲς τῶν Ἀγρινιωτῶν, ἡ ἐμβληματικὴ αὐτὴ ἱερατικὴ μορφή.
Ἂν καὶ πέρασαν ἕξι περίπου δεκαετίες ἀπὸ τότε ποὺ ὁ σεβάσμιος γέροντας μεταγράφηκε καὶ πολιτογραφήθηκε στὰ δημοτολόγιο τῆς οὐράνιας πολιτείας, ἀκόμα ζεῖ ἀνάμεσά μας. Νοερὰ συναντᾶμε τὴν σεβάσμια καὶ ἤρεμη μορφή του νὰ πορεύεται, ἔτσι σκυμμένος, μὲ τὴν ὀμπρέλλα ἢ τὸ μπαστούνι στὸ χέρι, στοὺς δρόμους τῆς πόλης ποὺ ἀγάπησε καὶ μὲ αὐτοθυσία πιστὰ διακόνησε. Σεμνός, ταπεινός, ἀθόρυβος, ἀπόλυτα διακριτικός, μὲ καρδιὰ γεμάτη ἀπὸ ἀγάπη εὐλογεῖ, καλημερίζει τοὺς πάντες. Ψάχνει, κι ἀνακαλύπτει τὸν πόνο, τὴ φτώχεια, τὴν ἀρρώστια, τὴν ὀρφάνια, τὴ δυστυχία ποὺ κρύβεται στὰ χαμόσπιτα, καὶ κρυφὰ χωρὶς νὰ τὸν καταλάβουν ἀδειάζει ὅ,τι κρατοῦν τὰ χέρια ἢ κρύβεται στὶς βαθιὲς τσέπες του.
Τὸ ἁγιασμένο του χέρι ἀδιάκοπα βυθίζεται σ’ αὐτὲς ἀπ’ ὅπου συχνὰ βγαίνουν καραμέλες, εἰκονίτσες γιὰ τὰ παιδιὰ ἢ φάρμακα γιὰ κάποιον ἀδύναμο ἀσθενῆ ποὺ ἀδυνατοῦσε νὰ τὰ προμηθευθεῖ. Κι’ ὁ ταπεινὸς λευίτης ἤξερε, εἶχε τὸν τρόπο νὰ τὰ προμηθεύεται ἀπ’ τοὺς γνωστοὺς τότε φαρμακοποιοὺς τῆς πόλεως (Πύρρος, Σαραντόπουλος κ.ἄ.) ἢ ἀπ’ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν φαρμακείων (Ραυτόπουλος, Νικολακόπουλος κ.ἄ.), ὅλοι τους τώρα συγκάτοικοι στὸν οὐρανό.
Ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης, τῆς δημιουργίας. Πρωτοπόρος στοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν βελτίωση τῶν συνθηκῶν διαβίωσης, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτιστικῆς ἀναβάθμισης τῆς κοινωνίας τοῦ Ἀγρινίου. Μὲ δική του πρωτοβουλία, ἐκεῖνα τὰ δύσκολα χρόνια, ὀργανώθηκε συναυλία μαντολινάτας, θεατρικὸς θίασος, καθιερώθηκε ἐπίσημη ἀργία τὴν 9η Μαΐου πρὸς τιμὴν τοῦ πολιούχου ἁγίου Χριστοφόρου, στοιχειώδης ραδιοφωνικὸς σταθμός, ἀθλητικὲς καὶ ἄλλες ἐκδηλώσεις μὲ τίτλο «Χριστοφόρεια», δενδροφυτεύσεις, ἀνακαίνιση τῶν δύο ἐξωκκλησίων Ἁγίας Μαρίνας καὶ ἁγίου Ἰωάννου Ριγανᾶ, κ.ἄ.
Καὶ ὅλα αὐτά, καὶ πολλὰ ἄλλα, χάρις στὴν ἀνύστακτη φροντίδα καὶ τὴν ἀκάματη δραστηριότητα, γιὰ ἐξεύρεση τῶν ἀναγκαίων πόρων συντήρησης τοῦ παλαιοῦ Ναοῦ, ἀλλὰ καὶ κυρίως γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ νέου Ναοῦ τοῦ φίλου του ἁγίου Χριστοφόρου.
Ποιὸς ἀπ’ τοὺς ἐπιζῶντες παλιοὺς Ἀγρινιῶτες, ἰδίως τῆς ἐνορίας τοῦ ἁγίου Χριστοφόρου, δὲν θυμᾶται τὸν Παπαποστόλη τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα μὲ τὸν μόνιμο ἀκόλουθό του, τὸν ταπεινὸ Κώστα, καὶ μὲ μεταφορικὸ μέσο ἕνα γαϊδουράκι, νὰ περιέρχεται στὶς ὑπαίθριες ψησταριὲς τῶν ἐνοριτῶν του, μαζεύοντας τὰ δέρματα τῶν σφαγιασθέντων ζῴων; Κι’ ἀκόμα στὸ τέλος τῆς ἐτήσιας καπνοκαλλιέργειας τὸν ἔβλεπαν νὰ περιοδεύει στὶς «λιάστρες» των μαζεύοντας τὰ «βαντάκια» ξηροῦ καπνοῦ, ποὺ οἱ πιστοὶ πρόσφεραν γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ νέου Ναοῦ.
Ἡ ἀγάπη του στὸν ἅγιο Χριστόφορο, καὶ ἡ οἰκειότητα ποὺ αἰσθανόταν μαζί του εἶναι παροιμιώδης. Φανερώνεται στὶς περιπτώσεις ποὺ ὁ παππούλης ἀντιμετώπιζε δυσκολίες ἢ ἀπρόσμενες περιπλοκὲς στὸν ἀγώνα καὶ τὴν ἀγωνία του γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ νέου Ἱ. Ναοῦ. Τότε στεκόταν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου καὶ τοῦ μιλοῦσε, ἔτσι ἁπλὰ καὶ θαρρετά, «ὡς τὶς λαλεῖ πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον». Τοῦ ἔθετε ἐπιτακτικὰ τὸ πρόβλημα-αἴτημά του καὶ τὸν προκαλοῦσε νὰ δώση ἄμεσα λύση «ἂν θέλει νὰ μὴ βραχεῖ», ἢ γιατί «ἐγὼ δὲν ἔχω λεφτὰ νὰ ξαναφτιάξω τὸν ἄμβωνα χαμηλότερα, ὅπως λέει ὁ Δεσπότης», καὶ ἄλλα πολλά.
Κι’ ὁ ἅγιος ἄκουγε τὸ παράπονο, αἰσθανόταν τὴν ἀγωνία τοῦ «φίλου» του καί, κατὰ πὼς φαίνεται, «σὲ μηδὲν χρόνο» ἔσπευδε νὰ ἱκανοποιήση τὸ αἴτημά του. Ἡ ἄμεση ἀπάντηση τοῦ ἁγίου τὸν ἔβγανε ἀπ’ τὴ δυσκολία, τοῦ ἔλυνε τὸ πρόβλημα, τοῦ τόνωνε τὸ ἀγωνιστικὸ φρόνημα, κι’ ἐκεῖνος μὲ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ προχωροῦσε δημιουργώντας καὶ σκορπίζοντας γύρω του παρηγοριὰ καὶ μοιράζοντας ἀγάπη.




