Αἱ δύο φυσικαὶ ἐλευθερίαι τοῦ Χριστοῦ

Share:
Παντοκράτορας

Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου,

ὑπ. Διδάκτορος Δογματικῆς θεολογίας

  Πόσες ἐλευθερίες εἶχε ὁ Χριστός, μία ἢ δύο; Τὸ ἀνωτέρω ἐρώτημα ἀφορᾶ στὸ ἐὰν ἡ ἐλευθερία ἀναφέρεται στὴ φύση ἢ στὸ πρόσωπο. Ἐὰν ἡ ἐλευθερία ἀναφέρεται στὴ φύση, τότε θὰ πρέπει νὰ καταλήξουμε στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε δύο ἐλευθερίες, ἐνῶ ἐὰν ἡ ἐλευθερία ἀναφέρεται στὸ πρόσωπο, τότε ὁ Χριστὸς θὰ πρέπει νὰ εἶχε μόνο μία, λόγῳ τοῦ ἑνὸς θείου του προσώπου.

  Στὸ παρὸν κείμενο θὰ δώσουμε ἀπάντηση στὸ ἀνωτέρω ἐρώτημα, ἀντιπαραθέτοντας δύο σύγχρονους ρωμαιοκαθολικοὺς θεολόγους, τοῦ πνεύματος τῆς Δεύτερης Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ, μὲ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οὕτως ὥστε νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ κατανοήσουμε τὴν ἄβυσσο ποὺ διαχωρίζει τὴ σύγχρονη θεολογία ἀπὸ τὴν πατερικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἂς ξεκινήσουμε ἀπὸ τὸν Karl Rahner, Γερμανὸ ρωμαιοκαθολικὸ θεολόγο καὶ φιλόσοφο, καὶ τὸν Hans Urs von Balthasar, Ἑλβετὸ ρωμαιοκαθολικὸ θεολόγο, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σημαδέψει τὴ μεταπατερικὴ θεολογία σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις της, ρωμαιοκαθολική, προτεσταντικὴ καὶ «ὀρθόδοξη», ὅσο κανεὶς ἄλλος.

Στὴ σύγχρονη δυτικὴ θεολογία, οἱ Karl Rahner καὶ Hans Urs von Balthasar προτείνουν μία βαθύτερη ἐπανερμηνεία τῆς ἐλευθερίας ποὺ ἀποδίδεται στὸ Χριστό, μετατοπίζοντας τὸ ἐνδιαφέρον ἀπὸ τὴ διάκριση πολλαπλῶν «ἐλευθεριῶν» πρὸς τὴν ἑνότητα τοῦ προσώπου τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου καὶ τὴ συγκεκριμένη ἱστορική του ὕπαρξη.

Γιὰ τὸν Κ. Rahner, τὸ θεμελιῶδες σημεῖο ἐκκίνησης τῆς χριστολογικῆς του σκέψης εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ὡς ἕνα ὑποκείμενο διχασμένο ἀνάμεσα σὲ διαφορετικὰ κέντρα συνείδησης ἢ βούλησης. Ἀντιθέτως, πρόκειται γιὰ τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ πρόσωπο τοῦ Λόγου, τὸ ὁποῖο προσλαμβάνει καὶ ζεῖ πλήρως τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Στὸ πλαίσιο αὐτό, ἡ ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ δὲν διασπᾶται σὲ δύο ἀνεξάρτητες πραγματικότητες, ἀλλὰ νοεῖται ὡς μία ἑνιαία προσωπικὴ ἐλευθερία, αὐτὴ τοῦ Λόγου, ἡ ὁποία ἐκφράζεται καὶ πραγματώνεται μέσα στὴν ἱστορία ὡς αὐθεντικὰ ἀνθρώπινη ζωή. Ἡ ἀνθρώπινη διάσταση τῆς ὕπαρξης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὸν τόπο, ὅπου ἡ ἐλευθερία τοῦ Υἱοῦ φανερώνεται ὡς πλήρης ἀποδοχὴ καὶ ἀνταπόκριση πρὸς τὸν Θεό.

Ἀπὸ τὴν πλευρά του, ὁ Balthasar ἀναπτύσσει μία θεολογικὴ προσέγγιση μὲ ἔντονα δραματικὰ καὶ τριαδολογικὰ χαρακτηριστικά. Καὶ γιὰ αὐτόν, ἡ ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ δὲν νοεῖται ὡς πολλαπλότητα, ἀλλὰ ὡς μία καὶ μοναδικὴ ἐλευθερία τοῦ Υἱοῦ, ἡ ὁποία βιώνεται ὡς ἀπόλυτη σχέση πρὸς τὸν Πατέρα. Ἡ ἐλευθερία αὐτὴ ἐκφράζεται ὡς ὑπακοή, ἐμπιστοσύνη καὶ πλήρης αὐτοπροσφορά, φανερούμενη κατεξοχὴν στὸ γεγονὸς τοῦ Σταυροῦ, ὅπου ἡ ἀγάπη λαμβάνει τὴ μορφὴ τῆς ὁλοκληρωτικῆς παράδοσης τοῦ ἑαυτοῦ. Ἀκόμη, θὰ πρέπει νὰ ἀναφέρουμε ὅτι στὸ ἴδιο σφάλμα σχετικὰ μὲ τὴ μία ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς προαναφερθέντες θεολόγους τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας πέφτει καὶ ὁ J. Ratzinger ἤ, ἀλλιῶς, ὁ Βενέδικτος ΙΣΤ΄.

Ἂς δοῦμε τώρα πῶς θὰ ἀπαντοῦσαν οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σὲ μία τέτοιου εἴδους προσέγγιση. Πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι ἡ ἐλευθερία, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, εἶναι μία καὶ ἀνήκει στὴ φύση (Βλ. Γρηγόριος Νύσσης, Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 101D: «Πᾶσα δ’ ἐλευθερία μία τίς ἐστι τῇ φύσει καὶ πρὸς ἑαυτὴν οἰκείως ἔχει»). Ἐφόσον, λοιπόν, ἡ ἐλευθερία εἶναι φυσικὸ ἢ οὐσιῶδες ἰδίωμα, στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος ἔχει δύο φύσεις, θεία καὶ ἀνθρώπινη, θὰ πρέπει νὰ ἀντιστοιχοῦν καὶ δύο φυσικὲς ἐλευθερίες.

Στὴν πατερικὴ γλώσσα, ὅροι ὅπως αὐτεξούσιο, ἑκούσιο, λογικὴ θέληση καὶ ἐλευθερία δηλώνουν τὴν ἴδια καὶ τὴν αὐτὴ πραγματικότητα. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό, ὁ Χριστὸς διαθέτει δύο φυσικὰ αὐτεξούσια, δηλαδὴ δύο φυσικὲς ἐλευθερίες, χωρὶς αὐτὸ νὰ συνεπάγεται διαίρεση τοῦ προσώπου τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καθότι τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας θέλει μὲ φυσικὴ ἀνθρώπινη ἐλευθερία τὰ ἀνθρώπινα, ὅπως τὸ νὰ τραφεῖ, νὰ ξεκουραστεῖ καὶ νὰ μετακινηθεῖ, καὶ θέλει μὲ θεία φυσικὴ ἐλευθερία ὅσα ἁρμόζουν στὴ θεότητα, ὅπως ἡ θαυματουργία καὶ οἱ ἄκτιστες θεοφάνειες. Ἀκόμη, θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ ὑποτάσσεται ἑκουσίως καὶ χωρὶς ἐξαναγκασμὸ στὴν ἐλευθερία τῆς θείας φύσης. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Πατέρες ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ θελητὸ εἶναι ἕνα στὸ Χριστό, δηλαδὴ τὸ ἀντικείμενο τῶν δύο θελήσεων καὶ ἐλευθεριῶν, δηλαδὴ ἡ σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἄρα, ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος θέλει αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ θέλει ὁ Τριαδικὸς Θεός, ὅπως καὶ τὸ θεῖο θέλημα θέλει τὸ ἀνθρώπινο, ὅταν τὸ θεῖο παραχωρεῖ, νὰ κάνει χρήση τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν πρὶν τὴν Ἀνάσταση, δηλαδὴ νὰ πεινάει, νὰ διψάει, νὰ κουράζεται καὶ τὰ λοιπά. Θέλοντας ὁ Χριστὸς τὰ ἔκανε ὅλα αὐτά, θέλοντας πεινοῦσε, θέλοντας κουραζόταν καὶ οὕτω καθεξῆς.

Ἐάν, ὅμως, ἡ ἐλευθερία θεωρηθεῖ ὡς ἰδιότητα τοῦ προσώπου, ὅπως ὑπονοεῖται στὶς σύγχρονες μεταπατερικὲς προσεγγίσεις, τότε στὸν Χριστὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει μία μόνο ἐλευθερία. Στὴν περίπτωση αὐτή, δεδομένου ὅτι τὸ πρόσωπο ἢ ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ ἀκτίστου Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἡ ἐλευθερία αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι μόνον ἄκτιστη. Αὐτὸ ὅμως θὰ σήμαινε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία δὲν προσλήφθηκε πραγματικὰ κατὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ. Καὶ ἐὰν δὲν προσλήφθηκε ἐκεῖνο ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἀνθρώπινη πτώση, δηλαδὴ ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία, τότε δὲν μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ θεραπεία καὶ σωτηρία ὁλόκληρης τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀνακύπτει ὁ κίνδυνος μίας χριστολογικῆς θεώρησης ποὺ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὸν ἀπολλιναρισμό.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν ἀπολλιναρισμό, ἡ θεώρηση τῆς ἐλευθερίας ὡς ἰδιότητας τοῦ προσώπου, τοῦ «προσωπικοῦ Εἶναι», ὅπως διατείνονται ἀρκετοὶ σύγχρονοι θεολόγοι, θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὴν αἵρεση τοῦ πολυθεϊσμοῦ. Ἐὰν ἡ ἐλευθερία εἶναι προσωπική, τότε ἡ Ἁγία Τριάδα θὰ πρέπει νὰ ἔχει τρεῖς ἐλευθερίες, μία τοῦ Πατρός, μία τοῦ Υἱοῦ καὶ μία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρᾶγμα ποὺ θὰ καθιστοῦσε τὴν ἑνότητα τῆς ἀκτίστου θεότητας συλλογικὴ καὶ ὄχι οὐσιώδη. Τοιουτοτρόπως, ἡ Ἁγία Τριάδα θὰ ἦταν κάτι σὰν ὁμοσπονδία προσώπων, ὅπου τὸ καθένα τους θὰ εἶχε ξεχωριστὴ ἐλευθερία, θέληση καὶ ἐνέργεια, πρᾶγμα ποὺ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀπορρίπτει ρητῶς, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ ἑνότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι «κατ’ οὐσίαν» καὶ ὄχι κατὰ τὸν λόγο, ὅπως συμβαίνει στὴν κτιστὴ πραγματικότητα. Αὐτὸ ἀκολούθως σημαίνει ὅτι ὁ Θεός, ἡ Ἁγία Τριάδα, ἕνεκα τῆς ἀλληλοπεριχώρησης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀμοιβαία ἢ διαλογική, ἀλλὰ οὐσιώδης, ἔχει μία θέληση, μία ἐλευθερία, ἕνα αὐτεξούσιο καὶ μία ἐνέργεια, ὄχι τρία ὅμοια, ἀλλὰ ἕνα. Στὸν Χριστὸ δὲν λειτουργεῖ ἔτσι. Ἐκεῖ ἔχουμε ἕνα πρόσωπο, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, μὲ δύο ἑτερούσιες θελήσεις, δύο ἐλευθερίες, δύο αὐτεξούσια καὶ δύο ἐνέργειες, ἕνεκα τῆς περιχώρησης τῶν δύο φύσεων στὸ ἕνα πρόσωπο τοῦ Λόγου.

Ἔτσι, ἔχοντας δεῖ ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα, καθίσταται φανερὸ ὅτι ἡ κατανόηση τῆς ἐλευθερίας δὲν εἶναι δευτερεῦον ζήτημα γιὰ τὴ διατύπωση τῆς χριστιανικῆς πίστης, ἀλλὰ ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ τὸν ἴδιο τὸν πυρήνα τῆς χριστολογίας καὶ κατ’ ἐπέκταση τῆς σωτηριολογίας.

Previous Article

«Ουφολογία»: Ορθόδοξη θεώρηση ενός νοσηρού και απατηλού φαινομένου

Next Article

Ἰδοὺ αἱ λεγόμεναι “ἐκκλησιολογικαὶ’’ προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Τορόντο