Ἡ κανονικὴ ἑνότης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἡ γεωπολιτικὴ σταθερότης

Share:

Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Μιλαντὶν Μίτροβιτς

  Ἀξιότιμοι συμμετέχοντες στὴ σημερινὴ διάσκεψη, ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς ἀπευθύνω σέ  ὅλους ἐγκάρδιο χαιρετισμὸ καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν εἰλικρινῆ μου εὐγνωμοσύνη πρὸς τοὺς διοργανωτὲς τῆς σημερινῆς συνάντησης γιὰ τὴν ἐμπιστοσύνη καὶ τὴ δυνατότητα πού μοῦ δόθηκε νὰ ἀπευθυνθῶ σὲ ἐσᾶς.

  Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση καὶ τὴν πατερικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, κάθε διατάραξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας εἶναι, στὴν οὐσία της, ἀντικανονικὴ καὶ ἀντιευαγγελικὴ πράξη. Τὸ σχίσμα ὑπονομεύει τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς κύριες ἀρχὲς τῆς συγκρότησης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ γενικότερα. Γι’ αὐτὸ τὸ σχίσμα εἶναι φαινόμενο ἀπολύτως ἀπαράδεκτο γιὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογικὴ σκέψη καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συν­είδηση καί, κατὰ τὴ φύση του, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα καὶ φοβερότερα ἁμαρτήματα.

  Γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, τὰ δόγματα θεμελιώνονται στὴ θεία Ἀποκάλυψη καὶ ἐκφράζουν τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς χριστιανικῆς  πίστεως. Ἕνα δό­γμα, ἀφοῦ διατυπωθεῖ καὶ γίνει ἀποδεκτό, συνήθως σὲ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, δὲν ὑπόκειται σὲ ἀναθεώρηση ἢ μεταβολή. Ἐφόσον ἔχει βεβαιωθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὸ σύνολό της, ἡ ἄρνηση ἀναγνώρισης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δόγματος φανερώνει διαστρεβλωμένη κατανόηση τῆς πίστεως καὶ θεωρεῖται αἵρεση, πρᾶγμα ποὺ ὁδηγεῖ στὸν ἀποκλεισμὸ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία καὶ στὴν ἐπιβολὴ ἀναθέματος.

  Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες ἐκφράζουν τὴ δογματικὴ διδασκαλία μὲ τὴ μορφὴ κανόνων ποὺ ὀφείλει νὰ ἀκολουθεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ὥστε νὰ βρίσκεται σὲ συμφωνία μὲ τὴ δογματικὴ διδασκαλία. Οἱ κανόνες ἀποτελοῦν ἕνα εἶδος κανονικῆς ἑρμηνείας τῶν δογμάτων σὲ ὁρισμένη στιγμὴ τῆς ἱστορικῆς ὑπάρξεως  τῆς  Ἐκκλησίας.  Πρά­γματι, εἶναι δεσμευτικὸ πρότυπο, ἑνιαῖο κριτήριο, θεμελιώδης μορφὴ ζωῆς γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα.

  Ὁ κανόνας, παραδεδομένος στὸ πλαίσιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ διατυπωμένος ἀπὸ Οἰκουμενικὴ ἢ Τοπικὴ Ἐ­κ­κλησιαστικὴ Σύνοδο, καθορίζει τὴ λύση ἢ τὶς δυνατότητες ἐπίλυσης μίας συγκεκριμένης διαφορᾶς στὴ διοικητικὴ δομὴ ἢ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τοῦ πνεύματος τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Ἡ μὴ τήρηση καὶ ἡ ἀπόκλιση ἀπὸ τοὺς κανόνες θεωροῦνται παραβίαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς πειθαρχίας καὶ ὁδηγοῦν στὴν ἐμφάνιση τοῦ λεγόμενου σχίσματος.

  Σήμερα γίνεται περισσότερο ἀπὸ προφανὲς ὅτι τὸ ἀνοικτὸ σχίσμα ἐντὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ ὁποῖο προκλήθηκε ἄμεσα ἀπὸ τὴν παραχώρηση τοῦ τόμου αὐτοκεφαλίας στοὺς Οὐκρανοὺς σχισματικοὺς ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖο, ἀποτελεῖ ἀποκλειστικὰ ἀποτέλεσμα βαριᾶς παραβίασης τῶν κανονικῶν διατάξεων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Τὸ σχίσμα στὴν Οὐκρανία ἔχει σήμερα καταστεῖ ἡ κύρια καὶ βασικὴ πληγὴ ποὺ διαρρηγνύει ὁλοένα καὶ περισσότερο, καὶ βαθύτερα, τὴν ἑνότητα τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου.

  Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, τὸ οὐκρανικὸ ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖο βρέθηκε στὸ ἐπίκεντρο τῆς πανορθόδοξης σύγκρουσης, ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ ἔχει τοπικὴ μόνο σημασία. Ἀποκάλυψε ἕνα πρόβλημα ἰδιαίτερων διαστάσεων καὶ φανέρωσε σοβαρὴ διατάραξη τῆς κανονικῆς τάξεως τῆς ὀρθόδοξης πίστεως. Τὸ Φανάρι, μὲ τὶς μονομερεῖς ἐνέργειές του, καταπάτησε τὶς θεμελιώδεις ἀρχὲς τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας, πρᾶγμα πού, τουλάχιστον, μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς καθαρὴ μορφὴ αἱρέσεως. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, παραβιάζοντας βάναυσα τὴν ὀρθόδοξη παράδοση καὶ τὴν κανονικὴ τάξη, αὐτοβούλως καὶ ἐπισήμως αὐτοανακηρύχθηκε ἀνώτατος προκαθήμενος ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν: στὸν ἀντικανονικὸ τόμο περὶ «παραχωρήσεως αὐτοκεφαλίας» στὴ λεγόμενη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, ἐπιβεβαιώνει ὅτι, κατὰ τὸ μακροχρόνιο παράδειγμα τῶν παπῶν τῆς Ρώμης, ἐπιθυμεῖ νὰ τοποθετήσει τὸν ἑαυτό του στὴν κεφαλὴ ὁλόκληρης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

  Τὸ ὅτι οἱ ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου στὴν Οὐκρανία ἦταν πράγματι ἀντικανονικὲς καὶ ἀντίθετες πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν δογμάτων τῆς ὀρθόδοξης πίστεως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔτυχαν τῆς ἐγκρίσεως τῆς πλειονότητας τῶν λοιπῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Γι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνώρισης τῆς οὐκρανικῆς σέκτας, ἡ ὁποία αὐτοαποκαλεῖται «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας», ἀπὸ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες κατέστη ὑπαρξιακὸ πρόβλημα γιὰ τὸν Βαρθολομαῖο. Ἔγινε ἀμέσως σαφὲς ὅτι αὐτὴ ἡ οὐκρανικὴ σέκτα ὄχι μόνο δὲν θὰ ριζώσει, ἀλλὰ οὔτε καὶ θὰ ἔχει ὁποιονδήποτε ρόλο στὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὁ Πατρ. Βαρθολομαῖος, μὲ τὴν ὑποστήριξη τῆς ἀμερικανικῆς διοίκησης, ἐξαπέλυσε μετωπικὴ ἐπίθεση πρὸς ὅλες τὶς Τοπικὲς Ἐκκλησίες καί, μέσῳ ἐκβιασμῶν, πιέσεων καὶ παρασκηνιακῶν ἐνεργειῶν, προσπάθησε νὰ τὶς ἀναγκάσει ὅλες νὰ ἀκολουθήσουν τὸ παράδειγμά του καὶ νὰ ἀναγνωρίσουν τοὺς Οὐκρανοὺς σχισματικούς.

  Τὸ σημερινὸ ἐπίκεντρο τῆς προσοχῆς τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως στὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἡ Γεωργιανὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Στὴν ἐκλογὴ τοῦ νέου Γεωργιανοῦ Πατριάρχη, ὁ Βαρθολομαῖος βλέπει μία εὐκαιρία μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ μποροῦ­σε νὰ πραγματοποιήσει τὰ αὐθαίρετα σχέδιά του. Θεωρεῖ τὴν κατάσταση στὴ Γεωργία ἀρκετὰ εὐνοϊκή, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ ἐκμεταλλευθεῖ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας καὶ τὴν πιθανὴ ἀβεβαιότητα, ὥστε νὰ πείσει τὴ Γεωργιανὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νὰ ἀναγνωρίσει τοὺς Οὐκρανοὺς σεκταριστές. Γιὰ τὸ Φανάρι, ἡ Γεωργιανὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἁπλῶς ἕνα διαπραγματευτικὸ νόμισμα γιὰ τὶς προσωπικὲς φιλοδοξίες τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Ἡ Κωνσταντινούπολη ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ τί θὰ συμβεῖ κατόπιν στὴ Γεωργιανὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἡ Οὐάσιγκτον, μὲ τὴ σειρά της, χρησιμοποιεῖ ἐπιδέξια τὸν βαθιὰ ἄρρωστο Βαρθολομαῖο, ὁ ὁποῖος εἶναι κυριευμένος ἀπὸ ἀχαλίνωτη ὑπερηφάνεια, γιὰ νὰ σπείρει διχόνοια στὴ Γεωργία καὶ νὰ δημιουργήσει χάος. Ἐλπίζουμε εἰλικρινὰ ὅτι ἡ σοφὴ Γεωργιανὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας τὴν προσήλωση στὴν κανονικὴ Ὀρθοδοξία ὑπερασπίστηκε πάντοτε μὲ τόσο ζῆλο ὁ μακαριστὸς Πατριάρχης Ἠλίας, θὰ παραμείνει πιστὴ στὴν παράδοση.

  Ἀπὸ τὴν παραχώρηση τοῦ ἐπαίσχυντου τόμου στοὺς Οὐκρανοὺς σχισματικούς, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Βαρθολομαῖος παραβίασε βάναυσα τοὺς ἱεροὺς κανόνες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἔχουν περάσει περισσότερα ἀπὸ ἑπτὰ χρόνια. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες Ἀλεξανδρείας, Κύπρου καὶ Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖες βρίσκονται παραδοσιακὰ ὑπὸ τὴν ἄμεση ἐπιρροὴ τοῦ Φαναρίου, καμία ἄλλη Τοπικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν συναίνεσε στὴν ἐπαίσχυντη πράξη παραβίασης τῆς κανονικῆς τάξεως. Ἔχει καταστεῖ σαφὲς σὲ ὅλους ὅτι ἡ συνοδοιπορία μὲ τὸν Πατρ. Βαρθολομαῖο ἀποτελεῖ ἄμεση συνέργεια στὰ ἐγκλήματα τῶν Οὐκρανῶν σχισματικῶν ἐναντίον τῆς κανονικῆς Ὀρθοδοξίας. Ὅταν κάποιος ἐγκρίνει ἕνα ἔγκλημα, γίνεται καὶ ὁ ἴδιος ἐγκληματίας. Ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ ἀποβλέπει ὁ Πατρ. Βαρθολομαῖος: νὰ καταστήσει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερες Τοπικὲς Ἐκκλησίες ἀποκομμένες ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Κατόπιν αὐτοῦ, τέτοιες Ἐκκλησίες χάνουν τὸ δικαίωμα τῆς συνοδικῆς κοινωνίας μέσα στὸν ὀρθόδοξο κόσμο, ὅπως συνέβη μὲ τὶς Ἐκκλησίες Ἀλεξανδρείας, Κύπρου καὶ Ἑλλάδος.

  Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κάθε σχίσμα, ἀκόμη καὶ τὸ μικρότερο, εἶναι τραγωδία καὶ ἀνοικτὴ πληγὴ γιὰ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμενικὴ Ὀρθοδοξία. Ἀπὸ τὸ σχίσμα ὑποφέρουν περισσότερο οἱ πιστοὶ καὶ ἡ κοινωνικὴ κοινότητα στὸ σύνολό της. Γι’ αὐτό, μέσῳ τῆς συνοδικῆς ἑνότητας καὶ τοῦ εἰλικρινοῦς ἀδελφικοῦ διαλόγου, ὅλες οἱ Τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες πρέπει νὰ καταβάλουν μεγαλύτερο κόπο καὶ προσπάθεια, ὥστε νὰ ἀντιταχθοῦν μὲ κατάλληλο τρόπο στὶς σύγχρονες σχισματικὲς τάσεις καὶ ἐκδηλώσεις.

Καὶ αὐτὸς ὁ κόπος καὶ αὐτὴ ἡ προσπάθεια θὰ εἶναι βιώσιμα καὶ ἐπιτυχῆ μόνο ἂν θεμελιωθοῦν στὶς ἀρχὲς τῶν ἱερῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν εἰλικρινῆ μέριμνα κάθε Τοπικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς ἑνότητας τῆς ὀρθόδοξης πίστεως. Οἱ προκαθήμενοι τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ποὺ δὲν ὑπέκυψαν στὶς πιέσεις τῆς Κωνσταντινουπόλεως μαρτυροῦν ζωντανὰ ὅτι μόνο μὲ τὴ διαφύλαξη τῆς κανονικῆς τάξεως διαφυλάσσεται καὶ ἡ συνοδικὴ ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ σύνολό της.

Ὡς ἐκ τούτου, καλῶ τοὺς συμμετέχοντες στὴ σημερινὴ σύναξη νὰ ἀποτελέσει ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς διάσκεψης ἡ ἔκδοση κοινῆς διακήρυξης μὲ πρόσκληση πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Θεόφιλο γιὰ τὴ σύγκληση νέας συνάντησης στὸ σχῆμα τοῦ Ἀμμάν. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν προηγούμενη συνάντηση, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε τὸ 2020, ἡ νέα συνάντηση καὶ ἀδελφικὴ σύναξη πρέπει νὰ ἀνοίξει ἕνα εἰλικρινῆ καὶ ὑπεύθυνο διάλογο γιὰ τὶς προκλήσεις ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ ὀρθόδοξη κοινωνία σὲ αὐτὴ τὴν κρίσιμη περίοδο. Αὐτὴ ἡ νέα πιθανὴ συνάντηση πρέπει νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ἀναζήτηση τρόπων ὑπέρβασης τῆς πανορθόδοξης κρίσης, ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὴν ἀναγνώριση τῶν Οὐκρανῶν σχισματικῶν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ὡς βασικοῦ προβλήματος ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέκυψε τὸ γενικευμένο χάος στὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Ἡ ἀναβολὴ τῆς συνάντησης στὸ σχῆμα τοῦ Ἀμμάν θὰ ὁδηγοῦσε στὴν ἐπιδείνωση τῆς σημερινῆς κατάστασης καὶ σὲ περαιτέρω πόλωση τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν κατὰ ἐθνοτικὲς γραμμές. Μὲ ἄλλα λόγια, θὰ μπορούσαμε νὰ γίνουμε μάρτυρες τῆς ἐμβάθυνσης τοῦ σχίσματος. Αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει σὲ αὐξημένη ἐπιρροὴ ἐξωτερικῶν πολιτικῶν δυνάμεων στὶς ἐκκλησιαστικὲς διαδικασίες, πρᾶγμα ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε στὴν κατάρρευση τῶν διαεκκλησιαστικῶν σχέσεων καὶ στὴν ἐπιδείνωση τῆς κατάστασης μέσα στὴν παγκόσμια Ὀρθοδοξία.

* Ἡ Ὁμιλία τὴν ὁποίαν ἐξεφώνησεν ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Μιλαντὶν Μίτροβιτς, εἰς τὸ Διεθνὲς Συνέδριον «Προστασία τῶν Θρησκευτικῶν Δικαιωμάτων καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Κληρονομιᾶς», τὴν ὁποίαν ὠργάνωσε τὸ Κέντρον Γεωστρατηγικῶν Μελετῶν τὴν 30ὴν Ἀπριλίου εἰς Βελιγράδιον.

Previous Article

Ἰδοὺ αἱ λεγόμεναι “ἐκκλησιολογικαὶ’’ προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Τορόντο

Next Article

«Ρεΐκι – Η πιο επικίνδυνη “θεραπεία” της Νέας Εποχής»