Μνήμη Παπαποστόλη – 3ον

Share:

Τοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κωστάκη

3ον.-Τελευταῖον

ANAMNΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΛΕΥΙΤΗΝ

Ἕνα πραγματικὸν περιστατικὸν

  Βρέθηκα στὸν τόπο σας πρὸ ἐτῶν ὡς ὑπάλληλος. Ἐπειδὴ προέρχομαι ἀπὸ οἰκογένεια μὲ θρησκευτικὲς ἀρχές, εἴχαμε τὴν τακτικὴ συνήθεια νὰ κοινωνοῦ­με, οἰκογενειακῶς, τουλάχιστον δύο φορὲς τὸ χρόνο: τῶν ἁγίων Θεοδώρων, καὶ στὶς 15 Αὐγούστου. Βεβαίως μεταλαβαίναμε καὶ ἄλλες φορὲς μὴ προκαθορισμένες.

  Ἦταν παραμονὴ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων. Ὡς νέος ὑπάλληλος στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀγρινίου ἤμουν, ἐντελῶς, ἄγνωστος. Δὲν γνώριζα ποῦ νὰ ἀπευθυνθῶ. Ρώτησα τοὺς πρώτους γνωστοὺς ποὺ εἶχα, ἂν ἤξεραν κάποιο ἐκκλησάκι, γιὰ νὰ πάω νὰ ἐξομολογηθῶ. Διότι ὑπὸ φυσιολογικὲς συνθῆκες μοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ κοινωνήσω χωρὶς νὰ προηγηθεῖ ἐξομολόγηση. Κι’ ἐκεῖνοι μοῦ συνέστησαν μία ἐκκλησία στὴν περιφέρεια, ἐκτὸς πόλεως.

Τὴν ἑπόμενη μέρα, παραμονὴ τῶν ἁγίων Θεοδώρων, πῆγα στὴν ἐκκλησία ποὺ μοῦ ὑπέδειξαν, λίγο πρὶν ἀρχίσει ὁ ἑσπερινός. Βρῆκα τὸν ἱερέα μέσα στὸ ἱερό. Τὸν χαιρέτησα μὲ σεβασμό, καὶ τοῦ εἶπα τὰ ἑξῆς: «Δέσποτα, θὰ ἤθελα νὰ ἐξομολογηθῶ, γιὰ νὰ κοινωνήσω αὔριο». Ἀπάντηση: «Δὲν μπο­ρῶ τώρα, θὰ ἀρχίσει ἑσπερινός». Ἐπιμένω: «Δέσποτα, εἶμαι ξένος καὶ ἐργένης. Μοῦ εἶναι δύσκολο νὰ νηστέψω ξανά, γιὰ νὰ κοινωνήσω». Νέα ἀπάντηση: «Δὲν σὲ ἐξομολο­γῶ». Ἐπιμένω: «Δέσποτα, δὲν μπορεῖτε νὰ μοῦ ἀρνηθεῖτε, διότι ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀκολουθίας μπορεῖτε νὰ μὲ ἐξομολογήσετε, πόσο μᾶλλον τώρα, ποὺ δὲν ἀρχίσατε τὸν ἑσπερινό». Νέα ἀπάντηση: «Φῦγε δὲν σὲ ἐξομολογῶ». Ὕστερα ἀπ’ αὐτὰ ἀντέδρασα ἐκνευρισμένος καὶ φεύγοντας τοῦ λέω: «Δέσποτα, παρανοεῖτε ποῦ βρίσκεστε. Δὲν βρίσκεστε στὸ μαγαζί σας καὶ μὲ διώχνετε, ἀλλὰ στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, ἐκτὸς ἂν κάνω λάθος». Ἐκεῖνος ἐπιμένει νὰ φύγω, ὁπότε πιὸ ἐκνευρισμένος τώρα, ἔφυγα βλασφημώντας.

Οἱ τύψεις, ὅμως, μὲ βασάνιζαν γι’ αὐτὸ ποὺ ἔγινε καὶ μάλιστα μέσα στὴν ἐκκλησία. Ἀδιανόητο ὥς τώρα, ἐγὼ νὰ βλασφημήσω τὸν ἱερέα, καὶ μάλιστα, μέσα στὴν ἐκκλησία; Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ συγχωρήσω αὐτὸ στὸν ἑαυτό μου.

Ὕστερα ἀπ’ αὐτὰ ἐπιστρέφω στὸ Ἀγρίνιο σωστὸ ράκος. Πηγαίνω ξανὰ στοὺς γνωστοὺς πού μοῦ εἶχαν συστήσει τὴ συγκεκριμένη ἐκκλησία. Τοὺς διηγήθηκα τὰ ὅσα συνέβησαν καὶ τοὺς παρεκάλεσα νὰ μοῦ ὑποδείξουν ἄλλη ἐκκλησία νὰ πάω νὰ ἐξομολογηθῶ, γιατί ἀπ’ τὶς πιὸ ἔντονους τώρα συνειδησιακοὺς ἐλέγχους δὲν μποροῦσα νὰ ἠρεμήσω. Κόντευα νὰ τρελαθῶ. Οἱ γνωστοί μου, κατανοώντας τὴν ἀγωνία μου, μοῦ ἔδειξαν ποιὰ κατεύθυνση νὰ ἀκολουθήσω, λέγοντάς μου: «Πήγαινε στὸν ἅγιο Χριστόφορο, ἐκεῖ εἶναι ἕνας γέρος καλὸς ἱερέας». Ὅταν ἔφτασα καὶ μπῆκα μέσα στὴν ἐκκλησία βρῆκα μία μεγάλη σειρὰ (οὐρὰ) ἀπὸ γυναῖκες ποὺ περίμεναν νὰ ἐξομολογηθοῦν.

Μόλις μὲ εἶδε ὁ σεμνὸς λευίτης σηκώθηκε ἀπ’ τὴ θέση του καὶ ἀπευθυνόμενος στὶς γυναῖκες ποὺ ἀνέμεναν τοὺς εἶπε: «Μωρὲ γυναῖκες, ἕνας ἄνδρας εἶνε, νὰ περάσει πρῶτος;». Ὅλες συμφώνησαν μὲ τὴν πρόταση τοῦ ἱερέα. Ὁ διάλογος ποὺ εἶχα μὲ τὸν γέροντα ἱερέα ἦταν ὡς ἑξῆς: «Δέσποτα, ἔχω τρομερὲς τύψεις», καὶ τοῦ διηγήθηκα τὰ ὅσα εἶχαν προηγηθεῖ στὴν ἄλλη ἐκκλησία ποὺ εἶχα πάει νωρίτερα.

Ὁ σεβάσμιος γέροντας μὲ κοίταξε μὲ κατανόηση, ἡ δὲ ἀπάντησή του ἔμεινε βαθιὰ χαραγμένη κατάβαθα στὴν ψυχή μου: «Παιδί μου, δὲν θέλω νὰ μοῦ πεῖς ποιὸς ἦταν ὁ ἱερέας. Μὴ στενοχωριέσαι. Ἐγὼ ὅλη τὴ νύκτα δὲ θὰ κοιμηθῶ. Θὰ παρακαλάω τὸν Θεὸ νὰ τὸν συγχωρέση, διότι ἐσὺ παιδί μου, δὲ φταῖς σὲ τίποτε».

Μοῦ διάβασε τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ τὴν ἄλλη μέρα μὲ κοινώνησε ὁ ἴδιος. Αὐτός, ὅπως ἔμαθα μετά, ἦταν ὁ «ἅγιος τοῦ Ἀγρινίου» ὁ ξακουστὸς Παπα-Ἀποστόλης. Γι’ αὐτὸν εἶμαι βέβαιος πὼς ὁ Θεὸς κρατάει στὰ χέρια Του τὴν ἁγιασμένη ψυχή του.

Σημείωση: Ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἀποτελεῖ κατάθεση ψυχῆς ἀνθρώπου ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ διατηρηθεῖ ἡ ἀνωνυμία του, καὶ παραδόθηκε μὲ ἰδιόγραφο σημείωμά του, ὕστερα ἀπὸ σχετικὴ συζήτηση.

Previous Article

Φῶς ἀπό τό λυχνάρι τοῦ Ἁγίου Παϊσίου – 4ον

Next Article

«ΧΡΙΣΤΟΣ: Ὁ μόνος Ἀληθινός Θεός, Σωτῆρας και Λυτρωτής»