Ὁ Πατρ. Βαρθολομαῖος τὴν 11ην Ἰουνίου κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν εἰς τὴν Ἴμβρον τῇ παρουσίᾳ τῶν Πατριαρχῶν Βουλγαρίας καὶ Ρουμανίας, ἐμνημόνευσεν ἀντικανονικῶς τὸν Ἐπιφάνιον Ντουμένκο, τῆς σχισματικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας, OCU. Ἡ μνημόνευσις αὐτὴ ἔλαβε χώραν παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οὔτε ἡ Βουλγαρικὴ οὔτε ἡ Ρουμανικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουν τὴν αὐτοκεφαλίαν τῆς OCU. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ ἡ Βουλγαρικὴ Ἐκκλησία μέσῳ τοῦ Μητρ. Σλίβεν ἐξέφρασε τὴν στήριξίν της πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους κληρικοὺς τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὸν Μητροπολίτην Ὀνούφριον, οἱ ὁποῖοι διακονοῦν εἰς ναοὺς τῆς ἐπαρχίας του. Ἆραγε μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ὁ Πατριάρχης Βουλγαρίας ἀποστέλλει πρὸς τὸν Κωνσταντινουπόλεως μήνυμα ποία εἶναι ἡ κανονικὴ Ἐκκλησία εἰς τὴν Οὐκρανίαν;
Συμφώνως πρὸς δημοσίευμα τοῦ ἱστολογίου «Ἕνωσις Ὀρθοδόξων Δημοσιογράφων» τῆς 16ης Ἰουνίου:
«Ὁ Μητροπολίτης Σλίβεν Ἀρσένιος ἐξέφρασε τὴ στήριξή του πρὸς τοὺς Οὐκρανοὺς ὀρθόδοξους κληρικοὺς τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὑπὸ τὸν Μητροπολίτη Ὀνούφριο, οἱ ὁποῖοι διακονοῦν σὲ ναοὺς τῆς ἐπαρχίας του στὸ Σβέτι Βλὰς καὶ τὴν Κοσάριτσα. Σύμφωνα μὲ τὴ Βουλγαρικὴ Πατριαρχία, ἡ ἀνακοίνωση ἐκδόθηκε μετὰ τὴ συνεδρίαση τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου τῆς Σλίβεν στὶς 15 Ἰουνίου 2026. Στὸ κείμενο ἀπορρίπτονται οἱ ἐπικρίσεις καὶ οἱ ἀνησυχίες ποὺ διατυπώθηκαν σὲ ἀνοικτὲς ἐπιστολὲς γιὰ τὴν παρουσία τους σὲ τοπικὲς ἐνορίες.
Ἡ Μητρόπολη ξεκαθαρίζει ὅτι ἡ διακονία τους τελεῖ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτη Κιέβου καὶ πάσης Οὐκρανίας Ὀνουφρίου καὶ μὲ ἔγκριση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας, στὸ πλαίσιο τῶν προβλεπόμενων ἐκκλησιαστικῶν διαδικασιῶν.
Στὴν ἴδια ἀνακοίνωση, ὁ Μητροπολίτης Ἀρσένιος συνδέει τὴ στάση τῆς ἐπαρχίας μὲ τὴν ποιμαντικὴ μέριμνα πρὸς τοὺς Οὐκρανοὺς πρόσφυγες, σημειώνοντας ὅτι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔφυγαν ἐξαιτίας τοῦ πολέμου καὶ ἔχουν ἀνάγκη πνευματικῆς στήριξης. Παράλληλα, ἀπορρίπτει τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι οἱ ἀκολουθίες στὴν οὐκρανικὴ γλώσσα ἀντικαθιστοῦν τὴν καθιερωμένη λειτουργικὴ πράξη τῆς βουλγαρικῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
Κατὰ τὴ Μητρόπολη, οἱ ἀκολουθίες ποὺ τελοῦνται ἀπὸ τοὺς Οὐκρανοὺς κληρικοὺς ἀκολουθοῦν τὴν ἴδια λειτουργικὴ παράδοση ποὺ χρησιμοποιεῖται εὐρέως στὴ Βουλγαρικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τελοῦνται σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνες. Στὸ ἴδιο πλαίσιο, ἐπαναλαμβάνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ ὑποδέχεται καὶ νὰ στηρίζει κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἀνάγκη, ἀνεξαρτήτως ἐθνικότητας. Μὲ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ἡ Σλίβεν ἐπιχειρεῖ νὰ ἀπαντήσει στὶς αἰτιάσεις περὶ ἀλλαγῆς τοῦ χαρακτήρα τῶν ἐνοριῶν της».




